Το Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν ή ορθότερα Το Δαχτυλίδι του Νίμπελουνγκ (γερμ. Der Ring des Nibelungen) είναι ο τίτλος μίας επικής τετραλογίας έργων όπερας του Ρίχαρντ Βάγκνερ. Το σύνολο των έργων θεωρείται μία από τις σημαντικότερες δημιουργίες στην ιστορία της μουσικής. Εκτός από τις μουσικές καινοτομίες που εισήγαγε στο είδος της όπερας, το έργο διαθέτει μία πλούσια πλοκή, βασισμένη σε μύθους και παραδοσιακές εξιστορήσεις. Η παρουσίαση ολόκληρης της τετραλογίας πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια τεσσάρων διαδοχικών παραστάσεων, καταλαμβάνοντας συνολικά διάστημα περίπου 15 ωρών. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τις ιδιαίτερες τεχνικές ικανότητες που απαιτεί, καθιστά τον πλήρη κύκλο ως ένα από τα πλέον απαιτητικά αλλά και ενδιαφέροντα έργα του είδους. Το πρώτο μέρος είναι χρονικά το συντομότερο, με διάρκεια συνήθως μεταξύ δύο ή τριών ωρών, ενώ η τελευταία κατά σειρά όπερα, Το Λυκόφως των Θεών, διαρκεί μέχρι και πέντε ώρες.

Αποτελείται από τις επιμέρους τέσσερις όπερες:

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύνθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το καλοκαίρι του 1848, ο Βάγκνερ ολοκλήρωσε ένα αρχικό προσχέδιο σχετικά με το μύθο των Νιμπελούνγκεν, συνδυάζοντας διαφορετικές πηγές σε μία απλή αφήγηση, ανάλογης πλοκής με αυτή του τελικού Δαχτυλιδιού αλλά και με σημαντικές διαφοροποιήσεις. Τον επόμενο χρόνο, ξεκίνησε τη συγγραφή ενός λιμπρέτου με τον τίτλο Ο θάνατος του Ζίγκφριντ (Siegfrieds Tod). Θεωρείται πιθανό πως αφορμή αποτέλεσαν μία σειρά από δημοσιεύματα στην έκδοση Neue Zeitschrift für Musik, μέσα από τα οποία, μουσικοί συνθέτες της εποχής καλούνταν να συμμετάσχουν στην σύνθεση μιας "εθνικής όπερας", βασισμένη στο έπος των Νιμπελούνγκεν του 12ου αιώνα που περιλαμβάνει ως κεντρικό χαρακτήρα, τον ήρωα Ζίγκφριντ. Μέχρι το 1850, ο Βάγκνερ είχε ολοκληρώσει το έργο του και αμέσως στράφηκε στη συγγραφή ενός νέου λιμπρέτου, το οποίο θα περιέγραφε τα νεανικά χρόνια του ήρωα, παρέχοντας παράλληλα στοιχεία που θα εξηγούσαν τα δρώμενα στο Θάνατο του Ζίγκφριντ. Το νέο αυτό έργο, με τον τίτλο Ο νεαρός Ζίγκφριντ (Der junge Siegfried), ολοκληρώθηκε τον Μάιο του 1851 ενώ το επόμενο διάστημα, ο Βάγκνερ φαίνεται πως έλαβε οριστικά την απόφαση να περιλάβει τις ιδέες του σε έναν κύκλο συνολικά τεσσάρων έργων, τα οποία θα παρουσιάζονταν κατά τη διάρκεια τεσσάρων διαδοχικών παραστάσεων. Ο πρωταρχικός κύκλος του Δαχτυλιδιού περιλάμβανε τις όπερες: Ο Χρυσός του Ρήνου, Βαλκυρία, Ο νεαρός Ζίγκφριντ και Ο θάνατος του Ζίγκφριντ.

