Ρόμπερτ Ρέντφορντ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ρόμπερτ Ρέντφορντ
Robert Redford 2006.png
Πραγματικό όνομα Τσαρλς Ρόμπερτ Ρέντφορντ Τζούνιορ
Γέννηση 18 Αυγούστου 1936 (1936-08-18) (77 ετών)

Σάντα Μόνικα, Καλιφόρνια
Θάνατος
Εθνικότητα Αμερικανική
Υπηκοότητα Αμερικανική
Είδος Τέχνης Κινηματογράφος
Θέατρο
Καλλιτεχνικά ρεύματα Δράμα
Κωμωδία
Σημαντικά έργα Οι Δύο Ληστές (1969)
Το Κεντρί (1973)
Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου (1976)
Συνηθισμένοι Άνθρωποι (1980)
Πέρα από την Αφρική (1985)
Quiz Show (1994)
Βραβεύσεις Όσκαρ Σκηνοθεσίας (1980)
Όσκαρ για τη συνεισφορά του στον κινηματογράφο (2002)
O Ρέντφορντ στο "Ξυπόλυτοι στο πάρκο"
Ο Ρέντφορντ το 1975
Ο Ρέντφορντ, στις Κάννες, το 1988
Ο Ρέντφορντ το 2006
Ο Ρέντφορντ το 2009
Ο Ρέντφορντ με τον Μπιλ Ρίτσαρντσον, το 2009

Ο Τσαρλς Ρόμπερτ Ρέντφορντ Τζούνιορ (αγγλικά: Charles Robert Redford Jr.), γνωστότερος ως Ρόμπερτ Ρέντφορντ (18 Αυγούστου 1936) είναι Αμερικανός ηθοποιός, σκηνοθέτης[1] και ακτιβιστής.[2] Έχει κερδίσει δύο βραβεία Όσκαρ: το πρώτο (1980) για τη σκηνοθεσία της ταινίας Συνηθισμένοι Άνθρωποι (Ordinary People) και το δεύτερο (2002) για τη συνολική του προσφορά στο χώρο του κινηματογράφου.[1] Στις Η.Π.Α., επί 25 -περίπου- χρόνια, το όνομά του ήταν συνώνυμο των λέξεων "ξανθός" και "ωραίος".[3]

Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρέντφορντ γεννήθηκε στη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνια, στις 18 Αυγούστου του 1936. Ο πατέρας του ήταν, αρχικά, γαλατάς και, στη συνέχεια, λογιστής, ενώ η μητέρα του ήταν νοικοκυρά. Η καταγωγή των προγόνων του είναι βρετανική (Αγγλία και Σκωτία) και ιρλανδική, κάτι που εξηγεί, τα πυρόξανθα μαλλιά του, τα οποία είναι και το κύριο γνώρισμά του. Κατά τα σχολικά του χρόνια, ήταν συμμαθητής με το διάσημο παίκτη του μπείζμπωλ, Ντον Ντιρσντέιλ.[1] Λέγεται πως, όταν γύριζε από το σχολείο του, στο σπίτι, σταματούσε έξω από τα στούντιο της Fox, για να παρακολουθήσει τους διάσημους ηθοποιούς της εποχής.[3] Στην εφηβεία του, συνήθιζε να κάνει μικροκλοπές (τάσια αυτοκινήτων), ενώ κατανάλωνε πολύ αλκοόλ. Η συμπεριφορά του αυτή, τόν εμπόδισε στο να κερδίσει κάποια υποτροφία, ώστε να μπορέσει να σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο.[1]

Μόλις αποφοίτησε από το σχολείο, κέρδισε, τελικά, υποτροφία για το Πανεπιστήμιο του Κολοράντο, χάρις στην ικανότητά του στον αθλητισμό και -κυρίως- στο μπέιζμπωλ.[3] Εκείνο το χρονικό διάστημα δούλευε ως σερβιτόρος σε ένα εστιατόριο-μπαρ.[1] Έπειτα, ξεκίνησε να δουλεύει στις πετρελαιοπηγές της Καλιφόρνια, ώστε να μαζέψει χρήματα, για να μπορέσει να κάνει ένα ταξίδι στην Ευρώπη. Κατάφερε να μείνει στη Γηραιά Ήπειρο για ένα -περίπου- χρόνο. Τον περισσότερό του καιρό, τόν πέρασε στο Παρίσι, ενώ γράφτηκε και στη Σχολή Καλών Τεχνών της Φλωρεντίας. Όμως, οι κακές κριτικές των καθηγητών του, τόν οδήγησαν στην επίστροφή του στις Ηνωμένες Πολιτείες.[3] Αργότερα, μετέβη στο Μπρούκλυν, για να κάνει μαθήματα ζωγραφικής, στο Ινστιτούτο Πρατ, κάτι που επηρέασε αρκετά τη ζωή και τον εαυτό του, αφού για μια περίοδο είχε αποκτήσει ένα αρκετά μποέμικο στυλ.[1] Στη συνέχεια, πήγε στην Αμερικανική Ακαδημία Δραματικών Τεχνών της Νέας Υόρκης, μετά από παρότρυνση ενός φίλου του. Στην ακρόασή του, κατάφερε να εκπλήξει τους κριτές, οι οποίοι ανέφεραν πως: "διαθέτει μια φυσική άνεση στην έκφραση, ζωηρή φαντασία, ένα χάρισμα".[3] Η επαφή του αυτή με την υποκριτική τόν κέρδισε και τόν έκανε να ασχοληθεί σοβαρά με το αντικείμενο.[1]

