Θεοδώρα (αυτοκράτειρα)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Θεοδώρα (6ος αιώνας))
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Θεοδώρα
Meister von San Vitale in Ravenna 008.jpg
Η Θεοδώρα από μωσαϊκό του Αγ. Βιταλίου στη Ραβέννα
Βυζαντινή αυτοκράτειρα
Περίοδος εξουσίας
9 Αυγούστου 527 - 28 Ιουνίου 548
Προκάτοχος Ευφημία
Διάδοχος Σοφία
Γέννηση 500
Αμμόχωστος, Κύπρος
Θάνατος 28 Ιουνίου 548 (48 ετών)
Κωνσταντινούπολη
Τόπος ταφής Ναός των Αγίων Αποστόλων (Κωνσταντινούπολη)
Πατέρας Ακάκιος
Μητέρα Θεοδώρα
Σύζυγος Ιουστινιανός Α´
Επίγονοι Ιωάννης
Θεοδώρα
Η Θεοδώρα στο Κολοσσαίο. Ελαιογραφία από τον Jean-Joseph Benjamin-Constant, 190ος αιώνας
Η αυτοκράτειρα Θεοδώρα σε νόμισμα
Το άρθρο αφορά την Αυτοκράτειρα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, του 6ου αιώνα. Για άλλες γυναίκες με το ίδιο όνομα, δείτε: Θεοδώρα

Η Θεοδώρα (περ. 500 - 28 Ιουνίου 548) ήταν η σύζυγος του Βυζαντινού αυτοκράτορα Ιουστινιανού. Φέρεται ως μία από τις διασημότερες γυναίκες στην παγκόσμια ιστορία και η διασημότερη αυτοκράτειρα του Βυζαντίου η οποία εξακολουθεί μέχρι σήμερα να κεντρίζει το ενδιαφέρον των ιστορικών μελετητών, καλλιτεχνών και αναγνωστικού κοινού.

Περί Προκοπίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για τα πρώτα χρόνια της ζωής της οι πληροφορίες προέρχονται από τα «Ανέκδοτα» ή «Απόκρυφη Ιστορία» του Προκόπιου, του επίσημου ιστορικού του Αυτοκράτορα, που δεν τόλμησε ούτε ο ίδιος να δημοσιεύσει, γνωρίζοντας βέβαια τι θα τον περίμενε. Για τον Προκόπιο, η Θεοδώρα αποτελούσε την ενσάρκωση της λαγνείας, της αδιαντροπιάς, της ακολασίας και της σκληρότητας (αφού έγινε αυτοκράτειρα), δηλαδή ούτε λίγο, ούτε πολύ ένα σκάνδαλο με συνεχή εξέλιξη. Μια πόρνη που έγινε Αυτοκράτειρα.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Θεοδώρα φέρεται να γεννήθηκε στην Αμμόχωστο. Αν και προερχόταν από τα κατώτατα στρώματα της βυζαντινής κοινωνίας, και όχι από εκλεκτή οικογένεια της Κωνσταντινούπολης, ανέβηκε στο ψηλότερο σκαλοπάτι της εξουσίας και άσκησε ισχυρή επιρροή στον Ιουστινιανό. Πατέρας της ήταν ο Ακάκιος, αρκοτρόφος (θηριοφύλακας) των Πρασίνων στον ιππόδρομο. Πεθαίνοντας άφησε τρεις κόρες, την Κομιτώ, τη Θεοδώρα και την Αναστασία. Όταν οι Πράσινοι έδωσαν τη θέση του Ακάκιου σε κάποιον άλλον, τις περιμάζεψαν οι Βένετοι, γοητευμένοι από την ικεσία των κοριτσιών που καθοδηγούσε επιδέξια η μητέρα τους, Έτσι η Θεοδώρα από πολύ μικρή συμμετείχε σε κωμικές παραστάσεις χαμηλού επιπέδου και σύμφωνα με τα λεγόμενα του Προκόπιου ήταν εταίρα.
Αργότερα γνώρισε τον Εκηβόλο (ή Εκηβόλιο), ανώτερο κρατικό υπάλληλο από την Τύρο, και όταν αυτός διορίστηκε διοικητής Πενταπόλεως τον ακολούθησε στην Κυρηναϊκή. Διωγμένη από τον εραστή της βρέθηκε στην Αλεξάνδρεια και από εκεί επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου εγκατέλειψε την παλιά της ζωή. Τότε τη γνώρισε ο Ιουστινιανός και την ερωτεύτηκε. Την ανύψωσε στο αξίωμα της πατρικίας, δεν μπορούσε όμως να την παντρευτεί εξαιτίας της σφοδρής αντίδρασης που προέβαλλε η αυτοκράτειρα Ευφημία. Μόνο μετά το θάνατό της μπόρεσε να πείσει το θείο του, τον αυτοκράτορα Ιουστίνο, να καταργήσει τον παλαιό νόμο που απαγόρευε το γάμο συγκλητικού με ηθοποιό. Όταν ο Ιουστινιανός έγινε αυτοκράτορας την συμβουλευόταν συχνά και όλοι οι αξιωματούχοι του κράτους όφειλαν να δίνουν όρκο πίστεως τόσο στον ίδιο όσο και στη σύζυγό του. Η επιρροή της αυτή επίσης κατακρίθηκε έντονα από τον Προκόπιο.

