Γκούσταβ Μάλερ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Γκούσταβ Μάλερ

Ο Γκούσταβ Μάλερ (Gustav Mahler, 7 Ιουλίου 1860 - 18 Μαΐου 1911) ήταν Αυστριακός συνθέτης της ύστερης ρομαντικής μουσικής και ένας από τους κορυφαίους διευθυντές ορχήστρας της γενιάς του. Συνέθεσε κυρίως συμφωνίες και μελοποίησε τραγούδια.

Έχει αναγνωριστεί ως ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους ύστερο - ρομαντικούς συνθέτες, αν και η μουσική του δεν έγινε ποτέ πλήρως αποδεκτή από το μουσικό καθεστώς της Βιέννης κατά τη διάρκεια της ζωής του. Τα έργα του χαρακτηρίστηκαν αρχικά ως «εκκεντρικά», ενώ κατά άλλους εξέφραζαν το γερμανικό μοντερνισμό, ωστόσο μόνο κατά την τελευταία δεκαετία της ζωής του γνώρισαν ευρύτερη απήχηση. Ο Μάλερ συνέθεσε κατά κύριο λόγο συμφωνίες και λήντερ (Lieder=τραγούδια), ωστόσο η προσέγγισή του στο τελευταίο αυτό είδος κατέστησε συχνά δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ των ορχηστρικών ειδών του Ληντ, της συμφωνίας και του συμφωνικού ποιήματος.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παιδικά και νεανικά χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μάλερ υπήρξε γόνος γερμανόφωνης οικογένειας Εβραίων Εσκενάζι, στην πόλη Καλίστχ της Βοημίας, τότε επαρχίας της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, και νυν περιοχή της Δημοκρατίας της Τσεχίας. Ήταν το δεύτερο από δεκατέσσερα παιδιά, από τα οποία μόνο τα έξι επέζησαν. Οι γονείς του Μάλερ μετακόμισαν από νωρίς στην Τζιλάβα της Μοραβίας, περιοχής η οποία επίσης ανήκει στην σημερινή Δημοκρατία της Τσεχίας. Εκεί ο Μάλερ πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Οι γονείς του, έχοντας παρατηρήσει το ταλέντο του παιδιού τους από νεαρή ηλικία, φρόντισαν ώστε να ξεκινήσει μαθήματα πιάνου από έξι ετών.

Το 1875, ο Μάλερ, σε ηλικία δεκαπέντε ετών, έγινε δεκτός στο Ωδείο της Βιέννης, όπου σπούδασε πιάνο με διδάσκαλο τον Γιούλιους Έπσταϊν, Αρμονία με τον Ρόμπερτ Φουκς, και Σύνθεση με τον Φραντς Κρενν. Τρία χρόνια αργότερα, ο Μάλερ εισήχθη στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, όπου δίδασκε ο Άντον Μπρούκνερ. Εκεί ο Μάλερ σπούδασε Ιστορία, Φιλοσοφία καθώς και Μουσική. Κατά τη διάρκεια της φοίτησής του εργάστηκε ως δάσκαλος, κι έκανε την πρώτη του σημαντική απόπειρα σύνθεσης με την καντάτα Το τραγούδι του παραπόνου (Das Klagende Lied). Με το έργο αυτό συμμετείχε σε έναν διαγωνισμό, στου οποίου την επιτροπή ήταν επικεφαλής ο Γιοχάνες Μπραμς. Ωστόσο, δεν κατάφερε να κερδίσει κάποιο βραβείο.

