Βιβλιοθήκες στην αρχαία Ελλάδα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο αριθμός των βιβλίων της αρχαιότητας συγκρίνεται μόνο με αυτόν του 19ου αιώνα.

Οι κατά καιρούς βιβλιοθήκες στην αρχαία Αθήνα και τον υπόλοιπο αρχαίο ελληνικό κόσμο συντέλεσαν βασικά για τη διάδοση και διάσωση των Ελληνικών γραμμάτων από την αρχαιότητα. Με τους πολέμους των Ελλήνων αναμεταξύ τους, δημιουργήθηκε μια τάξη μορφωμένων δούλων, οι οποίοι συχνά έκαναν δουλειά γραμματέα ή αναγκάζονταν να κατασκευάζουν αντίγραφα σημαντικών βιβλίων, πολλαπλασιάζοντας έτσι τον αριθμό τους.

Ιστορική αναδρομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα βιβλία ήταν εμπορικό αγαθό από τον 5ο αι. π.Χ. Αρχικά οι βιβλιοπώλες κατασκεύαζαν οι ίδιοι τα αντίγραφα προς πώληση, ενώ αργότερα, σταδιακά, άρχισαν να χρησιμοποιούν δούλους για την αντιγραφή. Για πρώτη φορά συναντάμε τους ορισμούς αυτούς στην αρχαία Ελληνική κωμωδία. Ο Αριστομένης αναφέρει στο έργο του Γόητες έναν βιβλιοπώλη, ενώ ο Κρατίνος στο έργο του Χείρωνες έναν αντιγραφέα βιβλίων. Ο Θεόπομπος, αναφέρει έναν βιβλιοπώλη, ενώ ο Νικόφων στο έργο του Χειρογάστορες (=χειρώνακτες) αναφέρει τους βιβλιοπώλες μεταξύ διαφόρων άλλων παρεμφερών εμπόρων για σαρδέλες, ζαρζαβατικά, σύκα, δέρματα, αλεύρι, ειδών ζαχαροπλαστικής, κουταλιών και άλλων αντικειμένων και εμπορικών αγαθών.

Επίσης πολλοί συγγραφείς δίναν τα έργα τους που είχαν γράψει οι ίδιοι, τα ονομαζόμενα αρχέτυπα στους προσωπικούς φίλους ή και μαθητές τους για να τα αντιγράψουν, να κάνουν δηλαδή απόγραφα.

Αργότερα, η αντιγραφή βιβλίων έγινε συστηματική απασχόληση δούλων, που λόγω της μόρφωσής τους ασκούσαν αυτό το επάγγελμα και έδιναν ένα μέρος του εισοδήματός τους στο αφεντικό. Ο Ξενοφών και ο Δημοσθένης αναφέρουν ότι τέτοιοι σκλάβοι κέρδιζαν σημαντικά ποσά. Γνωστοί μορφωμένοι σκλάβοι που ασκούσαν το επάγγελμα αυτό ήταν ο Κεφισόφων, σκλάβος του Ευριπίδη, ο Φαίδων από την Έλλη, ο οποίος παίρνει μέρος στον ομώνυμο διάλογο του Πλάτωνα, και τον οποίο εξαγόρασε ο Πλάτωνας, ή ο διθυραμβικός ποιητής Φιλόξενος από τα Κύθηρα, που τον εξαγόρασαν οι Λακεδαιμόνιοι.

Το συστηματικό εμπόριο των βιβλίων άνθισε την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και έγινε αργότερα τόσο μεγάλος κλάδος του εμπορίου, που στην Αλεξάνδρεια δούλευαν πλήθος γραφέων με μόνο σκοπό να αντιγράφουν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα.