Το κείμενο που περιέγραφε το σύνολο των τεσσάρων έργων ολοκληρώθηκε το Δεκέμβριο του 1852 και τυπώθηκε ιδιωτικά το 1853. Το Νοέμβριο του ίδιου έτους, ο Βάγκνερ ξεκίνησε τη συγγραφή του Χρυσού του Ρήνου. Η σύνθεση της τετραλογίας συνεχίστηκε μέχρι το 1857, περίοδο κατά την οποία ο Βάγκνερ εγκατέλειψε για ένα μεγάλο διάστημα το έργο, περίπου δώδεκα ετών, και παράλληλα ασχολήθηκε με άλλα έργα μεταξύ των οποίων και η όπερα Τριστάνος και Ιζόλδη. Το 1869, επέστρεψε στον κύκλο του Δαχτυλιδιού τον οποίο και ολοκλήρωσε, μετονομάζοντας συγχρόνως τα δύο τελευταία μέρη.

Πρώτες παραγωγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την περίοδο του βασιλιά Λουδοβίκου Β' της Βαυαρίας, παρά τις αντιρρήσεις του ίδιου του Βάγκνερ, πραγματοποιήθηκαν ειδικές πρώιμες παραγωγές για τον Χρυσό του Ρήνου και τη Βαλκυρία. Η πρεμιέρα του πρώτου μέρους του κύκλου έγινε στις 22 Σεπτεμβρίου του 1869, ενώ το δεύτερο μέρος στις 26 Ιουνίου του 1870. Ο Βάγκνερ επιθυμούσε την κατασκευή ενός ειδικά διαμορφωμένου θεάτρου, σχεδιασμένο από τον ίδιο, προκειμένου να παρουσιάσει πλήρως την τετραλογία και σύμφωνα με τα πρότυπα του. Για το σκοπό αυτό, το 1872 μεταφέρθηκε στο Μπαϊρόιτ, όπου είχε αποφασιστεί η ανέγερση του, και προσπάθησε να συγκεντρώσει τα κεφάλαια για την κατασκευή. Το σχέδιο του Βάγκνερ διασώθηκε χάρη στην οικονομική συνδρομή του βασιλιά Λουδοβίκου και ολοκληρώθηκε τελικά το 1876, χρονιά κατά την οποία λειτούργησε για πρώτη φορά η όπερα (Bayreuth Festspielhaus). Η πρώτη παρουσίαση του πλήρους κύκλου των έργων του Βάγκνερ έγινε στο διάστημα 13-17 Αυγούστου του 1876.

Μουσική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βάγκνερ δεν ήταν ικανοποιημένος από την παραδοσιακή δομή της όπερας ως μία σειρά διακριτών μουσικών τμημάτων. Στη σύνθεση του Δαχτυλιδιού αποφάσισε να υϊοθετήσει ένα νέο ύφος, όπου κάθε πράξη μιας όπερας θα ήταν ένα πλήρες μουσικό κομμάτι χωρίς παύσεις. Για το σκοπό αυτό, χρησιμοποίησε αυτό που αποκαλούσε ο ίδιος Grundthemen, δηλαδή βασικά θέματα, γνωστά περισσότερο με τον όρο Leitmotifs. Πρόκειται ουσιαστικά για καθοδηγητικά μουσικά θέματα που επαναλαμβάνονται κατά τη διάρκεια του έργου και ταυτίζονται με την παρουσία ενός χαρακτήρα ενώ άλλες φορές βοηθούν στην κατανόηση των δρώμενων ή της συναισθηματικής κατάστασης ενός ήρωα. Για παράδειγμα, όταν ένας χαρακτήρας εμφανίζεται μεταμφιεσμένος στη σκηνή, το άκουσμα του μουσικού θέματος που σχετίζεται με το συγκεκριμένο χαρακτήρα επιτρέπει στον θεατή να αντιληφθεί ποιος είναι στην πραγματικότητα. Αν και άλλοι συνθέτες έκαναν χρήση των Leitmotif, πριν τον Βάγκνερ, στο Δαχτυλίδι θεωρείται πως βρήκαν την πλέον άρτια εφαρμογή τους ενώ επιπλέον χρησιμοποιήθηκαν σε πολύ μεγάλη έκταση και με πολλούς διαφορετικούς συνδυασμούς και συσχετίσεις. Ορισμένα από τα μοτίβα λειτουργούν ως σχολιασμός μιας σκηνικής δράσης ή μιας αναφοράς των διαλόγων. Παράλληλα μπορεί να συνδέονται μεταξύ τους υπονοώντας ταυτόχρονα και σύνδεση μεταξύ των θεμάτων που αντιπροσωπεύουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μεθόδου αποτελεί η μετάβαση από την πρώτη στη δεύτερη σκηνή στο Χρυσό του Ρήνου, όταν το μουσικό θέμα του δαχτυλιδιού δίνει τη θέση του στο μουσικό θέμα της Βαλχάλλα, του ανακτόρου του Βόταν από το οποίο μπορεί να επιβάλει την εξουσία του. Με αυτό τον τρόπο, ένα μουσικό θέμα στην όπερα του Βάγκνερ, αποκτά πολλαπλά επίπεδα συμβολισμού, χωρίς να περιορίζεται στην απλή αναγνώριση ενός χαρακτήρα.

