Αλεξάντερ φον Τσεμλίνσκυ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Αλεξάντερ Τσεμλίνσκυ

Ο Αλεξάντερ Τσεμλίνσκυ, ή Αλεξάντερ φον Τσεμλίνσκυ (γερμ. Alexander von Zemlinsky, 14 Οκτωβρίου 1871 - 15 Μαρτίου 1942), υπήρξε Αυστριακός συνθέτης, διευθυντής ορχήστρας και δάσκαλος.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα παιδικά και νεανικά του χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αλεξάντερ Τσεμλίνσκυ γεννήθηκε στη Βιέννη και ανατράφηκε σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον. Ο παππούς του, Άντον Σεμλίνσκυ, είχε μεταναστεύσει από την Ουγγαρία στην Αυστρία, όπου παντρεύτηκε μία Αυστριακή. Κι οι δυο τους προέρχονταν από οικογένειες ένθερμων καθολικών, με αποτέλεσμα να αναθρέψουν τον πατέρα του Αλεξάντερ, Αδόλφο σύμφωνα με τις αρχές του Ρωμαιοκαθολικισμού. Η μητέρα του Αλεξάντερ, γεννήθηκε στο Σεράγεβο, από έναν Σεφαρδίτη Εβραίο πατέρα και μία Βόσνια Μουσουλμάνα μητέρα. Ολόκληρη η οικογένεια του Αλεξάντερ ασπάστηκε τον Ιουδαϊσμό, ακολουθώντας την θρησκεία του παππού του από την πλευρά της μητέρας του. Ο πατέρας του μάλιστα, πρόσθεσε τον αριστοκρατικό τίτλο «φον» στο επίθετό του, παρ' όλο που κανένας από την οικογένεια δεν είχε αριστοκρατική καταγωγή, ενώ επίσης άλλαξε την τρόπο προφοράς του επωνύμου του από Σεμλίνσκυ σε Τσεμλίνσκυ.

Ο Αλεξάντερ σπούδασε πιάνο από νεαρή ηλικία. Σε περιστάσεις θρησκευτικών εορτών, έπαιζε όργανο στην Εβραϊκή Συναγωγή, ενώ έγινε δεκτός στο Ωδείο της Βιέννης το 1884. Σπούδασε πιάνο με τον Άντον Ντορ, κερδίζοντας το πρώτο σχολικό βραβείο το 1890. Συνέχισε τις σπουδές του μέχρι το 1892, μελετώντας Θεωρία με τον Ρόμπερτ Φουκς και Σύνθεση με τον Γιόχαν Νέπομουκ Φουκς και τον Άντον Μπρούκνερ. Την ίδια περίοδο ξεκίνησε να συνθέτει.

Ο Τσεμλίνσκυ είχε ως πολύτιμο συμπαραστάτη του τον Γιοχάνες Μπραμς. Στα 1893, ύστερα από πρόσκληση του δασκάλου του Αλεξάντερ, Γιόχαν Νέπομουκ Φουκς, ο Μπραμς παρακολούθησε μία εκτέλεση των έργων του Τσεμλίνσκυ, Συμφωνία σε Ρε ελάσσονα κι ενός Κουαρτέτου. Ο Μπραμς, εντυπωσιασμένος από την μουσική του νεαρού συνθέτη, πρότεινε στον Εκδοτικό Οίκο Σίμροκ να εκδώσει το Τρίο για Κλαρινέτο (1896) του Τσεμλίνσκυ.

Ο Αλεξάντερ Τσεμλίνσκυ γνωρίστηκε επίσης με τον Άρνολντ Σένμπεργκ, όταν ο δεύτερος συμμετείχε στην ίδρυση της ορχήστρας Πολύμνια, στην οποία επίσης πήρε μέρος ως τσελίστας. Οι δυο τους έγιναν στενοί φίλοι, κι αργότερα συγγενείς εξ αγχιστείας, όταν ο Σένμπεργκ παντρεύτηκε την αδελφή του Αλεξάντερ, Ματθίλδη. Ο Τσεμλίνσκυ παρέδωσε στον Σένμπεργκ έναν κύκλο μαθημάτων Αντίστιξης, κι έγινε έτσι ο μοναδικός επίσημος δάσκαλος που είχε ποτέ ο Σένμπεργκ.