Εκδοτικές πρακτικές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δημοσίευση των έργων του Πλάτωνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πλάτων έδινε μεν μεγάλη σημασία στον γραπτό λόγο, αν και τον προφορικό λόγο θεωρούσε πολυτιμότερο του γραπτού. Γι' αυτόν τον λόγο δεν σταμάτησε να επεξεργάζεται τα γραπτά του μέχρι τα βαθιά γεράματα. Είχε βαθιά γνώση των έργων του Ομήρου, του Ησιόδου και του Πινδάρου. Επίσης σπούδαζε τους λόγους των ρητόρων της εποχής του, των λυρικών και τραγικών ποιητών, και ασχολείτο εντατικότερα με τις κωμωδίες του Αριστοφάνη, του Επιχαρμούς και του Σόφρωνα, ο μύθος δε αναφέρει ότι μερικά από τα βιβλία αυτά βρίσκονταν δίπλα στην νεκρική του κλίνη. Τα έργα του Πλάτωνα δημοσιεύονταν από τους μαθητές του. Λόγω της μεγάλης εκτάσεως των πολυσέλιδων έργων του δεν υπήρχαν πολλά αντίγραφα, και κατά καιρούς δανείζονταν έναντι χρημάτων.[1] Σε μία κωμωδία της εποχής του Πλάτωνα αναφέρεται το όνομα του μαθητή του Ερμοδώρου του Συρακουσίου, ο οποίος υποθέτουμε ότι διέδωσε στην Σικελία τις γραφές του διδασκάλου του. Υποθέτουμε ότι άλλοι μαθητές του έκαναν το ίδιο, διαδίδοντας τα έργα του Πλάτωνα στην πατρίδα τους.

Η δημοσίευση των έργων του Αριστοτέλη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αριστοτέλης εξέδιδε ο ίδιος τα έργα του, τα οποία αντιτίθεντο των απόψεων του Ισοκράτη. Τουλάχιστον αυτό υποθέτουμε από το αναφερόμενο του Κικέρωνα, ότι δηλαδή ο Κηφισόδωρος, ένας μαθητής του Ισοκράτη διαμαρτύρεται, επειδή ο Αριστοτέλης εξέδωσε ένα βιβλίο με Ελληνικά αποφθέγματα. Ο Κηφισόδωρος λέει ότι αυτή είναι αντάξια απασχόληση για έναν φιλόσοφο. Ο Αριστοτέλης συνέγραψε το μέγιστο μέρος των έργων του κατά την δεύτερη παραμονή του στην Αθήνα και με την οικονομική βοήθεια του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο Αλέξανδρος απευθύνεται στον Αριστοτέλη σε μια επιστολή του, λέγοντάς του: «δεν έκανες καλά που δημοσίευσες τα "ακροαματικά", διότι τώρα πώς εγώ θα ξεχωρίζω στη γνώση από τους άλλους; », ενώ ο Αριστοτέλης προσπαθεί να τον κατευνάσει απαντώντας του με τα λόγια: «μη φοβάσαι, ακόμα και αν τα δημοσίευσα, κατανοητά είναι μόνο για τους μαθητές μου».

Η δημοσίευση των έργων του Ηροδότου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ηρόδοτος ήταν πολύ δημοφιλής και τα έργα του πολύ διαδεδομένα. Ο ίδιος παρουσίασε τα αποτελέσματα της εργασίας του σε δημόσιες αναγνώσεις, από τις οποίες είναι γνωστές τέσσερις: από μία στην Ολυμπία, στην Αθήνα, στην Κόρινθο και στις Θήβες. Το έργο του διαδόθηκε σύντομα και σε όλη την γνωστή Ελλάδα. Ένας από τους πιο ένθερμους οπαδούς του ήταν ο δωδεκάχρονος Θουκυδίδης, ο οποίος παίρνοντας μέρος στις αναγνώσεις του Ηροδότου αποφάσισε ένθερμα να γίνει και αυτός ιστορικός, ενώ στενοί φίλοι του ήταν ο Σοφοκλής, ο Περικλής και άλλοι που σίγουρα διέδωσαν τα έργα του.

