Ληντ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το ληντ ή λιντ[1] και συχνά απαντώμενα στον πληθυντικό λίντερ ή λήντερ (γερμ. Lied - Lieder) είναι όρος της μουσικολογίας, ο οποίος στα γερμανικά σημαίνει τραγούδι. Στα πλαίσια της συγκριτικής μουσικολογίας που μελετά τη δυτικοευρωπαϊκή μουσική, ληντ δεν νοείται οποιοδήποτε τραγούδι, αλλά συνηθέστερα το μελοποιημένο ποίημα για φωνή και συνοδεία πιάνου, που άνθισε καθ' όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα (βλ. και ρομαντική μουσική). Η μουσική αυτή φόρμα υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλής ανάμεσα στους Αυστριακούς και Γερμανούς συνθέτες της περιόδου, όπως τους Φραντς Σούμπερτ, Ρόμπερτ Σούμαν, Γιοχάνες Μπραμς κλπ, γεγονός που συνέβαλε ώστε το ληντ να καθιερωθεί ως διεθνής όρος με τη γερμανική του ονομασία.

Όσον αφορά στη θεματολογία τους, τα περισσότερα λίντερ επικεντρώνονται στον έρωτα, την αγάπη για τη φύση και τα ανθρώπινα συναισθήματα εν γένει, γεγονός που τα κατατάσσει ως μία από τις σπουδαιότερες εκφάνσεις του ανθρωποκεντρικού κινήματος της εποχής (αντπρβλ. ουμανισμός). Αν και τα περισσότερα γράφτηκαν για σόλο φωνή και πιάνο, αρκετά είναι γραμμένα για δύο ή περισσότερες φωνές, ακόμη δε και για χορωδιακό σύνολο. Εξέλιξη του ληντ αποτελεί το ορχηστρικό ληντ, είδος στο οποίο συνέβαλλε τα μέγιστα ο Αυστριακός συνθέτης Γκούσταβ Μάλερ, η ειδοποιός διαφορά του οποίου συνίσταται στη συνοδεία της φωνής από ορχήστρα, παρά αυτήν του πιάνου.

Τα λίντερ, όπως και τα ποιήματα στα οποίο βασίζονται, συχνά συναποτελούν μικρές συλλογές, οι οποίες ονομάζονται κύκλοι τραγουδιών (Liederkreis) και τις περισσότερες φορές αποτελούν μια σειρά αφηγηματικών επεισοδίων γύρω από ένα κοινό στοιχείο ή αισθητική. Δημοφιλείς στις μέρες μας παραμένουν οι κύκλοι τραγουδιών του Σούμπερτ Die schöne Müllerin («Η ωραία μυλωνού») και Winterreise («χειμωνιάτικο ταξίδι»), τα Dichterliebe του Σούμαν, αλλά και Το τραγούδι της γης του Μάλερ.

Ιστορικά, το τραγούδι ως μουσική φόρμα, αποτελεί πανάρχαιο είδος. Κατά περιόδους υπήρξε μονοφωνικό, άλλοτε πολυφωνικό, άλλοτε με θρησκευτικό και άλλοτε με ανθρωποκεντρικό προσανατολισμό, άλλοτε τέλος με συνοδεία παραδοσιακών μουσικών οργάνων (λύρα, λαούτο κλπ), ή με συνοδεία μουσικού συνόλου ή ορχήστρας. Το ληντ συγκεκριμένα εδράζει τις καταβολές του στο παραδοσιακό τραγούδι των τρουβαδούρων του 12ου αιώνα, οι οποίοι ύμνησαν τον έρωτα και τις αρετές. Στην Αγγλία, από την άλλη μεριά, άνθισε δύο αιώνες αργότερα το λεγόμενο lute song («τραγούδι με αναγεννησιακό λαούτο»), ενώ στη Γαλλία η αντιστοιχία εντοπίζεται στη σανσόν και αργότερα στη μελοντί (mélodie). Στην Ιταλία – γενέτειρα των τεχνών καθ' όλη τη δεύτερη χιλιετηρίδα – αντίστοιχη φόρμα αποτέλεσε η καντσόνα, η οποία αποτέλεσε και τη βάση της μετέπειτα οπερατικής άριας. Όλες αυτές οι αντιστοιχίες έχουν ως κοινό έδαφος την απόσταση από την εκκλησία και την ύμνηση του Θεού, εστιάζοντας στο ανθρώπινο και το κοσμικό στοιχείο.

Με τον διαφωτισμό του 18ου αιώνα άνθισε σταδιακά η εθνική ταυτότητα της κάθε χώρας, ρεύμα το οποίο εξαπλώθηκε σε όλη την Ευρώπη. Στις γερμανόφωνες χώρες, Γερμανία και Αυστρία, μια σημαντική έκφανση αυτού του ρεύματος ήταν η ανάπτυξη της λογοτεχνίας, με τρανά παραδείγματα το έργο του Γκαίτε, του Φρίντριχ Σίλερ κλπ. Το ληντ στην ουσία αποτελεί το «πάντρεμα» αυτής της λογοτεχνικής σχολής, με την νεοσύστατη αισθητική του Ρομαντισμού. Τα πρώτα δείγματα αυτού του αρραβώνα φαίνονται ήδη στα τραγούδια του Μότσαρτ και αργότερα του Μπετόβεν, ωστόσο το δίπτυχο ποίησης-μουσικής βρίσκει τις ιδανικές αναλογίες στον Σούμπερτ, ο οποίος έγραψε πάνω από 600 λίντερ. Πέρα από τους προαναφερθέντες μετέπειτα συνθέτες, άξιοι αναφοράς είναι ο Ρίχαρντ Στράους, ο Χούγκο Βολφ και αργότερα –υπό το νεότευκτο πρίσμα της ατονικής μουσικής– ο Άρνολντ Σένμπεργκ και ο Άντον Βέμπερν.

Στο κατώφλι του 20ού αιώνα, ο Ρομαντισμός έχει ήδη δώσει την πρωτοκαθεδρία στον μετα-ρομαντισμό και συνάμα καλλιεργείται το έδαφος για να υποδεχθεί τον Ιμπρεσιονισμό. Μέσα από τα τραγούδια του Κλωντ Ντεμπυσσύ, του Γκαμπριέλ Φωρέ, του Ανρί Ντυπάρκ κλπ, το ληντ διατηρεί τα μορφολογικά του χαρακτηριστικά, ενστερνίζεται όμως τη νεότερη αισθητική. Στη Ρωσία, σπουδαίοι εκπρόσωποι του είδους θεωρούνται ο Μοντέστ Μουσόργκσκι και ο Σεργκέι Ραχμάνινοφ, ενώ στη μετα-βικτωριανή Αγγλία –κυρίως μέσα από το πρίσμα του νεοκλασικισμού και την επιστροφή στην παραδοσιακή αισθητική– διακρίνονται οι Ραλφ Βων-Ουίλιαμς και Μπέντζαμιν Μπρίτεν. Με τις γενικότερες συστημικές αλλαγές που φέρνει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η εδραίωση του δημοκρατικού πολιτεύματος και του καπιταλισμού, το ληντ βρίσκει διέξοδο στο καμπαρέ και τα έργα του Κουρτ Βάιλ, και στην πορεία εξέλιξής του αναμειγνύεται με τη τζαζ (Τζωρτζ Γκέρσουιν), τον ηλεκτρικό ήχο του μοντερνισμού (Λουτσιάνο Μπέριο), αλλά και εν τέλει της ποπ κουλτούρας.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Δεν υπάρχει καθιερωμένη ορθογραφία στην ελληνική βιβλιογραφία