Η Θεοδώρα στάθηκε πολύτιμη σύντροφος στο πλευρό του Ιουστινιανού. Με την αποφασιστική στάση της τον εμψύχωσε στα γεγονότα της Στάσης του Νίκα και τον απέτρεψε από την ιδέα να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη. Ήταν πάντα αφοσιωμένη στους φίλους της, όπως ο στρατηγός Ναρσής, δεν συγχωρούσε όμως όσους θεωρούσε απειλή για την επιρροή της. Θύμα της ήταν ο Ιωάννης Καππαδόκης, ο οποίος παρά τις ικανότητές του και τις υπηρεσίες που είχε προσφέρει στο αυτοκρατορικό ταμείο έχασε το 541 τη θέση του. Σ' αυτήν αποδίδονται διατάξεις της νομοθεσίας του Ιουστινιανού υπέρ των γυναικών, όπως αυτή που απαγόρευε την πώληση προικώων ακινήτων. Στη Θεοδώρα επίσης αποδίδεται η ίδρυση ενός οίκου για πρώην εταίρες.

Λιγότερο αποτελεσματική υπήρξε η παρέμβασή της στα εκκλησιαστικά πράγματα. Η Θεοδώρα κατά το διάστημα της παραμονής της στην Αλεξάνδρεια ήρθε σε επαφή με μονοφυσιτικούς κύκλους και περιέβαλλε με την προστασία της ηγετικές μορφές του μονοφυσιτισμού όπως ο Σεβήρος Αντιοχείας και ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεοδόσιος. Όταν ο τελευταίος καθαιρέθηκε από το θρόνο του, η Θεοδώρα τον φιλοξένησε στην πρωτεύουσα σε κάποιο από τα παλάτια της και του επέτρεψε να χειροτονήσει μονοφυσίτες επισκόπους οι οποίοι στάλθηκαν στην Ανατολή. Ένας απ’ αυτούς, ο Ιάκωβος Βαραδαίος, περιπλανήθηκε στις ανατολικές επαρχίες και θεωρείται ιδρυτής της Συριακής Ορθόδοξης Εκκλησίας (Ιακωβιτική Εκκλησία).

Η Θεοδώρα πέθανε το 548 μ.Χ και τάφηκε στην εκκλησία των Αγίων Αποστόλων. Το μονόγραμμά της είναι χαραγμένο στα κιονόκρανα της Αγίας Σοφίας και η μορφή της μαζί με του Ιουστινιανού έχει αποτυπωθεί στο λαμπρό ψηφιδωτό του Αγίου Βιταλίου της Ραβέννας.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος Ζ', σ. 153 (Εκδοτική Αθηνών)
  • Αικατερίνης Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ιστορία, τόμος Α', σ. 254
  • Προκοπίου, Ανέκδοτα ή Απόκρυφη Ιστορία, μετάφρ. Αλόης Σιδέρη, εκδ. ΑΓΡΑ