Η δημοσίευση των έργων του Θουκυδίδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ποιος ήταν ο εκδότης των έργων του Θουκυδίδη δεν είναι ακριβώς γνωστό, αφού τα έργα του Θουκυδίδη δεν αναφέρονται από τον Πλάτωνα ή τον Αριστοτέλη ή άλλους ρήτορες της Αθήνας. Ο Δημοσθένης λέγεται ότι συνέταξε οκτώ αντίγραφα[2], ενώ μια από τις θυγατέρες του Θουκυδίδη έγραψε το όγδοο βιβλίο του και ο Ξενοφών μάλλον το δημοσίευσε σε μεγάλο αριθμό αντιγράφων.

Βιβλιοθήκες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός από του Πεισιστράτου, γνωστές είναι οι βιβλιοθήκες του Πολυκράτη του Σάμιου, του Ευκλείδη, του Νικοκράτου του Κυπρίου, των Βασιλιάδων της Περγάμου, του ποιητή Ευριπίδη, του φιλόσοφου Αριστοτέλη, και του Νηλέα, ο οποίος διέσωσε την βιβλιοθήκη του Αριστοτέλη παραχωρώντας την με την σειρά του στον Πτολεμαίο Φιλάδελφο, ο οποίος τα έστειλε στην Αλεξάνδρεια μαζί με άλλα βιβλία από την Αθήνα και την Ρόδο.

Η βιβλιοθήκη του Πεισιστράτου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτη παρουσιάζεται η βιβλιοθήκη του Πεισιστράτου, τυράννου των Αθηνών. Ο Πεισίστρατος διατηρούσε την πρώτη και μεγαλύτερη βιβλιοθήκη της εποχής του. Σημαντική συμβολή της βιβλιοθήκης του ήταν η καταγραφή και διάσωση των Ομηρικών επών όπως έχουν φτάσει μέχρι την εποχή μας. Το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής ήταν έργα Ελλήνων ποιητών, που από τότε και μετά έγιναν αναπόσπαστο μέρος κάθε συλλογής. Στην βιβλιοθήκη του Πεισιστράτου εργάζονταν γνωστοί λόγιοι της εποχής του. Αν και δεν έχουν διασωθεί τα ονόματα όλων, ξέρουμε ότι ανάμεσά του ήταν ο Κόγχυλος, ο Ονομάκρυτος ο Αθηναίος, ο Ζόπυρος από την Ηράκλεια, ο Ορφέας από τον Κρότωνα, οι οποίοι είχαν άριστες επιδόσεις στην ορφική ποίηση και ήταν οι καταλληλότεροι για την συγγραφική αυτή εργασία. Οι συγγραφείς αυτοί συγκέντρωσαν, κατέγραψαν και παρήγαγαν αρκετά αντίγραφα των έργων του Ομήρου, διαδίδοντάς τα και σχηματίζοτας με αυτό τον τρόπο την βάση για τις Ομηρικές σπουδές της Αλεξανδρινής εποχής. Ο Πεισίστρατος επίσης διέσωσε τα έργα του Ησιόδου, υπό την συνεργασία του Κέκρωπα από την Μίλητο. Μετά την πτώση της Αθήνας, ο Ξέρξης μετέφερε ολόκληρη την βιβλιοθήκη του Πεισιστράτου στην Περσία, ενώ αργότερα, ο Σέλευκος Α' Νικάτωρ την επανέφερε στην Αθήνα.

Η βιβλιοθήκη του Ευριπίδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ευριπίδης διατηρούσε μια ογκώδη βιβλιοθήκη, με έργα της εποχής του και αρχαιότερα. Συμπεριλάμβανε και έργα του Αναξαγόρα. Αναφορές βρίσκουμε στον Αριστοφάνη. Αν και δεν ήταν εύπορος, ο Ευριπίδης είχε στην διάθεσή τον σκλάβο Κεφησόφων, ο οποίος όχι μόνο τον εξυπηρετούσε στο νοικοκυριό του σπιτιού, αλλά λάμβανε ενεργό μέρος στην πνευματική εργασία του Ευριπίδη και του αντέγραφε τα βιβλία.