Ένα ακόμα βασικό μουσικό χαρακτηριστικό της όπερας του αποτελεί η χρήση της ορχήστρας. Ο Βάγκνερ χρησιμοποίησε πολλά όργανα, μεταξύ αυτών και την τούμπα Βάγκνερ (όργανο που εφηύρε ο ίδιος) και συνολικά 17 διαφορετικές οικογένειες οργάνων προκειμένου να διαθέτει πολλές δυνατότητες συνδυασμών με απώτερο σκοπό την καλλιέργεια πολλών διαφορετικών συναισθημάτων κατά τη διάρκεια των σκηνικών δρώμενων. Για τον ίδιο λόγο αποδυνάμωσε την παραδοσιακή έννοια της τονικότητας, υπό την έννοια πως το μεγαλύτερο μέρος του Δαχτυλιδιού και ειδικά μετά την τρίτη πράξη της όπερας Ζίγκφριντ, δεν μπορεί να θεωρηθεί πως βρίσκεται σε κάποια μουσικά κλειδιά όπως παραδοσιακά καθορίζεται, αλλά μάλλον σε περιοχές κλειδιών, κάθε μια από τις οποίες μετακυλά ομαλά στην επόμενη.

Πλοκή και μύθος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εικονογράφηση για την Βαλκυρία (πράξη Β')
Δείτε επίσης: Ο Χρυσός του Ρήνου
Δείτε επίσης: Βαλκυρία
Δείτε επίσης: Ζίγκφριντ
Δείτε επίσης: Το Λυκόφως των Θεών

Ο μύθος πάνω στον οποίο βασίζεται η πλοκή της τετραλογίας αναφέρεται σε ένα μαγικό δαχτυλίδι, το οποίο δίνει απόλυτη εξουσία στον κάτοχό του. Για την απόκτησή του συγκρούονται οι διαφορετικοί χαρακτήρες του έργου, μεταξύ των οποίων ο θεός Βόταν, η Βαλκυρία Μπρύνχιλντ και ο θνητός ήρωας Ζίγκφριντ. Για τη συγγραφή του λιμπρέτου, ο Βάγκνερ στηρίχθηκε κατά κύριο λόγο στη Δυτική Γερμανική παράδοση καθώς και στη Σκανδιναβική μυθολογία, πηγές από τις οποίες δανείστηκε θέματα και χαρακτήρες. Τα κείμενα της Ποιητικής Έντα, πρόσφεραν τη βάση για το μυθολογικό υπόβαθρο του Χρυσού του Ρήνου ενώ η Βαλκυρία βασίστηκε στον κύκλο Βόλσουνγκ. Η όπερα Ζίγκφριντ περιέχει στοιχεία και από τις δύο αυτές πηγές, ενώ το τελευταίο μέρος της τετραλογίας προέρχεται θεματολογικά από το Έπος των Νιμπελούνγκεν (Nibelungenlied), που αποτέλεσε και την πρωταρχική πηγή έμπνευσης του Βάγκνερ για το Δαχτυλίδι. Ο Βάγκνερ συνδύασε αρκετές διαφορετικές εξιστορήσεις και επιμέρους μύθους για την δημιουργία της ενιαίας πλοκής που διέπει τις τέσσερις όπερες, ενώ παράλληλα ενσωμάτωσε και σύγχρονα θέματα.