Θέατρο και τηλεόραση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πρώτος του ρόλος ήταν στην παράσταση Tall Story, του 1958, το οποίo παίχθηκε στο Θέατρο Μπρόντγουεϊ. Ακολούθησαν μικροί ρόλοι στις τηλεοπτικές σειρές The Naked City και Route 66.[3] Το πρωταγωνιστικό ντεμπούτο του σε τηλεοπτική σειρά, έγινε το 1960, στο Maverick. Ακολούθησαν και άλλες σειρές και θεατρικές παραστάσεις.[1] Η σπουδαιότερη παράσταση, στην οποία συμμετείχε ήταν το Barefoot in the Park, με συμπρωταγωνίστρια την Ελίζαμπεθ Άσλυ.[3] Η παράσταση παίχθηκε στο Θέατρο Μπρόντγουεϊ, το 1963 και, το 1967, κυκλοφόρησε και ως κινηματογραφική ταινία. Μέσα στο ίδιο έτος, έπαιξε στην τηλεοπτική σειρά Alcoa Premiere, για την εμφάνισή του στην οποία, κέρδισε το βραβείο Emmy β' ανδρικού ρόλου.[1]

Κινηματογράφος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη φορά που συμμετείχε σε κινηματογραφική ταινία ήταν το 1962, στο ανεξάρτητο War Hunt, το οποίο γυρίσθηκε μέσα σε δύο εβδομάδες. Το 1965, έπαιξε στο Situation Hopeless... But Not Serious, το οποίο ήταν η πρώτη του επίσημη ταινία. Την ίδια χρονιά, συμπρωταγωνίστησε με τους Νάταλι Γουντ και Κρίστοφερ Πλάμερ, στο Inside Daisy Clover, του Ρόμπερτ Μάλιγκαν,[3] το οποίο προτάθηκε, τελικά, για δύο βραβεία Όσκαρ, ενώ ο ίδιος ο Ρέντφορντ κέρδισε την πρώτη του Χρυσή Σφαίρα, αφού ανακηρύχθηκε ο πιο πολλά υποσχόμενος ηθοποιός.[1] Το 1966, τού δώθηκε ο ρόλος του σερίφη στο The Chase, του Άρθουρ Πεν, όμως, ο ίδιος επέλεξε αυτόν του κατάδικου. Ο σερίφης ενσαρκώθηκε από το Μάρλον Μπράντο. Επίσης, συνεργάσθηκε, και πάλι, με τη Νάταλι Γουντ, αυτή τη φορά, για το This Property Is Condemned, του Σύδνεϋ Πόλλακ, το οποίο είχε βασιστεί στο ομώνυμο έργο του Τενεσί Ουΐλλιαμς. Το 1967, πρωταγωνίστησε, μαζί με την Τζέιν Φόντα, στην κινηματογραφική εκδοχή του Barefoot in the Park. To 1968, υπέγραψε συμφωνία για το γύρισμα μιας ταινίας ουέστερν με την Paramount. Ωστόσο, αθέτησε την υπόσχεσή του, με αποτέλεσμα, η υπόθεση να οδηγηθεί στα δικαστήρια και ο Ρέντφορντ, να μείνει για αρκετό χρονικό διάστημα χωρίς δουλειά. Το 1969, πρωταγωνίστησε στο ουέστερν του Τζωρτζ Ρόυ Χιλ, με τίτλο Butch Cassidy and the Sundance Kid, μαζί με τον Πωλ Νιούμαν.[3] Ο Ρέντφορντ κατάφερε να κερδίσει τους υπόλοιπους υποψήφιους (Στιβ ΜακΚουίν, Μάρλον Μπράντο, Ουώρεν Μπίτι), για το δεύτερο πρωταγωνιστικό ρόλο.[3] Η ταινία αυτή είχε μεγάλη επιτυχία, καθώς βραβεύθηκε με τέσσερα Όσκαρ. Ωστόσο, απέρριψε πρωταγωνιστικούς ρόλους στα Ποιος Φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ; και Ο Πρωτάρης του Μάικ Νίκολς, επειδή ανησυχούσε για την πιθανή δημιουργία του "στερεοτύπου του ξανθού αρσενικού". Στη συνέχεια, πρωταγωνίστησε σε ταινίες που είχαν μέτρια απήχηση, όπως, το Downhill racer, του Μάικλ Ρίτσι (1969). Παρ'όλα αυτά κέρδισε βραβεία BAFTA καλύτερου ηθοποιού για το Downhill racer και το Tell them Willie Boy is here.