Η βιβλιοθήκη του Πλάτωνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πλάτων λένε ότι πήρε ένα δώρο ογδόντα ταλάντων από τον Διονύσιο, και από αυτά πλήρωσε για τα τρία βιβλία του Φιλόλαου που του αγόρασε ο Δίων στην Σικελία εκατό μνες, κατά άλλους τρία Αθηναϊκά τάλαντα.

Η βιβλιοθήκη της Περγάμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η βιβλιοθήκη της Περγάμου περιελάμβανε 200.000 έργα. Ο Μάρκος Αντώνιος τα χάρισε όλα στην Κλεοπάτρα.

Η βιβλιοθήκη του Αριστοτέλη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πλάτων ανέφερε το σπίτι του Αριστοτέλη με τα λόγια «οίκος αναγνώστου». Η βιβλιοθήκη του Αριστοτέλη είχε όλα τα σημαντικά έργα της εποχής του. Ήταν ταξινομημένη ανά επιστημονικό κλάδο. Λέγεται ότι ο όγκος της ήταν 44 μυριάδες στοίχοι, άλλοι αναφέρουν ότι ήταν χίλια συγγράμματα, άλλοι αναφέρουν πως ήταν τετρακόσια βιβλία. Όπως μας λένε ο Στράβων και ο Πλούταρχος, η βιβλιοθήκη του Αριστοτέλη πουλήθηκε στον Θεόφραστο, μετά στον Νηλέα, του οποίοι οι κληρονόμοι τα έθαψαν για να μην πέσουν στα χέρια των ληστών. Μετά από κάποιον καιρό και αφού είχαν πάθει ζημιά από την υγρασία, τα πούλησαν έναντι «πολλών αργυρίων» στον Αθηναίο Απελλικό. Μετά τον θάνατο του Απελλικού και την πτώση της Αθήνας, ο Ρωμαίος Σύλλας τα έστειλε στην Ρώμη, όπου ο Τυράνιος και άλλοι βιβλιοπώληδες έκαναν αντίγραφα.

Προφανώς όμως, ο Πτολεμαίος είχε προλάβει να αγοράσει τα πιο πολύτιμα βιβλία της βιβλιοθήκης του Αριστοτέλη και του Θεόφραστου, αφήνοντας μερικά χειρόγραφα στον Νηλέα, πριν αυτός πεθάνει.

Η βιβλιοθήκη του Ευθυδήμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ευθύδημος ήταν ένας νεαρός Αθηναίος, που είχε μια αξιοζήλευτη βιβλιοθήκη. Πίστευε ότι ήταν πολύ σοφός, αφού είχε τόσα πολλά βιβλία, μέχρις ότου περί το 419 π.Χ. γνώρισε τον Σωκράτη και αντιλήφθηκε ότι η αλήθεια ήταν διαφορετική. Η βιβλιοθήκη του όμως ήταν φημισμένη, γιατί περιείχε μια ολόκληρη συλλογή του Ομήρου και άλλων ποιητών, ενώ ο Ευθύδημος συνεχώς την επέκτεινε.

Η βιβλιοθήκη του Κλεάρχου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κλέαρχος ήταν Τύραννος της Ηράκλειας του Πόντου. Η συλλογή του συγκαταλεγόταν στις πιο φημισμένες της εποχής του. Είχε διαμείνει στην Αθήνα και ήταν μαθητής του Πλάτωνα, ενώ παρακολούθησε για διάστημα τεσσάρων ετών την διδασκαλία του Ισοκράτη.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Διογ. Λ. ΙΙΙ, 66: ώσπερ Αντίγονός φησιν ο Καρύστιος εν τω περί Ζήνωνος, νεωστί εκδοθέντα εί τις ήθελεν αναγνώσαι μισθόν ετέλει τοις κεκτημένοις.
  2. Luc. adv. ind. c. 9

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]