Το περιεχόμενο του Δαχτυλιδιού έχει γίνει αντικείμενο αρκετών διαφορετικών ερμηνειών. Ο Τζορτζ Μπέρναρντ Σω υποστήριξε[1] πως αποτελεί μία κριτική πάνω στην βιομηχανική επανάσταση, ενώ ο Ρόμπερτ Ντόνιγκτον το ερμήνευσε στα πλαίσια της ψυχολογίας και ειδικότερα των θεωριών του Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ [2].

Χαρακτήρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διάγραμμα των χαρακτήρων του έργου και των σχέσεών τους.
Θεοί
Μοίρες
Γίγαντες
  • Φάφνερ (βαθύφωνος) - Γίγαντας
  • Φάζολτ (μπάσος βαρύτονος) - Γίγαντας
Νίμπελουνγκεν
  • Άλμπεριχ - Νάνος Νίμπελούνγκεν (βαρύτονος)
  • Μίμε - Αδελφός του Άλμπεριχ (τενόρος)
Βαλκυρίες
  • Μπρούνχίλντε - Βαλκυρία, κόρη του Βόταν και της Έρντα (σοπράνο)
  • Βάλτράουτε - Βαλκυρία (mezzo-soprano)
  • Χέλμβίγκε - (σοπράνο)
  • Γκερχίλντε - (σοπράνο)
  • Ζίγκρούνε - (mezzo-soprano)
  • Σβέρτλάϊτε - (mezzo-soprano)
  • Όρτλίντε - (σοπράνο)
  • Γκρίμγκέρντε - (mezzo-soprano)
  • Ρόσβάϊσε - (mezzo-soprano)
Βέλζουνγκ (πληθ. Βέλζουνγκεν)
  • Ζίγκμουντ - Γιος του Βόταν (τενόρος)
  • Ζιγκλίντε - Κόρη του Βόταν και αδερφή του Ζίγκμουντ (σοπράνο)
  • Ζίγκφριντ - Γιος του Ζίγκμουντ και της Ζιγκλίντε (τενόρος)
Θνητοί
  • Γκούντερ - Βασιλιάς των Γκιμπιχούνγκεν (βαρύτονος)
  • Γκούτρούνε - Αδελφή του Γκούντερ (σοπράνο)
  • Χούντινγκ - Σύζυγος Ζιγκλίντε κατόπιν απαγωγής της (βαθύφωνος)
  • Χάγκεν - Γιος του Άλμπεριχ και αδερφός του Γκούντερ (βαθύφωνος)
Κόρες του Ρήνου
  • Βόγκλίντε - Κόρη του Ρήνου (σοπράνο)
  • Βέλγκούντε - Κόρη του Ρήνου (mezzo-soprano)
  • Φλόσχίλντε - Κόρη του Ρήνου (mezzo-soprano)

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Culshaw, John. Reflections on Wagner's Ring. New York: Viking, 1976
  • Cooke, Deryck. Ι Saw the World End: A Study of Wagner's Ring. Oxford University Press, 1979
  • Magee, Elizabeth. Richard Wagner and the Nibelungs. Oxford University Press, 1990

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. ^ Shaw, George Bernard. The Perfect Wagnerite. New York: Dover Publications, 1966
  2. ^ Donington, Robert. Wagner's 'Ring' and Its Symbols: The Music and the Myth. London: Faber and Faber, 1974

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]