Ο Γκούσταβ Μάλερ σε ηλικία έξι ετών

Άνοδος της φήμης του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα 1880, ο Μάλερ ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως διευθυντή ορχήστρας, εργαζόμενος στο θερινό Θέατρο Μπαντ Χαλ. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο μουσικός εργάστηκε σε ολοένα και σημαντικότερες Όπερες της Ευρώπης, όπως στην Όπερα της Λουμπλιάνα το 1881, του Όλομουκ το 1882, της Βιέννης και του Κάσελ το 1883, της Πράγας το 1885, της Λειψίας το 1886 και της Βουδαπέστης το 1888. Το 1887, ανέλαβε επίσης να διευθύνει το έργο του Ρίχαρντ Βάγκνερ, Το δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν (Der Ring Des Nibelungen), αντικαθιστώντας τον ασθενή αρχιμουσικό Άρτουρ Νίκις και εγκαθιδρύοντας έτσι την φήμη του μεταξύ τόσο των κριτικών όσο και του κοινού. Στην συνέχεια παρουσίασε μια εκδοχή ερμηνείας της ημιτελούς όπερας του Καρλ Μαρία φον Βέμπερ, Οι Τρεις Πίντες (Die drei Pintos). Η επιτυχία αυτού του έργου τού απέφερε οικονομικές απολαβές και συνέβαλε στην άνοδο της φήμης του. Ο Μπραμς εντυπωσιάστηκε επίσης από την διεύθυνσή του στο Ντον Τζιοβάννι του Μότσαρτ. Η πρώτη μακρόχρονη εργασία του Μάλερ ήταν στην Όπερα του Αμβούργου το 1891, όπου παρέμεινε έως το 1897. Το 1895, κι ενώ ο Μάλερ βρισκόταν στο Αμβούργο, ο νεότερος αδελφός του Όθων, επίσης συνθέτης, αυτοκτόνησε σε ηλικία 21 ετών. Κατά την περίοδο 1893 έως και 1896, ο Μάλερ παραθέριζε στην περιοχή Στάινμπαχ της Βόρειας Αυστρίας, όπου αναθεώρησε την Συμφωνία Νο. 1 (που είχε πρωτοακουστεί το 1899), συνέθεσε την Συμφωνία Νο. 2, σχεδίασε την Συμφωνία Νο. 3 και έγραψε τα περισσότερα τραγούδια του από τον Κύκλο Τραγουδιών Το παιδί με το Μαγικό Κόρνο (Des Knaben Wunderhorn), βασισμένο στον περίφημο ομώνυμο κύκλο παραδοσιακών ποιημάτων.

Το 1897, ο Μάλερ σε ηλικία τριάντα επτά ετών, δέχθηκε τη θέση του αρχιμουσικού στην Όπερα της Βιέννης. Η θέση αυτή είχε το μεγαλύτερο κύρος σε ολόκληρη την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία, καθώς το συγκεκριμένο αξίωμα θεωρείτο "αυτοκρατορικό" και τελούσε υπό την προστασία του Αυστροουγγρικού νόμου, κατά συνέπεια δεν προσφερόταν σε Εβραίους. Ο Μάλερ, ο οποίος δεν υπήρξε ποτέ του ένθερμος Εβραίος, είχε εγκαίρως μεταστραφεί στον Ρωμαιοκαθολικισμό. Ως παιδί, είχε συμμετάσχει στην χορωδία της Καθολικής ενορίας του, όπου είχε λάβει και τα πρώτα μαθήματα πιάνου από τον χορωδιάρχη. Καθώς περνούσαν τα χρόνια, ο Μάλερ ένιωθε μια αυξανόμενη έλξη προς τον Καθολικισμό. Οι επιρροές αυτές είναι ιδιαίτερα αισθητές σε κάποια έργα του, όπως για παράδειγμα στον ύμνο της Συμφωνίας Νο. 8, "Veni Creator Spiritus". Παρ' όλα αυτά, στην τρίτη πράξη της Συμφωνίας Νο. 1, μπορεί κανείς να βρει αρκετά εβραϊκά στοιχεία. Στα 1899 και 1910, διηύθυνε την αναθεωρημένη εκδοχή των Συμφωνιών Νο. 2 και Νο. 4 του Ρόμπερτ Σούμαν.

Κατά την δεκαετή παραμονή του στην Όπερα της Βιέννης, ο Μάλερ μεταμόρφωσε το σχετικά συντηρητικό ρεπερτόριο της και ανύψωσε κατά πολύ το επίπεδο των καλλιτεχνικών της κριτηρίων, "επιβάλλοντας" τις επιλογές του τόσο στους καλλιτεχνικούς συντελεστές, όσο και στο κοινό. Όταν πρωτοανέλαβε ως αρχιμουσικός της Όπερας, ως πιο δημοφιλή έργα θεωρούντο το Λόενγκριν (Lohenhrin) του Ρίχαρντ Βάγκνερ, η Μανόν (Manon) του Ζυλ Μασνέ και η Καβαλερία Ρουστικάνα (Cavalleria rusticana) του Πιέτρο Μασκάνι. Ως νέος διευθυντής ορχήστρας ο Μάλερ επικεντρώθηκε σε κλασικές όπερες του Κρίστοφ Βίλιμπαλντ Γκλουκ και του Βόλφγκαγκ Αμαντέους Μότσαρτ, ενώ σε συνεργασία με τον ζωγράφο Άλφρεντ Ρόλερ (1864 - 1935) δημιούργησε σημαντικές παραγωγές για τις όπερες Φιντέλιο (Fidelio) του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, [[Τριστάνος και Ιζόλδη (Βάγκνερ)|Τριστάνος και Ιζόλδη (Tristan und Isolde) καιΤο Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν (Der Ring des Nibelungen) του Ρίχαρντ Βάγκνερ.