Στα 1897, η Συμφωνία Νο. 2 του Τσεμλίνσκυ (η οποία ήταν η τρίτη χρονολογικά, γι' αυτό και κάποιες φορές αριθμείται ως τέτοια) έγινε επιτυχία κατά την παρουσίασή της στη Βιέννη. Η φήμη του ως συνθέτη ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο όταν ο Γκούσταβ Μάλερ διηύθυνε την όπερά του «Μια φορά κι έναν καιρό...» (Es war einmal...) κατά την πρεμιέρα της στην Χόφοπερ το 1900. Το 1899, ο Τσεμλίνσκυ εξασφάλισε τη θέση του αρχιμουσικού στο Θέατρο Καρλ της Βιέννης.

Τα ώριμα χρόνια του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα 1900, ο Τσεμλίνσκυ γνώρισε κι ερωτεύτηκε την Άλμα Σίντλερ, μία από τις μαθήτριές του στην τάξη της Σύνθεσης. Εκείνη ανταποκρίθηκε αρχικά στα συναισθήματά του, ωστόσο δέχθηκε μεγάλη πίεση από το οικογενειακό και φιλικό της περιβάλλον να βάλει τέλος σε αυτήν τη σχέση. Η οικογένεια της Άλμα αρχικά ανησυχούσε λόγω του γεγονότος ότι ο Τσεμλίνσκυ ήταν άσημος καθώς και όχι ιδιαίτερα εμφανίσιμος. Έτσι η Άλμα διέκοψε την σχέση της με τον Τσεμλίνσκυ και παντρεύτηκε τον Γκούσταβ Μάλερ στα 1902, ενώ ο Τσεμλίνσκυ παντρεύτηκε την Άιντα Γκούτμαν στα 1907, χωρίς όμως να ευτυχήσει μαζί της. Ύστερα από τον θάνατο της Άιντα το 1929, ο Τσεμλίνσκυ παντρεύτηκε το 1930 την κατά 29 χρόνια νεότερή του Λουίζε Σάχσελ, στην οποία παρέδιδε μαθήματα τραγουδιού από το 1914. Ο γάμος αυτός υπήρξε πολύ πιο ευτυχισμένος και διήρκεσε έως τον θάνατο του Τσεμλίνσκυ.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1906 ανατέθηκε στον Τσεμλίνσκυ το αξίωμα του αρχιμουσικού στη Λαϊκή Όπερα της Βιέννης (Wiener Volksoper). Από το 1911 έως το 1927, εργάστηκε ως διευθυντής ορχήστρας στο Γερμανικό Κρατικό Θέατρο της Πράγας (Deutsches Landestheater im Prague) παρουσιάζοντας το έργο Προσδοκία (Erwartung) του Άρνολντ Σένμπεργκ. Ο Τσεμλίνσκυ εκείνη την εποχή μετακόμισε στο Βερολίνο όπου δίδαξε και εργάστηκε υπό τις οδηγίες του Όττο Κλέμπερερ, ως διευθυντής ορχήστρας στην Όπερα Κρολλ. Με την άνοδο του Ναζιστικού Κόμματος όμως, διέφυγε στην Βιέννη το 1933, όπου δεν έλαβε κάποια επίσημη θέση, αλλά επικεντρώθηκε στην σύνθεση, κάνοντας περιστασιακές εμφανίσεις ως διευθυντής ορχήστρας. Το 1938, μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες και εγκαταστάθηκε στην Νέα Υόρκη. Ενώ ο συμπατριώτης του, επίσης μετανάστης Άρνολντ Σένμπεργκ έγινε διάσημος στο Λος Άντζελες κατά τις δεκαετίες του 1930 και 1940, διδάσκοντας στο UCLA και στο USC και κερδίζοντας έτσι μια νέα γενιά συνεχιστών, ο Τσεμλίνσκυ αγνοήθηκε κι έπεσε στην αφάνεια στην νέα του πατρίδα. Άρχισε να γίνεται φιλάσθενος και εγκατέλειψε την σύνθεση. Πέθανε στο Λάρτσμοντ της Νέας Υόρκης από πνευμονία.

