Κτησιφών (πόλη)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Κτησιφών ήταν πόλη στην καρδιά της αρχαίας Βαβυλωνίας η οποία ιδρύθηκε κατά την ελληνιστική εποχή, ήταν για μια ολόκληρη χιλιετία η διάσημη πρωτεύουσα του Παρθικού βασιλείου των Αρσακιδών και της Περσικής Αυτοκρατορίας των Σασσανιδών. Μια από τις μεγαλύτερες πόλεις της Μεσοποταμίας κτισμένη στην αριστερή όχθη του ποταμού Τίγρη απέναντι από την επί Τίγρητει Σελεύκεια και 35 χιλιόμετρα νοτιανατολικά της Βαγδάτης, τα ερείπια της βρίσκονται σήμερα στο Ιρακινό κυβερνείο της Βαγδάτης.

Η ίδρυση της πόλης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υποστηρίζεται ότι, είτε κτίστηκε από τον Σέλευκο Α΄ (ταυτόχρονα με την ίδρυση της Σελεύκειας), είτε από κάποιον Κτησιφώντα, αμέσως μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ίσως η ονομασία της πόλης να υπήρξε εξέλιξη του παλαιότερου ελληνικού τύπου Θεσιφών ή Εθεσιφών. Κάτω από την Κτησιφώντα υπήρχε η παλαιότερη πόλη της Ώπιδος, όπου ο Μέγας Αλέξανδρος λέγεται ότι εξεφώνησε λόγο το 324 π.Χ. Εντούτοις στο βιβλίο του Έσδρα στην Παλαιά Διαθήκη, η πόλη απαντά με το εγχώριο όνομα Kasfia/Casphia (που ετυμολογικά συσχετίζεται με την Κασπία θάλασσα).

Κατά την ελληνιστική περίοδο οι Σελευκίδες την έκαναν προάστιο της μεγαλούπολής τους Σελεύκειας. Ο ιστορικός Πολύβιος ο Μεγαλοπολίτης, αναφερόμενος στην αποστασία του σατράπη Μόλωνα από τον Σελευκίδη Αντίοχο Γ΄ (222 π.Χ.), προσθέτει ότι ο πρώτος επεχείρησε στην αρχή να καταλάβει την Σελεύκεια, αλλά ο Σελευκίδης στρατηγός Ζεύξις του ανέκοψε την πορεία. Στη συνέχεια ο στασιαστής κατέφυγε εἰς τὴν ἐν τῇ Κτησιφῶντι λεγομένῃ στρατοπεδείαν, πράγμα που αναδεικνύει τη σημασία της Σελευκιδικής Κτησιφώντος ως οχυρού της περιοχής. Κατά το 141 π.Χ. οι Πάρθοι κυρίευσαν την πόλη και την κατέστησαν θερινή πρωτεύουσά τους. Εξαίρεση απετέλεσε το διάστημα 131 -129 π.Χ. που η πόλη ανακαταλήφθηκε από τον Αντίοχο Ζ΄ Σιδήτη. Γενικά οι Πάρθοι και στην συνέχεια οι Σασσανίδες Πέρσες κόσμησαν την πόλη, η οποία κατά τον 6ο αιώνα θεωρήθηκε η πολυπληθέστερη στον κόσμο.

Η Κτησιφών πρωτεύουσα των Πάρθων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Πάρθοι βασιλείς της δυναστείας των Αρσακιδών μετέφεραν από τα πρώτα χρόνια στην Κτησιφών την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας τους από την Εκατόμπυλο όταν κατέκτησαν την πόλη, κατάλαβαν από την αρχή την μεγάλη σημασία της Κτησιφώντος λόγω της θέσης της στο σταυροδρόμι για τους δρόμους του μεταξιού στην Κίνα. Ανακηρύχθηκε κατοικία και διοικητικό κέντρο των Πάρθων βασιλέων από την εποχή του βασιλιά Μιθριδάτη Α' ως την πτώση της Παρθικής δυναστείας από την αυτοκρατορία των Σασσανιδών το 224 αλλά λεηλατήθηκε πολλές φορές στο διάστημα αυτό από τους Ρωμαίους αυτοκράτορες. Ο Τραϊανός κυρίευσε πρώτος την Κτησιφώντα το καλοκαίρι του 116 παίρνοντας σαν λάφυρα την ίδια την κόρη του βασιλιά Οσρόη Α' και τον χρυσό θρόνο των Πάρθων,έναν χρόνο αργότερα ο διάδοχος του Τραιανού Αδριανός αναγκάστηκε να την εκκενώσει χάρη της Ρωμαιο - Παρθικής ειρήνης. Λεηλατήθηκε μέσα στον ίδιο αιώνα άλλες δυο φορές το 165 από τον Ρωμαίο στρατηγό Αβίδιο Κάσσιο και το 198 απο τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Σεπτίμιο Σεβήρο ο οποίος εξόρυξε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της πόλης στα σκλαβοπάζαρα την εποχή του Πάρθου βασιλιά Βολογήση Ε'. Η ιστορία της Παρθικής Κτησιφώντος τελείωσε το 224 με την ήττα του τελευταίου Πάρθου βασιλιά Αρταβάνου Ε' απο τον Αρταξία Α' ιδρυτή της αυτοκρατορίας των Σασσανιδών.