Επί των ημερών του Μάλερ, η Βιέννη ήταν μία από τις μεγαλύτερες πόλεις παγκοσμίως και μια από τις σημαντικότερες πρωτεύουσες της Κεντρικής Ευρώπης. Αποτελούσε το λίκνο μιας σημαντικότατης καλλιτεχνικής και διανοητικής δραστηριότητας και την γενέτειρα σημαντικών ζωγράφων όπως ο Γκούσταβ Κλιμτ και ο Έγκον Σίλε. Ο Μάλερ γνώριζε πολλούς από αυτούς τους διανοούμενους και τους καλλιτέχνες. Ο Μάλερ εργαζόταν στην Όπερα επί εννέα μήνες ετησίως, έχοντας μόνο τα καλοκαίρια ελεύθερο χρόνο για να συνθέτει. Τα καλοκαίρια εκείνα παραθέριζε κυρίως στο Μάιερνιγκ, στην περιοχή Βέρτερζεε. Σε αυτό το ειδυλλιακό τοπίο ο μουσικός συνέθεσε την πέμπτη από τις οκτώ συμφωνίες του, τα Ρύκερτληντερ (Rückertlieder), και τον κύκλο τραγουδιών Τραγούδια για τα νεκρά παιδιά (Kindertotenlieder), βασισμένα σε ποίηση του Φρίντριχ Ρύκερτ.

Ύστερη περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O Γκούσταβ Μάλερ το 1909

Τον Ιούνιο του 1901, μετακόμισε σε μια καινούρια έπαυλη στην λίμνη του Μάιερνιγκ, στην Καρινθία. Στις 9 Μαρτίου 1902, ο Μάλερ νυμφεύθηκε την Άλμα Σίντλερ (1879 - 1964), νεότερή του κατά είκοσι χρόνια και θετή κόρη του φημισμένου Βιεννέζου ζωγράφου, Καρλ Μολλ. Η Άλμα ήταν επίσης μουσικός και συνθέτης, μαθήτρια του συνθέτη Αλεξάντερ φον Τσεμλίνσκυ, με τον οποίο διέκοψε τον δεσμό που διατηρούσε καθώς δεν ήταν αποδεκτός από την οικογένειά της, για να παντρευτεί τον Μάλερ που ήταν περισσότερο διάσημος. Μετά τον γάμο της ωστόσο, ο Μάλερ της απαγόρευσε να ασχολείται δημιουργικά με την μουσική, παρ' όλο που τον βοηθούσε καθαρογράφοντας τις χειρόγραφες παρτιτούρες του. Ο Μάλερ συνήψε δεσμούς με διάφορες γυναίκες, όπως η βιολονίστρια Νάταλι Μπάουερ Λέχτερ, κατά δύο χρόνια νεότερή του, με την οποία είχαν γνωριστεί κατά την διάρκεια των σπουδών του στη Βιέννη. Ο ρόλος της Άλμα σύμφωνα με τον Μάλερ ήταν να προσαρμόζεται στις δικές του ανάγκες κι απαιτήσεις. Μαζί της απέκτησε δύο κόρες την Μαρία Άννα, η οποία πέθανε από διφθερίτιδα σε ηλικία τεσσάρων ετών και την Άννα, η οποία αργότερα έγινε γλύπτρια.

Ο θάνατος της κόρης του έκανε τον Μάλερ να καταρρεύσει ψυχολογικά. Ωστόσο τα χτυπήματα της μοίρας δεν σταμάτησαν εκεί. Τον ίδιο χρόνο ανακάλυψε ότι έπασχε από οξεία καρδιοπάθεια που τον ανάγκασε να μειώσει τις δραστηριότητές του. Στην Όπερα, η ισχυρογνωμοσύνη του σε σχέση με καλλιτεχνικά ζητήματα είχε δημιουργήσει εχθρούς, ενώ τον απασχολούσαν σοβαρά και οι επιθέσεις που δεχόταν από την αντισημιτική μερίδα του Τύπου. Η παραίτησή του από την Όπερα το 1907, δεν υπήρξε ιδιαίτερα απρόσμενη.

