Πένταθλον

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μουσειακό αντίγραφο από ένα χάλκινο δίσκο με επιγραφή: ως ανάθημα στον Δία από τον Ασκληπιάδη της Κορίνθου, νικητή του πεντάθλου στην 255η Ολυμπιάδα (Γλυπτοθήκη του Μονάχου, το πρωτότυπο είναι στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Ολυμπίας)

Το Πένταθλον (Νέα Ελληνικά: πένταθλο) ήταν ένα αγώνισμα των αρχαίων Ολυμπιακών αγώνων, καθώς και άλλων Πανελλήνιων αγώνων στην Αρχαία Ελλάδα.

Το όνομά του προέρχεται από το συνδυασμό των λέξεων πέντε και άθλος (άθλημα). Πέντε αθλήματα που αρχικά διεξάγονταν σε μία ημέρα, ξεκινώντας από το άλμα εις μήκος, στη συνέχεια ο ακοντισμός και η δισκοβολία, ακολουθούσε το στάδιον (ένας αγώνας σπριντ) και τελείωνε με την πάλη. Οι πενταθλητές θεωρήθηκαν ότι είναι μεταξύ των πιο ειδικευμένων αθλητών, και η εκπαίδευσή τους ήταν συχνά μέρος της στρατιωτικής θητείας, διότι πίστευαν ότι κάθε ένα από τα πέντε αυτά αγωνίσματα ήταν χρήσιμο στη μάχη. Υπήρξε ο πρώτος τεκμηριωμένος τύπος του πεντάθλου (ένας διαγωνισμός που αποτελείται από πέντε διακριτά αθλήματα) και ήταν ο προάγγελος για όλες τις διοργανώσεις αυτού του τύπου, στις οποίες και δανείζει το όνομά του.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά στην 18η Αρχαία Ολυμπιάδα περίπου το 708 π.Χ.,[1] και άλλαξε μορφή αρκετές φορές. Με την 77η Αρχαία Ολυμπιάδα, το πένταθλο ταξινομήθηκε γενικά σε τρία τμήματα: ο τριαγμός με άλμα, ακοντισμό και δισκοβολία, το στάδιον με αγώνα δρόμου, και η πάλη ως η τελική εκδήλωση. Τα τρία πρώτα αθλήματα ήταν μέρος μόνο του διαγωνισμού του πεντάθλου και γενικά δεν τα θεωρούσαν ως μεμονωμένα αθλήματα.[2]

Είναι ασαφές κατά πόσον ο νικητής του πεντάθλου που επέλεγαν, ήταν ο νικητής και των πέντε αθλημάτων, ή ίσως αυτός που ανακηρύχθηκε νικητής τριών εξ αυτών. Ομοίως, οι ιστορικοί είναι αβέβαιοι ως προς το πώς διαγωνίζονταν στην πάλη και πώς επέλεγαν τον νικητή της.

Η μεγάλη ποικιλία των δεξιοτήτων που απαιτούνται για να ανταγωνιστεί κάποιος στο άθλημα αυτό σήμαινε ότι το σώμα των πενταθλητών ήταν ένα δείγμα φυσικού σώματος σε μεγάλη εκτίμηση.[3] Στην Ρητορική του, ο Αριστοτέλης παρατήρησε:

κάλλος δὲ ἕτερον καθ᾽ ἑκάστην ἡλικίαν ἐστίν. νέου μὲν οὖν κάλλος τὸ πρὸς τοὺς πόνους χρήσιμον ἔχειν τὸ σῶμα τούς τε πρὸς δρόμον καὶ πρὸς βίαν, ἡδὺν ὄντα ἰδεῖν πρὸς ἀπόλαυσιν: διὸ οἱ πένταθλοι κάλλιστοι, ὅτι πρὸς βίαν καὶ πρὸς τάχος ἅμα πεφύκασιν: ἀκμάζοντος δὲ πρὸς μὲν πόνους τοὺς πολεμικούς, ἡδὺν δ᾽ εἶναι δοκεῖν μετὰ φοβερότητος: γέροντος δὲ πρὸς μὲν πόνους τοὺς ἀναγκαίους ἱκανόν, ἄλυπον δὲ διὰ τὸ μηδὲν ἔχειν ὧν τὸ γῆρας λωβᾶται.

—Αριστοτέλης, Ρητορική (βιβλ. 1, κεφ. 5, στ. 12)

Αθλήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στους Ολυμπιακούς Αγώνες, η πάλη πραγματοποιούταν σε ένα σκάμμα με άμμο έξω από τον Ναό του Δία, ενώ όλα τα άλλα αθλήματα πραγματοποιούνταν στο στάδιο της Ολυμπίας, από την οποία πήραν και το όνομά τους οι αγώνες. Η πάλη και η δισκοβολία ουσιαστικά εξακολουθούν να έχουν την ίδια βασική μορφή και στις σύγχρονες εκδόσεις τους (αν και η τρέχουσα τεχνική και οι κανόνες τους μπορεί να διαφέρουν). Ωστόσο, η δισκοβολία διεξαγόταν πάνω σε ένα υπερυψωμένο βάθρο, και όχι όπως αργότερα στο πεδίο του εδάφους.

Στον ακοντισμό χρησιμοποιούσαν ένα δερμάτινο λουρί (ιμάντας), που ονομαζόταν αγκύλη, αντί του να κρατά ο αθλητής τον άξονα του ακοντίου. Το στάδιον ήταν ένα σπριντ περίπου 200 γιάρδων (ή περίπου 180 μέτρων), δηλαδή ήταν περισσότερο από το σύγχρονο σπριντ των 100 μέτρων, αλλά το μικρότερο από όλα τα άλλα αρχαία αγωνίσματα δρόμου.

Το άλμα εις μήκος είναι ίσως το πιο ασυνήθιστο, σε σχέση με τη σύγχρονη έκδοσή του στο στοίβο. Ο άλτης του μήκους χρησιμοποιούσε βάρη που ονομάζονταν αλτήρες για να ωθήσει τον εαυτό του μακρύτερα από το σημείο που στεκόταν, ενώ το άλμα του, πιθανότατα αποτελείτο από πέντε ξεχωριστά άλματα, και έτσι μοιάζει περισσότερο με το σύγχρονο άλμα τριπλούν. Διαφορετικά, οι αποστάσεις των γνωστών αλμάτων (τα οποία συχνά ήταν στα 50 πόδια μήκος) φαίνεται να είναι αδύνατα.

Οι αθλητές στις ρίψεις ακοντίου και δίσκου έριχναν από πέντε φορές ο κάθε ένας και μόνο η μεγαλύτερη ρίψη τους μετρούσε. Είναι πιθανό και το άλμα εις μήκος να επιχειρούταν επίσης για πέντε φορές. Στους παραδοσιακούς αυτούς αγώνες οι αθλητές, σε όλα τα αγωνίσματα, ήταν κατά παράδοση γυμνοί.

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]