Η μουσική του Τσεμλίνσκυ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πιο γνωστό έργο του Τσεμλίνσκυ είναι η Λυρική Συμφωνία (1923), ένα έργο σε επτά μέρη για σοπράνο, βαρύτονο και ορχήστρα, βασισμένο σε ποιήματα του Ραμπιτρανάθ Ταγκόρ, Ινδού ποιητή από τη Βεγγάλη. Το έργο αυτό ο Άρνολντ Σένμπεργκ το παρομοίασε αργότερα σε μία επιστολή προς τον εκδότη του με το έργο του Γκούσταβ Μάλερ Το Τραγούδι της Γης (Das Lied von der Erde), αν και το έργο του Σένμπεργκ, Γκουρελήντερ (Gurrelieder), έχει επίσης επιδράσει στον Τσεμλίνσκυ. Το έργο Λυρική Συμφωνία, επηρέασε με την σειρά του τον Άλμπαν Μπεργκ, ως προς την σύνθεση του δικού του έργου, "Λυρική Σουίτα", το οποίο εκτός του ότι περιέχει μουσικές αναφορές σε έργα του Τσεμλίνσκυ, είναι αφιερωμένο σε αυτόν.

Άλλα ορχηστρικά έργα περιλαμβάνουν το μεγάλης κλίμακας συμφωνικό ποίημα Η Γοργόνα (Die Seejungfrau). Το έργο αυτό πρωτοπαρουσιάστηκε το 1905 στην ίδια συναυλία με το έργο του Άρνολντ Σένμπεργκ Πελλέας και Μελισσάνθη, και θεωρείτο «χαμένο» έως το 1984, οπότε κι επανήλθε στο φως. Έκτοτε αποτελεί ένα από τα πιο συχνά εκτελούμενα έργα του Τσεμλίνσκυ. Μια Συμφωνιέτα η οποία συντέθηκε το 1934 και είχε κερδίσει τον θαυμασμό του Άρνολντ Σένμπεργκ και του Άλμπαν Μπεργκ, είναι γραμμένη σε στυλ παρόμοιο με σύγχρονα έργα του Πάουλ Χίντεμιτ και του Κουρτ Βάιλ.

Άλλα έργα του Τσεμλίνσκυ περιλαμβάνουν οκτώ όπερες, μεταξύ των οποίων η Φλωρεντινή Τραγωδία (Eine Frorentinische Tragödie 1915 - 1916) και το αυτοβιογραφικό έργο Ο νάνος (Die Zwerg 1919 - 1921), βασισμένα και τα δυο σε κείμενα του Όσκαρ Ουάιλντ. Έχει γράψει επίσης έργα μουσικής δωματίου (μεταξύ των οποίων τέσσερα κουαρτέτα για έγχορδα) και το Μπαλέτο Ο Θρίαμβος του Χρόνου (Der Triumph der Zeit - 1901). Μεταξύ των έργων του επίσης συγκαταλέγονται τρεις Ψαλμοί για χορωδία και ορχήστρα και αναρίθμητοι κύκλοι τραγουδιών, με την συνοδεία πιάνου ή ορχήστρας, απ' τους οποίους ο πιο γνωστός είναι αυτός που βασίζεται σε κείμενα του Μωρίς Μέετερλινκ.

Η επίδραση του Γιοχάνες Μπραμς είναι έντονη στα πρώιμα έργα του Τσεμλίνσκυ, ενώ τα όψιμα έργα του υιοθετούν το ύφος των αρμονιών της διευρυμένης τονικότητας του Ρίχαρντ Βάγκνερ, ο οποίος είχε ασκήσει επίδραση και στον Γκούσταβ Μάλερ. Σε αντίθεση με τον φίλο του τον Άρνολντ Σένμπεργκ, ποτέ δεν έγραψε ατονική μουσική, και ποτέ δεν χρησιμοποίησε την τεχνική του δωδεκαφθογγισμού. Παρ' όλα αυτά, κάποια όψιμα έργα του όπως η Symphonische Gesange κινούνται στα πλαίσια του υστερο-ρομαντισμού, ενσωματώνοντας στοιχεία του νεοκλασικισμού, κι ακόμη και της τζαζ.

Ως διευθυντής ορχήστρας, ο Τσεμλίνσκυ κέρδισε τον θαυμασμό πολλών σύγχρονων μουσικών, όπως του Κουρτ Βάιλ, του Ιγκόρ Στραβίνσκι κα. Μεταξύ των μαθητών του συγκαταλέγονται ο Έριχ Βολφγκαγκ Κόρνγκολντ, ο Χανς Κράσα και ο Καρλ Βάιγκλ.

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Alexander von Zemlinsky της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).