Η μουσική του Μάλερ προκαλούσε αντιδράσεις στους κριτικούς, οι οποίοι έτειναν να θεωρούν τις συμφωνίες του ως συμπιλήματα στα οποία τα θέματα από ανομοιογενείς περιόδους και μουσικές παραδόσεις ήταν αδιακρίτως συνονθυλευμένα. Ο Μάλερ παρέθετε στα έργα του υλικό τόσο από "υψηλές" όσο και από "χαμηλές" κουλτούρες, ενώ ανεμείγνυε διαφορετικές, από εθνοτικής πλευράς, μουσικές παραδόσεις, εξοργίζοντας τους συντηρητικούς κριτικούς σε μία εποχή που τα μαζικά εργατικά κινήματα αυξάνονταν ραγδαία, και οι τριβές μεταξύ Γερμανών, Τσέχων, Ούγγρων και Εβραίων δημιουργούσαν ανησυχία και αστάθεια. Παρ' όλα αυτά πάντοτε είχε ένθερμους θαυμαστές στο πλευρό του. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Μάλερ άρχισε να σημειώνει μεγάλη επιτυχία στο ευρύ κοινό, με την παρουσίαση της Συμφωνίας Νο. 2 στο Μόναχο το 1900, την πρώτη παρουσίαση της Συμφωνίας Νο. 3 στην πλήρη μορφή της στο Κρέφελντ το 1902, και κυρίως με μία θριαμβευτική παρουσίαση της μεγαλειώδους και τιτάνιας Συμφωνίας Νο. 8 το 1910. Η μουσική που έγραψε στην συνέχεια ωστόσο, δεν παρουσιάστηκε όσο ο ίδιος ήταν εν ζωή.

Η τελική ώθηση προκειμένου να εγκαταλείψει ο Μάλερ την Όπερα της Βιέννης δόθηκε με μία σημαντική ευκαιρία να εργαστεί στην Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης. Εργάστηκε ως διευθυντής ορχήστρας για μία και μοναδική σεζόν, το 1908, μόνο και μόνο για να παραμεριστεί στην συνέχεια προς χάριν του Αρτούρο Τοσκανίνι. Παρά το γεγονός ότι υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλής τόσο στο κοινό όσο και στους κριτικούς, είχε πέσει στην δυσμένεια των Επιτρόπων του Συμβουλίου της Όπερας. Πίσω στην Ευρώπη, τον περίμεναν νέες δυσκολίες λόγω της κρίσης που είχε δημιουργηθεί στον γάμο του, καθώς είχε αποκαλυφθεί μια απιστία της Άλμα. Στα 1910 ο Μάλερ είχε μία και μοναδική (και μάλλον βοηθητική) συνεδρία με τον Σίγκμουντ Φρόυντ.

Έχοντας υπογράψει πλέον πολυετές συμβόλαιο με την Φιλαρμονική Ορχήστρα της Νέας Υόρκης, ο Μάλερ μαζί με την οικογένειά του ταξίδεψαν ξανά για την Αμερική. Την εποχή εκείνη ολοκλήρωσε Το Τραγούδι της Γης (Das Lied von der Erde) και την Συμφωνία Νο. 9, η οποία υπήρξε το τελευταίο πλήρως ολοκληρωμένο έργο του. Τον Φεβρουάριο του 1911, κατά την διάρκεια μιας μακράς κι απαιτητικής σεζόν στην Νέα Υόρκη, ο Μάλερ ένιωσε σοβαρή αδιαθεσία. Έπασχε από στρεπτόκοκκο στο αίμα, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα να διευθύνει την τελευταία του συναυλία ενώ είχε πυρετό (στο πρόγραμμα συγκαταλεγόταν η παγκόσμια πρώτη παρουσίαση του έργου του Φερρούτσιο Μπουζόνι Ελεγειακό Νανούρισμα (Berceuse elegiaque). Επιστρέφοντας στην Ευρώπη, μεταφέρθηκε στο Παρίσι, όπου πρόσφατα είχε εξελιχθεί μια νέα θεραπεία. Ωστόσο, δεν ανταποκρίθηκε κι ύστερα από επιθυμία του τον μετέφεραν στην Βιέννη. Πέθανε εκεί στις 18 Μαΐου 1911, σε ηλικία πενήντα ετών, αφήνοντας την Συμφωνία Νο. 10 ημιτελή.