Συνεργάσθηκε ξανά με το Σύδνεϋ Πόλλακ, το 1972, για το ουέστερν Jeremiah Johnson και το 1973, για η δραματική ιστορία αγάπης The Way We Were, μαζί με τη Μπάρμπρα Στράιζαντ. Στην ταινία αυτή, η οποία συγκαταλέγεται στις κορυφαίες του είδους της, έπαιξε έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς ρόλους του, αυτόν του Χάμπελ. Ακόμη, το τραγούδι της Στράιζαντ, The Way We Were, κέρδισε βραβείο Όσκαρ. Μεταξύ των δύο ταινιών του Πόλλακ, μεσολάβησε το The Candidate του Μάικλ Ρίτσι (1972). Ακολούθησε μια ταινία μέτριας απήχησης, το The Hot Rock. Στην επόμενη συνεργασία του με τους Τζωρτζ Ρόυ Χιλ και Πωλ Νιούμαν, ο Ρέντφορντ κατάφερε να βάλει υποψηφιότητα για το βραβείο α' ανδρικού ρόλου, για την ταινία The Sting. Το 1974, ακολούθησε μια νέα επιτυχία, το The Great Gatsby, η οποία βασίσθηκε στο αντίστοιχο λογοτεχνικό έργο του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ. Η ταινία αυτή, πέρασε από πολλές περιπέτειες, έως ότου ξεκίνησαν τα γυρίσματά της, καθώς ο πρωταγωνιστικός ρόλος, προοριζόταν για τον Τζακ Νίκολσον, όμως ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ τόν κέρδισε την τελευταία στιγμή, ενώ ο σκηνοθέτης Τζακ Κλέυτον, πίεζε ασφυκτικά τον τελικό πρωταγωνιστή να απαρνηθεί το προσωπικό του στυλ και να βαψει τα μαλλιά του μαύρα, κάτι που εκείνος αρνείτο πεισματικά. Το 1975, συνεργάσθηκε, και πάλι, με τον Πόλλακ, για το πολιτικό θρίλερ Three Days of the Condor, ενώ το 1976, στην ταινία All the President's Men, η οποία και βραβεύθηκε με τέσσερα Όσκαρ, πήρε το ρόλο του δημοσιογράφου Μπομπ Γούντγουωρντ, ο οποίος πάσχιζε να διαλευκάνει το σκάνδαλο Ουωτεργκέιτ. Ακολούθησαν δύο ακόμη ταινίες, με τον Πόλλακ παραγωγό και τη Φόντα συμπρωταγωνίστρια, οι οποίες ήταν: το A Bridge Too Far, του 1977 και το The Electric Horsemen, του 1979. Το 1980, ο Ρέντφορντ σκηνοθέτησε την πρώτη του ταινία (Ordinary People), στην οποία πρωταγωνιστούσε ο Ντόναλντ Σάδερλαντ. Η ταινία αυτή κέρδισε τέσσερα Όσκαρ και ο Ρέντφορντ αυτό του καλύτερου σκηνοθέτη. Οι κριτικοί ανέφεραν πως, ο Ρέντφορντ κατάφερε να βγάλει μια πολύ δυνατή δραματική ερμηνεία τόσο από τη Μάιρη Τάιλερ Μουρ, όσο και από το Σάδερλαντ και τον Τίμοθυ Χάττον, ο οποίος κέρδισε βραβείο β' ανδρικού ρόλου. Η δεκαετία του 70' έκλεισε με το Brubaker, του 1980.

Η δεκαετία του 80' ήταν μια πολύ λιγότερο δραστήρια περίοδος για το Ρέντφορντ, αφού συμμετείχε σε ελάχιστες ταινίες. Αυτές ήταν: το Τhe Natural, του 1984, στην οποία υποδύθηκε τον πρωταθλητή του μπέιζμπωλ, το Out of Africa, του 1985, το οποίο βραβεύθηκε με επτά Όσκαρ και ήταν καρπός μιας νέας συνεργασίας του και του Σύδνεϋ Πόλλακ,[1] ωστόσο, ο ίδιος ο Ρέντφορντ παραδέχθηκε πως, πρόκειται για τη χειρότερη ταινία, που έχει γυρίσει, σε ολόκληρη την καριέρα του, η κωμωδία Legal Eagles,[3] του 1986, στο οποίο συμπρωταγωνίστησε με τις Ντέμπρα Ουΐνγκερ και Ντάρυλ Χάννα και το Havana, του 1990, ενώ το 1988, σκηνοθέτησε την ταινία The Milagro Beanfield War.