Η Κτησιφών πρωτεύουσα των Σασσανιδών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βασιλιάς Αρταξίας Α' ιδρυτής της αυτοκρατορίας των Σασσανιδών μόλις ανέτρεψε την Παρθική δυναστεία το 226 στέφθηκε στην Κτησιφώντα νέος Πέρσης βασιλιάς και στην συνέχεια ανακήρυξε την πόλη πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας του για τον ίδιο και τους διαδόχους του. Η Κτησιφών παρέμεινε πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας των Σασσανιδών ως την πτώση της δυναστείας από τους Άραβες το 637 και την μουσουλμανική κατάκτηση της Περσίας. Οι Σασσανίδες έκαναν την Κτησιφώντα μεγάλη μητρόπολη κτίζοντας πολλές δορυφορικές πόλεις ή προάστια κατά μήκος του ποταμού Τίγρη, συνδέθηκε οδικά με όλες τις πόλεις της Περσίας με σύγχρονο οδικό δίκτυο από το 570 ως την πτώση της το 637 ήταν η μεγαλύτερη πόλη στον κόσμο. Όταν ανέλαβαν τα ηνία του Ιράν οι Σασσανίδες η Κτησιφών κατέστη λόγω του πλούτου και της θέσης της επιβλητική πόλη περισσότερο ακόμα και από τη Ρώμη, οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες δεν θα μπορούν πλέον να την λεηλατούν συνέχεια όπως έκαναν την εποχή των Αρσακιδών, αυτό έγινε μονάχα μια φορά από τον Γαλέριο. Το 295 μ.Χ. ο Γαλέριος σε μάχη ταπεινώθηκε έξω από την πόλη από τους Πέρσες, επιστρέφοντας δριμύτερος επέτυχε σε βάρος τους μια φοβερή νίκη το 296 σε ανάμνηση της οποίας έκτισε την περίφημη αψίδα του στην Θεσσαλονίκη. Μολονότι κατέλαβε την Κτησιφώντα την επέστρεψε στον Σασσανίδη βασιλιά Ναρσή σε αντάλλαγμα για την Αρμενία.

Ήδη κατά το 325 και το 410 μ.Χ., στην ελληνική παροικία της πόλης, πραγματοποιούνταν οι Σύνοδοι της Ασσυριακής Εκκλησίας της Ανατολής (Νεστοριανοί). Έξω από τα τείχη της σασσανιδικής πρωτεύουσας ο Βυζαντινός αυτοκράτωρ Ιουλιανός ο Παραβάτης σκοτώθηκε σε μάχη εναντίον του Σαπώρ Β΄. Το 627 ο αυτοκράτωρ Ηράκλειος, μετά τη νίκη του στη Νινευή, κατέλαβε την Κτησιφώντα, την επέστρεψαν στους Πέρσες όταν αποδέχθηκαν τους όρους του νικητή.

Η πτώση στους Άραβες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη καταστράφηκε το 637 μ.Χ. από τους Άραβες κατακτητές του Sa'ad ibn Abi Waqqas που όμως δεν πείραξαν τον πληθυσμό της, τα ανάκτορα κάηκαν και οι αμύθητοι βασιλικοί θησαυροί έπεσαν στα χέρια των Αράβων. Από τότε η πόλη άρχισε να παρακμάζει και όταν στις 30 Ιουλίου του 762 ιδρύθηκε από τον χαλίφη Αλ Μανσούρ η Βαγδάτη η Κτησιφών κατέστη πόλη-φάντασμα. Έξω από τα ερείπια της πόλης, οι Τούρκοι νίκησαν τα στρατεύματα της Βρεττανικής αυτοκρατορίας τον Νοέμβριο του 1915, κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Κτησιφών θεωρείται ότι αποτέλεσε την έμπνευση για την μυθιστορηματική πόλη Isbanir στο έργο Χίλιες και μία νύχτες.