Η χήρα του Μάλερ ανέφερε ότι η τελευταία φράση του ήταν: "Μότσαρτλ!" (Βιενέζικο υποκοριστικό: "μικρούλη μου Μότσαρτ", "dear little Mozart!"). Θάφτηκε ύστερα από επιθυμία του δίπλα στην κόρη του στο Κοιμητήριο Γκρίντσινχ της Βιέννης. Η ταφόπλακα έγραφε όπως ο ίδιος ζήτησε, μόνο το όνομά του. Ο στενός του φίλος Μπρούνο Βάλτερ, περιέγραψε την κηδεία του ως εξής: "Στις 18 Μαΐου 1911, πέθανε. Το επόμενο απόγευμα, όταν μεταφέραμε το φέρετρο στο Κοιμητήριο Γκρίντσινχ, ξέσπασε τόσο δυνατή καταιγίδα που ήταν αδύνατον να προχωρήσουμε. Το πλήθος αν και πολυάριθμο, ακολουθούσε την πομπή σε νεκρική σιγή. Την στιγμή που τελικά το φέρετρο αποτέθηκε, ο ήλιος φάνηκε πίσω από τα σύννεφα" (Βάλτερ, 1957, 73)

Η Άλμα Μάλερ αναφέρει ότι ο σύζυγός της θεωρούσε τον εαυτόν του, τρις απάτριδα, ως Βοημό στην Αυστρία, ως Αυστριακό στην Γερμανία και ως Εβραίος σε ολόκληρο τον κόσμο. "Παντού με αντιμετωπίζουν ως εισβολέα, πουθενά δεν με καλοδέχονται". Η συγκεκριμένη φράση αποτελεί ωστόσο το συγκλονιστικό κλείσιμο ενός σημειώματος που έγραφε ο Άντον Ρούμπινσταϊν μεταξύ του 1860 και 1870, επομένως πιθανόν να αποτελεί δάνειο του Μάλερ (ή και της ίδιας της Άλμα) που το προσάρμοσε στην δική του περίπτωση.

Η Άλμα έζησε πενήντα επιπλέον χρόνια ύστερα από τον θάνατο του Μάλερ, κι ανέλαβε ενεργό δράση, εκδίδοντας υλικό που αφορούσε τη ζωή και το έργο του αποθανόντος συζύγου της. Παρ' όλα αυτά, η προσέγγισή της στην προσωπικότητα του μεγάλου συνθέτη έχει κατηγορηθεί από κάποιους ως αναξιόπιστη και παραπλανητική, κάτι που έχει αποτελέσει το επονομαζόμενο Ζήτημα της Άλμα. Έχει κατηγορηθεί για παράδειγμα ότι πλαστογράφησε την αλληλογραφία της με τον σύζυγό της, παρουσιάζοντάς τον έτσι περισσότερο αρνητικά απ' ότι θα άρεσε σε κάποιους ιστορικούς.

Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μάλερ υπήρξε ο τελευταίος από μια σειρά Βιεννέζων συνθετών συμφωνικής μουσικής επεκτείνοντας την Πρώτη Βιεννέζικη Σχολή που αποτελείτο από τους Χάυντν, Μότσαρτ, Μπετόβεν, Φραντς Σούμπερτ, και τον Κύκλο των Ρομαντικών μεταξύ των οποίων ο Άντον Μπρούκνερ και ο Γιοχάνες Μπραμς, ενώ ακόμη ενσωμάτωσε στοιχεία και μη Βιεννέζων ρομαντικών, όπως ο Ρόμπερτ Σούμαν και ο Φέλιξ Μέντελσον. Ωστόσο το έργο του έχει δεχθεί τεράστια επίδραση κυρίως από τον Ρίχαρντ Βάγκνερ, ο οποίος σύμφωνα με τον Μάλερ υπήρξε ο μοναδικός συνθέτης μετά τον Μπετόβεν που με το έργο του κατάφερε να επιφέρει κάποια μορφολογική εξέλιξη στην μουσική της εποχής του. (βλ. Σονάτα)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Gustav Mahler της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).