Το 1992, συμπρωταγωνιστησε με τον Σίδνεϋ Πουατιέ, στην κωμωδία Sneakers και σκηνοθέτησε τη δραματική ταινία A River Runs Through It, με πρωταγωνιστή τον Μπραντ Πιτ. Ο Ρέντφορντ διεκδίκησε το βραβείο της Χρυσής Σφαίρας για τη δουλειά του στην ταινία αυτή. To 1993, συμπρωταγωνίστησε με τους Γούντι Χάρελσον και Ντέμι Μουρ, στην ταινία Indecent Proposal, του Έιντριαν Λάιν. Ωστόσο, ο ρόλος του χαμηλής ηθικής εκατομμυριούχου, τόν έφερε αντιμέτωπο, για πρώτη και μοναδική -μέχρι σήμερα- φορά, με την υποψηφιότητα για το βραβείο του Χρυσού Βατόμουρου. Το 1994, σκηνοθέτησε το Quiz Show και έθεσε, έτσι, υποψηφιότητα για δύο βραβεία Όσκαρ: αυτού του καλύτερου σκηνοθέτη και αυτού της καλύτερης τανίας. Το 1996, έπαιξε, μαζί με τη Μισέλ Φάιφερ, στο Up Close & Personal. Το 1998, πρωταγωνίστησε και σκηνοθέτησε το The Horse Whisperer, όπου συμμετείχε και η πολύ νεαρής ηλικίας -τότε- Σκάρλετ Γιόχανσσον. Η ταινία αυτή πήγε σχετικά καλά εμπορικά, ενώ οι κριτικές που απέσπασε ήταν -ως επί το πλείστον- θετικές. Ο Ρέντφορντ προτάθηκε για τη Χρυσή Σφαίρα καλύτερου σκηνοθέτη. Το 2000, σκηνοθέτησε το The Legend of Bagger Vance, με πρωταγωνιστές τους Ουίλ Σμιθ, Ματ Ντέιμον και Σαρλίζ Θερόν.

Το 2001, συμπρωταγωνίστησε με τον Μπραντ Πιτ στο Spy Game, του Τόνυ Σκοτ. Το 2002, βραβεύθηκε με Όσκαρ για τη συνολική του προσφορά στον κινηματογράφο. Ακολούθησε το θρίλερ μυστηρίου The Clearing, του 2004 με συμπρωταγωνιστές τους Ουίλεμ Νταφόε και Έλεν Μίρεν. Το 2005, έπαιξε με τους Τζένιφερ Λόπες και Μόργκαν Φρίμαν στην ταινία An Unfinished Life. Το 2007, σκηνοθέτησε το Lions for Lambs, συμπρωταγωνιστώντας με τη Μέρυλ Στριπ και τον Τομ Κρουζ.[1] To 2011, ο Ρέντφορντ σκηνοθέτησε σκηνοθέτησε το The Conspirator.[4] To 2012, γύρισε, σε συνεργασία με το γιο του, το Watershed ένα ντοκυμανταίρ, με θέμα την αλόγιστη εκμετάλλευση και τη σταδιακή πτώση της στάθμης του νερού του ποταμού Κολοράντο, ο οποίος αποτελεί την κύρια πηγή νερού για τις δυτικές Πολιτείες της Αμερικής.[2] Το 2012 παρουσίασε την ταινία The Company You Keep, στην οποία συμπρωταγωνιστεί με τη Τζούλι Κρίστι και τη Σούζαν Σαράντον,[5] ενώ είναι και σκηνοθέτης.[3] Το 2013 πρωταγωνίστησε στην ταινία Όλα Χάθηκαν του Τζέι Σι Τσάντορ, που προβλήθηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών και απέσπασε θερμά χειροκροτήματα από το κοινό [6], ενώ επίσης αναμένεται να κυκλοφορήσει ένα ακόμη ντοκυμανταίρ δικής του σκηνοθεσίας, με θέμα το σκάνδαλο Ουώτεργκέιτ.[7]

Προσωπική ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

To 1958, νυμφεύθηκε για πρώτη φορά[3] τη Λόλα βαν Γουάγκενεν, ενώ, το 1985, κατά τη διάρκεια της μείωσης της επαγγελματικής του δραστηριότητας, πήραν διαζύγιο. Απέκτησαν, μαζί, τέσσερα παιδιά. Το 2009, ο Ρέντφορντ νυμφεύθηκε τη Σίμπιλ Ζάγκαρς.[1]

To 1980, ίδρυσε, στη Γιούτα, το Sundance Institute, τη "μητρόπολη" του ανεξάρτητου κινηματογράφου.[3]

