Κτησιφών (πόλη)
Η Κτησιφών ήταν πόλη στην καρδιά της αρχαίας Βαβυλωνίας η οποία ιδρύθηκε κατά την ελληνιστική εποχή ενώ αργότερα διετέλεσε πρωτεύουσα του Παρθικού βασιλείου και της Περσικής Αυτοκρατορίας των Σασσανιδών. Ήταν κτισμένη στην αριστερή όχθη του ποταμού Τίγρη απέναντι από την επί Τίγρητει Σελεύκεια και 35 χιλιόμετρα νοτιανατολικά της Βαγδάτης.
Υποστηρίζεται ότι, είτε κτίστηκε από τον Σέλευκο Α΄ (ταυτόχρονα με την ίδρυση της Σελεύκειας), είτε από κάποιον Κτησιφώντα, αμέσως μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ίσως η ονομασία της πόλης να υπήρξε εξέλιξη του παλαιότερου ελληνικού τύπου Θεσιφών ή Εθεσιφών. Κάτω από την Κτησιφώντα υπήρχε η παλαιότερη πόλη της Ώπιδος, όπου ο Μέγας Αλέξανδρος λέγεται ότι εξεφώνησε λόγο το 324 π.Χ. Εντούτοις στο βιβλίο του Έσδρα στην Παλαιά Διαθήκη, η πόλη απαντά με το εγχώριο όνομα Kasfia/Casphia (που ετυμολογικά συσχετίζεται με την Κασπία θάλασσα).
Κατά την ελληνιστική περίοδο οι Σελευκίδες την έκαναν προάστιο της μεγαλούπολής τους Σελεύκειας. Ο ιστορικός Πολύβιος ο Μεγαλοπολίτης, αναφερόμενος στην αποστασία του σατράπη Μόλωνα από τον Σελευκίδη Αντίοχο Γ΄ (222 π.Χ.), προσθέτει ότι ο πρώτος επεχείρησε στην αρχή να καταλάβει την Σελεύκεια, αλλά ο Σελευκίδης στρατηγός Ζεύξις του ανέκοψε την πορεία. Στη συνέχεια ο στασιαστής κατέφυγε εἰς τὴν ἐν τῇ Κτησιφῶντι λεγομένῃ στρατοπεδείαν, πράγμα που αναδεικνύει τη σημασία της Σελευκιδικής Κτησιφώντος ως οχυρού της περιοχής. Κατά το 141 π.Χ. οι Πάρθοι κυρίευσαν την πόλη και την κατέστησαν θερινή πρωτεύουσά τους. Εξαίρεση απετέλεσε το διάστημα 131 -129 π.Χ. που η πόλη ανακαταλήφθηκε από τον Αντίοχο Ζ΄ Σιδήτη. Γενικά οι Πάρθοι και στην συνέχεια οι Σασσανίδες Πέρσες κόσμησαν την πόλη, η οποία κατά τον 6ο αιώνα θεωρήθηκε η πολυπληθέστερη στον κόσμο.
Η στρατηγική θέση της πόλης άνοιξε σύντομα τις ορέξεις των Ρωμαίων. Κατά τους Παρθικούς πολέμους του Τραϊανού, η Κτησιφών έπεσε στα χέρια του το 116 μ.Χ. Ένα χρόνο αργότερα ο διάδοχός του Αδριανός την εκκένωσε εκούσια, ως μέρος της ρωμαιοπαρθικής ειρήνης. Σε έναν άλλο παρθικό πόλεμο του 164, ο Ρωμαίος στρατηγός Αβίδιος Κάσσιος κατέλαβε την παρθική πρωτεύουσα, αλλά σύντομα την άφησε στους προκατόχους της, όταν η ειρήνη με τους Πάρθους άρχιζε να διασαλεύεται. Αργότερα ο Ρωμαίος αυτοκράτωρ Σεπτίμιος Σεβήρος λεηλάτησε την Κτησιφώντα (197 μ.Χ.) και χιλιάδες κάτοικοί της πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα.
Με το που ανέλαβαν τα ηνία του Ιράν οι Σασσανίδες, η Κτησιφών κατέστη, λόγω του πλούτου και της θέσης της, περισσότερο προκλητική για τη Ρώμη. Πράγματι το 295 μ.Χ. ο Γαλέριος σε μάχη ταπεινώθηκε έξω από την πόλη από τους Πέρσες. Επιστρέφοντας δριμύτερος επέτυχε σε βάρος τους μια φοβερή νίκη το 296, σε ανάμνηση της οποίας έκτισε την περίφημη αψίδα του στην Θεσσαλονίκη. Μολονότι κατέλαβε την Κτησιφώντα, την επέστρεψε στον Σασσανίδη βασιλιά Ναρσή, σε αντάλλαγμα για την Αρμενία.
Ήδη κατά το 325 και το 410 μ.Χ., στην ελληνική παροικία της πόλης, πραγματοποιούνταν οι Σύνοδοι της Ασσυριακής Εκκλησίας της Ανατολής (Νεστοριανοί). Έξω από τα τείχη της σασσανιδικής πρωτεύουσας ο Βυζαντινός αυτοκράτωρ Ιουλιανός ο Παραβάτης σκοτώθηκε σε μάχη εναντίον του Σαπώρ Β΄. Το 627 ο αυτοκράτωρ Ηράκλειος, μετά τη νίκη του στη Νινευή, κατέλαβε την Κτησιφώντα, επιστρέφοντάς την στους Πέρσες όταν αποδέχθηκαν τους όρους του νικητή.
Η πόλη καταστράφηκε το 637 μ.Χ. από τους Άραβες κατακτητές του Sa'ad ibn Abi Waqqas που όμως δεν πείραξαν τον πληθυσμό της. Από τότε η πόλη άρχισε να παρακμάζει και, όταν στις 30 Ιουλίου του 762 ιδρύθηκε από τον χαλίφη Αλ Μανσούρ η Βαγδάτη, η Κτησιφών κατέστη πόλη-φάντασμα. Έξω από τα ερείπια της πόλης, οι Τούρκοι νίκησαν τα στρατεύματα της Βρεττανικής αυτοκρατορίας τον Νοέμβριο του 1915, κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Κτησιφών θεωρείται ότι αποτέλεσε την έμπνευση για την μυθιστορηματική πόλη Isbanir στο έργο Χίλιες και μία νύχτες.