To Δεκέμβριο του 2010, απηύθυνε έκκληση, προς την ιρανική κυβέρνηση, μαζί με καλλιτέχνες όπως, ο Ρόμπερτ ντε Νίρο και ο Στινγκ, για την ματαίωση της εκτέλεσης της Σακινέ Μωχαμαντί Αστιανί, η οποία είχε καταδικαστεί σε θάνατο, δια λιθοβολισμού, λόγω μοιχείας και συνέργειας στη δολοφονία του συζύγου της.[8]

Είναι ακτιβιστής[2] και πολιτικά στρατευμένος με την αριστερά.[7]

Βραβεύσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως καλλιτέχνης

  • Βραβείο Όσκαρ για τη συνολική προσφορά του στον κινηματογράφο (2002)

Ως ηθοποιός:

  • Βραβείο Emmy β' ανδρικού ρόλου για την τηλεοπτική σειρά Alcoa Premiere
  • Χρυσή Σφαίρα πιο πολλά υποσχόμενου ηθοποιού για την ταινία Inside Daisy Clover
  • Βραβείο BAFTA καλύτερου ηθοποιού για την ταινία Tell Them Willie Boy Is Here
  • Βραβείο BAFTA καλύτερου ηθοποιού για την ταινία Downhill Racer

Ως σκηνοθέτης:

  • Όσκαρ σκηνοθεσίας για την ταινία Ordinary People

Ρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Σαν σκηνοθέτης δεν θα με συμπαθούσα ως ηθοποιό και σαν ηθοποιός δεν θα με συμπαθούσα ως σκηνοθέτη."[1]
  • "Οταν ήμουν μικρός, αυτή η περιοχή ανήκε σχεδόν αποκλειστικά στην ισπανομεξικανική κουλτούρα. Εβλεπες παντού τα σημάδια της: ισπανική αρχιτεκτονική, φαρδείς δρόμοι, φοίνικες. Μετά τον πόλεμο η πόλη λεηλατήθηκε. Από το 1950, έγινε ένα είδος κιβωτού. Σήμερα με θλίβει, προσπαθώ να μένω όσο γίνεται μακριά της." (για το Λος Άντζελες)
  • "Δεν το αρνούμαι, στην αρχή με κολάκευε. Υπήρχε πάντα όμως ο ενδόμυχος φόβος ότι αυτό θα με καταδυνάστευε, θα περιόριζε τις δυνατότητές μου ως ηθοποιού, πράγμα που τελικά συνέβη." (για την εξωτερική του εμφάνιση)
  • "Δεν μου αρέσει να δουλεύω πολύ και γενικά δεν σέβομαι αυτό το επάγγελμα."
  • "Εχω βαρεθεί να μου λένε "σε τρία χρόνια θα είσαι ο μεγαλύτερος σταρ του Χόλιγουντ". Ποτέ δεν πίστεψα κάτι τέτοιο."
  • "Είναι σκληρό, πολύ σκληρό να ξέρω ότι ο κόσμος βλέπει μια ταινία για να δει εμένα σε έναν ρόλο και όχι έναν ρόλο σε μένα."
  • "Εχω ιρλανδικό και σκωτσέζικο αίμα και έμαθα από μικρός να μη ζητάω τη βοήθεια κανενός, να μην παραπονούμαι ποτέ, να είμαι δυνατός μπροστά σε οποιαδήποτε δυσκολία. Αυτό ακριβώς ήταν που μου ενστάλλαξαν από τα πρώτα χρόνια της ζωής μου. Η λέξη «αξιοπρέπεια» ήταν πολύ σημαντική στην οικογένειά μου, την χρησιμοποιούσαν συνέχεια όταν ήμουν παιδί. «Κράτησες την αξιοπρέπειά σου;» ήταν η μόνιμη ερώτηση. Οταν με έδερνε κάποιος δάσκαλος στο σχολείο, οι γονείς μου δεν με ρωτούσαν «πόνεσες;» αλλά «ήσουν αξιοπρεπής;». Αυτή η λέξη σήμαινε να κρατάς την ψυχραιμία σου όταν βρισκόσουν υπό πίεση. Επρεπε πάνω από όλα να διατηρείς ένα είδος αυτοσυγκράτησης όταν όλα διαλύονταν γύρω σου. Και νομίζω πως μου έκανε καλό. Αξιοπρέπεια: πάνω σε αυτήν τη λέξη βασίστηκε η ανατροφή μου ­ και σήμερα δεν υπάρχει στον κόσμο. Και είναι λυπηρό..."
  • "Βρέθηκα σε αυτήν εντελώς κατά τύχη. Μεγάλωσα στο Λος Αντζελες και για μένα το σινεμά δεν αποτελούσε σοβαρό επάγγελμα. Κάθε φορά που επέστρεφα από το σχολείο περνούσα έξω από τα στούντιο της Twentieth Century Fox. Ποτέ δεν θα ξεχάσω μια μέρα που είδα λίγο πιο πέρα ένα θεόρατο, πραγματικά θεόρατο σκηνικό με έναν ζωγραφισμένο ουρανό με σύννεφα. Θυμάμαι που έστρεψα το βλέμμα μου προς τα πάνω και σκέφτηκα: «Τι γελοίο! Γιατί δεν τραβούν τον αληθινό ουρανό;». Μου πήρε πολύ καιρό να συνηθίσω το γεγονός ότι αποτελούσα μέλος αυτού του κόσμου, αλλά και το να συνειδητοποιήσω ότι αυτή ήταν η δουλειά που μπορούσα να κάνω καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη." (για τη βιομηχανία του κινηματογράφου)
  • "Θυμάμαι που τσακωνόμουν με τον Τζακ Κλέυτον (τον σκηνοθέτη του «Μεγάλου Γκάτσμπι») για τα μαλλιά μου. Ηθελε να τα βάψω. Ελεγε: «Ο Γκάτσμπι πρέπει να είναι μελαχρινός» και εγώ του εξηγούσα: «Αυτή η ταινία δεν έχει να κάνει με το χρώμα των μαλλιών μου, έχει να κάνει με την ανασφάλεια αυτού του ανθρώπου, με τον τρόπο που μιλάει και κινείται, που χαιρετάει τους άλλους, με τον τρόπο που λέει "παλιόγερε!" και οι λέξεις αυτές δεν βγαίνουν με φυσικότητα από το στόμα του». Και το στούντιο επέμενε: «Πρέπει να τα βάψεις μαύρα». Τους ρώτησα: «Εχετε διαβάσει το βιβλίο; Βρείτε μου σε ποιο σημείο του γράφει τι χρώμα μαλλιά είχε ο Γκάτσμπι. Πουθενά δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο». Ποτέ δεν είπε ο Φιτζέραλντ ότι ο Γκάτσμπι δεν ήταν ωραίος. Βέβαια ούτε οι αρμόδιοι του στούντιο ούτε οι κριτικοί κάθησαν ποτέ να διαβάσουν το βιβλίο." (για την ταινία "The Great Gatsby" και τη φιλονικία του με τον Τζακ Κλέυτον, για το χρώμα των μαλλιών του.)
  • "Εχουμε μια πολύ επικίνδυνη στάση απέναντι στον αθλητισμό σε αυτή τη χώρα. Δεν νοιαζόμαστε για μια καλή δεύτερη θέση, το μόνο που κυνηγάμε είναι η νίκη. Δεν έχουμε ιδέα τι να κάνουμε με τους ανθρώπους του αθλητισμού όταν τους πάρουν πια τα χρόνια, όταν τελειώσουμε με τις επιχορηγήσεις και σταματήσουμε να τους αρμέγουμε. Παίρνουμε έναν αθλητή που δεν είναι σοφιστικέ ως άνθρωπος, τον φέρνουμε στα μέτρα μας και μετά τον πετάμε. Υπάρχει ένας ολόκληρος μηχανισμός πίσω από αυτό."
  • "Σιχαίνομαι να υπακούω σε έναν σκηνοθέτη. Γενικά ποτέ δεν μου άρεσε να μου λένε τι να κάνω, δεν ήμουν καλός σε αυτό."
  • "Είχα μια μάλλον αστεία καριέρα. Ξεκίνησα ως ζωγράφος και στη συνέχεια ασχολήθηκα με την ηθοποιία, η οποία απαιτεί ούτως ή άλλως ένα εντελώς διαφορετικό κομμάτι του εαυτού σου. Και μετά με τη σκηνοθεσία ήταν σαν να επέστρεφα στη ζωγραφική, γιατί άρχισα πάλι να ασχολούμαι με την εικόνα. Είναι σαν να ελέγχεις ξανά τις πινελιές σου. Βέβαια με τη σκηνοθεσία ­ που σημαίνει έλεγχο, διαχείριση ­ στερείσαι αυτό το ζωντανό κομμάτι του εαυτού σου που τίθεται σε λειτουργία κάθε φορά που υποδύεσαι έναν ρόλο. Ενα από τα πράγματα που μου τράβηξαν το ενδιαφέρον στην υποκριτική ­ καθώς δεν πέρασα από δραματική σχολή, ούτε είχα την παραμικρή πείρα όταν πρωτοξεκίνησα ­ ήταν αυτό το «ζην επικινδύνως». Επενδύεις τόσο πολλά από το «εκείνο» του εαυτού σου σε αυτή τη δουλειά. Είναι σαν να κατεβάζεις το φερμουάρ για να βγεις έξω από εσένα. Οταν σκηνοθετείς δεν λες: «Θα δοκιμάσω να κάνω κάτι τρελό, κάτι άγριο», απλά προσπαθείς να πείσεις άλλους να το κάνουν." (για την επαγγελματική του καριέρα και συμπεριφορά)
  • "Θα ήθελα πολύ να ξέρω πώς θα εξελισσόταν, ας πούμε στα επόμενα δέκα χρόνια, ο χαρακτήρας που υποδύθηκα στον «Υποψήφιο» και στο «Ολοι οι άνθρωποι του προέδρου». Θα ήθελα να ξέρω τι έγινε το επόμενο λεπτό. Μάλλον δεν θα το μάθω ποτέ. Υπάρχουν πολλά πράγματα για τα οποία θα ήθελα να γυρίσω πίσω, να συνεχίσω από εκεί ακριβώς όπου σταμάτησα. Λέγονται πολλά για ένα σίκουελ της ταινίας «Τα καλύτερά μας χρόνια». Νομίζω πως θα είχε επιτυχία, αλλά δεν θέλω να το κάνω." (για τους ρόλους του) [3]
  • "Tι απομένει από το Ουωτεργκέιτ; Τι κατανοούμε από αυτό; Ποια είναι τα μαθήματα που αποκομίσαμε; Αυτή είναι μια καλή στιγμή για να κοιτάξουμε εκείνη την περίοδο της ιστορίας για να κατανοήσουμε το παρόν." (για την επερχόμενη κυκλοφόρηση του ντοκυμανταίρ του με θέμα το σκάνδαλο Ουωτεργκέιτ.) [7]
  • "Παρακολουθούσα τη δράση των Weather Underground και οφείλω να πω ότι θεωρούσα πως υποστήριζαν τις σωστές ιδέες, γιατί η Αμερική αυτοδιαφημιζόταν ως η χώρα της Δημοκρατίας ενώ με τις πράξεις της αυτοακυρωνόταν. Όταν επιτρέπεις τη λογοκρισία και σπέρνεις τον τρόμο υπό τη σημαία της δημοκρατίας τότε είσαι υποκριτής. Σ' αυτήν την υποκρισία προσπάθησαν να αντισταθούν οι Weathermen, αλλά τελικά με λάθος τρόπους." (για τους Weather Underground, αντικέιμενο της ταινίας "The Company You Keep")
  • "Αν οι ριζοσπαστικές προσπάθειες ήταν άχρηστες, δεν θα βρισκόμουν εδώ. Πάντα θα υπάρχει κάποιος λόγος για αντίσταση. Κοιτάζω το παρελθόν, τις δεκαετίες του '30, του '40, του '50 και του '60 και τι βλέπω; Τα ίδια λάθη. Όποια κυβέρνηση και να έρθει τα ίδια λάθη θα γίνονται, γιατί κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ. Η γκρίζα ζώνη πάντα θα υπάρχει. Ό,τι και να γίνει οι πλούσιοι θα παραμένουν πλούσιοι ή θα γίνονται πλουσιότεροι. Ωστόσο, κάθε γενιά κάνει τη δική της αντίσταση. Στην ταινία μου, η γενιά του πολέμου του Βιετνάμ έκανε τη δική της. Προσωπικά δεν υποστηρίζω τη βία, αλλά είναι ανάγκη να αντιστέκεται κανείς. Και είναι θλιβερό πως το πραγματικό πρόβλημα της νέας γενιάς είναι ότι η παρακαταθήκη που τους έχουμε αφήσει είναι η διαφθορά... Η αλλαγή είναι αναπόφευκτη, ειδικά σήμερα στην Αμερική, όπου η μία πλευρά -αυτή του Ομπάμα- πιστεύει σε αυτήν, ενώ η άλλη πλευρά -οι Ρεπουμπλικάνοι- τη φοβάται και κάνει τα πάντα για την εμποδίσει."[5]

Φιλμογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως ηθοποιός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έτος Τίτλος ταινίας στα αγγλικά Ελληνικός τίτλος Σημειώσεις
1965 Inside Daisy Clover Έρωτες που σβήνουν την αυγή
1965 Situation Hopeless... But Not Serious Ο Ρέντφορντ κέρδισε τη Χρυσή Σφαίρα του πιο πολλά υποσχόμενου ηθοποιού. Η ταινία προτάθηκε για δύο βραβεία Όσκαρ.
1966 This Property Is Condemned Αγάπη για τον έρωτα
1966 The Chase Η καταδίωξη
1967 Barefoot in the Park Ξυπόλυτοι στο Πάρκο
1969 Butch Cassidy and the Sundance Kid Οι Δύο Ληστές
1969 Tell Them Willie Boy Is Here Ο Ρέντφορντ κέρδισε το βραβείο BAFTA καλύτερου ηθοποιού
1969 Downhill Racer Ο πρωταθλητής του ιλίγγου Ο Ρέντφορντ κέρδισε το βραβείο BAFTA καλύτερου ηθοποιού
1970 Little Fauss and Big Halsy
1972 Jeremiah Johnson Ιερεμίας Τζόνσον, ο αλύγιστος
1972 The Candidate Ο υποψήφιος
1972 The Hot Rock
1973 The Sting Το Κεντρί Ο Ρέντφορντ προτάθηκε για Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου
1973 The Way We Were Τα καλύτερά μας χρόνια Η ταινία κέρδισε ένα βραβείο Όσκαρ
1974 The Great Gatsby Ο Υπέροχος Γκάτσμπυ
1975 Three Days of the Condor Οι τρεις μέρες του κόνδορα
1976 All the President's Men Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου Η ταινία κέρδισε τέσσερα βραβεία Όσκαρ
1977 A Bridge too Far Η γέφυρα του Άρνεμ
1979 The Electric Horsemen Ηλεκτρικός καβαλάρης
1980 Brubaker Μπρουμπέικερ, το πιο σκληρό αγκάθι
1984 The Natural Ο καλύτερος
1985 Out of Africa Πέρα από την Αφρική Η ταινία προτάθηκε για επτά βραβεία Όσκαρ.
1986 Legal Eagles Τρεις και μοναδικοί
1990 Havana Αβάνα
1992 Sneakers Οι αθόρυβοι
1993 Indecent Proposal Ανήθικη πρόταση Ο Ρέντφορντ προτάθηκε για το Χρυσό Βατόμουρο.
1996 Up Close & Personal Υπόθεση πολύ προσωπική
1998 The Horse Whisperer Γητευτής των αλόγων
2001 The Last Castle Το τελευταίο οχυρό
2001 Spy Game Παιχνίδι κατασκόπων
2004 The Clearing Το ξέφωτο
2005 An Unfinished Life Αγεφύρωτες σχέσεις
2007 Lions for Lambs Λέοντες αντί αμνών
2012 The Company You Keep Ο Κανόνας της Σιωπής
2013 All is Lost Όλα Χάθηκαν
2014 Captain America: The Winter Soldier Captain America 2: Ο Στρατιώτης του Χειμώνα

Ως σκηνοθέτης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έτος Τίτλος ταινίας στα αγγλικά Ελληνικός τίτλος Σημειώσεις
1980 Ordinary People Συνηθισμένοι Άνθρωποι
1988 The Milagro Beanfield Μιλάγκρο, η Γη της σύγκρουσης
1992 A River Runs Through It Το ποτάμι κυλά ανάμεσά μας Ο Ρέντφορντ προτάθηκε για τη Χρυσή Σφαίρα σκηνοθεσίας.
1994 Quiz Show Ο Ρέντφορντ προτάθηκε για Όσκαρ σκηνοθεσίας και Όσκαρ καλύτερης ταινίας.
1998 The Horse Whisperer Γητευτής των αλόγων Ο Ρέντφορντ προτάθηκε για τη Χρυσή Σφαίρα σκηνοθεσίας.
2000 The Legend of Bagger Vance Ο θρύλος του Μπάγκερ Βανς
2007 Lions for Lambs Λέοντες αντί αμνών
2010 The Conspirator Ύποπτη συνομωσίας
2012 The Company You Keep Ο Κανόνας της Σιωπής

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,00 1,01 1,02 1,03 1,04 1,05 1,06 1,07 1,08 1,09 1,10 1,11 1,12 1,13 ^ Who is who: Ρόμπερτ Ρέντφορντ Clickatlife.com
  2. 2,0 2,1 2,2 ^ «Watershed»: το νέο ντοκιμαντέρ του Ρόμπερτ Ρέντφορντ Ert.gr
  3. 3,00 3,01 3,02 3,03 3,04 3,05 3,06 3,07 3,08 3,09 3,10 3,11 3,12 3,13 3,14 ^ Τα καλύτερά του χρόνια ΤΟ ΒΗΜΑ
  4. ^ ΥΠΟΠΤΗ ΣΥΝΟΜΩΣΙΑΣ (THE CONSPIRATOR) του Ρόμπερτ Ρέντφορντ (2011) Myfilm.gr
  5. 5,0 5,1 ^ Ρόμπερτ Ρέντφορντ: "Πάντα θα υπάρχει λόγος για αντίσταση" Η Αυγή
  6. 66ο φεστιβάλ Καννών: Ο γέρος και η θάλασσα... ΤΟ ΒΗΜΑ
  7. 7,0 7,1 7,2 ^ Ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ θα γυρίσει ντοκιμαντέρ για το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ Iefimerida.gr
  8. ^ Ντε Νίρο, Ρέντφορντ και Στινγκ, στο πλευρό της Ιρανής "μοιχού" Epikaira.gr

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wikiquote logo
Στα Βικιφθέγματα υπάρχει υλικό σχετικό με το λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα