Βραχοκιρκίνεζο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Βραχοκιρκίνεζο
Ενήλικο αρσενικό Βραχοκιρκίνεζο
Ενήλικο αρσενικό Βραχοκιρκίνεζο
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Ιερακόμορφα (Falconiformes)
Οικογένεια: Ιερακίδες (Falconidae)
Υποοικογένεια: Ιερακίνες (Falconinae)[1]
Γένος: Ιέραξ (Falco)
Είδος: F.tinnunculus
Διώνυμο
Falco tinnunculus
Linnaeus, 1758
Υποείδη

Falco tinnunculus alexandri
Falco tinnunculus archeri
Falco tinnunculus canariensis
Falco tinnunculus dacotiae
Falco tinnunculus interstinctus
Falco tinnunculus neglectus
Falco tinnunculus objurgatus
Falco tinnunculus perpallidus
Falco tinnunculus rufescens
Falco tinnunculus rupicolaeformis
Falco tinnunculus rupicolus
Falco tinnunculus tinnunculus

Το Βραχοκιρκίνεζο (επιστημονική ονομασία Falco tinnunculus) είναι είδος γνήσιου[2] γερακιού (γένος Falco), που απαντάται στον ελλαδικό χώρο. Το είδος περιλαμβάνει 12 υποείδη. [3] Στην Ελλάδα απαντάται το υποείδος F. t. tinnunculus (Linnaeus, 1758).

Συστηματική Ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα Βραχοκιρκίνεζα της Ευρώπης, κατά τη διάρκεια των παγετώνων της Τεταρτογενούς Περιόδου διέφεραν ελαφρά σε μέγεθος από το σημερινό πληθυσμό και, μερικές φορές, αναφέρονται ως παλαιοείδος paleosubspecies F.t.atavus. Τα απολιθώματα αυτών των πτηνών, τα οποία προφανώς ήσαν οι άμεσοι πρόγονοι των σημερινών F.t.tinnunculus (και ίσως και άλλων υποειδών), βρίσκονται σε όλη την -τότε- μή καλυπτόμενη από πάγους Ευρώπη, από την Πλειόκαινο Εποχή (ELMA Villanyian / ICS Piacenzian, MN16) περίπου 3 εκατομμύρια χρόνια πριν, έως τη Μέση Πλειστόκαινο (Saalian) παγετωνική Εποχή, η οποία έληξε περίπου 130.000 χρόνια πριν, και που έδωσε τελικά τα πτηνά που ζουν σήμερα. [4]

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης εξάπλωσης του F.t.tinnunculus (μόνον οι δυτικές περιοχές). Πράσινο=όλο το έτος (επιδημητικό), Κίτρινο=καλοκαιρινός επισκέπτης

Το Βραχοκιρκίνεζο (αναφερόμενοι στο Falco tinnunculus γενικότερα) είναι ένα ευρύτατα διαδεδομένο είδος, που απαντάται σε ολόκληρο σχεδόν τον Παλαιό Κόσμο. Μάλιστα, τελευταίες αναφορές δείχνουν ότι, υπάρχει πιθανότητα αποίκησης νέων, πολύ απομακρυσμένων περιοχών, όπως στη Μικρονησία, αλλά θα χρειαστεί καιρός μέχρι να εξακριβωθεί εάν πρόκειται για μόνιμα άτομα ή τυχαίους, περιπλανώμενους επισκέπτες. [5]

Στην Ελλάδα το Βραχοκιρκίνεζο απαντάται καθ’όλη τη διάρκεια του έτους (επιδημητικό). Επειδή, όμως, η χώρα αποτελεί μεταναστευτικό πέρασμα προς την Αφρική , υπάρχει ανάμιξη πληθυσμών, είτε πρόκειται για άτομα που παραμένουν μονίμως εδώ, είτε για μεταναστευτικά πουλιά βορειότερων περιοχών που έρχονται να φωλιάσουν στη χώρα.

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Βραχοκιρκίνεζο είναι από τα κοινότερα και ευκολότερα προσαρμόσιμα γεράκια της ελληνικής πανίδας. Πρόκειται για πτηνό των πεδινών και ανοιχτών οικοτόπων, όπως οι ερεικώνες,οι θαμνώδεις εκτάσεις και ελώδεις περιοχές. Δεν απαιτεί δάση, εφόσον υπάρχουν εναλλακτικές για κούρνιασμα και φωλιές, όπως πέτρες ή κτίσματα. Ευδοκιμεί εύκολα σε άδενδρες περιοχές, όπου υπάρχουν άφθονα ποώδη φυτά και θάμνοι για να υποστηρίξουν έναν πληθυσμό θηραμάτων.

Επίσης, τα Βραχοκιρκίνεζα προσαρμόζονται εύκολα στην ανθρώπινη παρουσία (γεγονός που τους κοστίζει ακριβά, πολλές φορές), όσο υπάρχουν επαρκείς εκτάσεις βλάστησης, και μπορεί ακόμη και να βρεθεί σε υγρότοπους, χερσότοπους και άγονα μέρη, σε υψόμετρα από τη θάλασσα μέχρι τις υψηλότερες οροσειρές.

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Βραχοκιρκίνεζο, όπως και όλα σχεδόν τα γεράκια, εμφανίζει φυλετικό διμορφισμό, ιδιαίτερα στους χρωματισμούς.

  • Μήκος σώματος: 30-39 εκατοστά.
  • Άνοιγμα πτερύγων: 65-84 εκατοστά.
  • Βάρος (αρσενικό): 136-155-(252) γραμμάρια.
  • Βάρος (θηλυκό): 154-185-(314) γραμμάρια. [6]

Αρσενικό: Κεφάλι, τράχηλος και ουρά γκρίζα-μπλέ (η ουρά με πλατιά μαύρη οριζόντια λωρίδα στην κάτω επιφάνεια). Ράχη καστανοκόκκινη με μαύρες κηλίδες. Κάτω μέρος ωχρόξανθο με σκούρες καφέ πιτσιλιές. [7]

Ενήλικο θηλυκό Βραχοκιρκίνεζο

Θηλυκό: Κεφάλι, ράχη, τράχηλος και ουρά καστανοκόκκινα με χαρακτηριστικές μαυροκαφέ ραβδώσεις (η ουρά με αχνή σκουρόχρωμη οριζόντια λωρίδα στην κάτω επιφάνεια). Κάτω μέρος ωχρόξανθο με σκούρες καφέ πιτσιλιές.

Το κήρωμα είναι κίτρινο και υπάρχει χαρακτηριστική μαύρη ταινία στα μάγουλα, κάτω από τα μάτια. Χαρακτηριστικός κίτρινος δακτύλιος γύρω από τα μάτια.

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν κυνηγάει, το Βραχοκιρκίνεζο χρησιμοποιεί τις τεχνικές του γυροπετάγματος, εκμεταλλευόμενο τα θερμικά ανοδικά ρεύματα (soaring), και της αιώρησης (hovering), περίπου 10-20 μέτρα πάνω από το έδαφος. Ειδικά η δεύτερη τεχνική, αποτελεί ένα βασικό διαγνωστικό του χαρακτηριστικό, διότι την χρησιμοποιεί πολύ συχνά.

Μπορεί συχνά να βρεθεί στο κυνήγι, κατά μήκος των πλευρών δρόμων και αυτοκινητοδρόμων. Το Βραχοκιρκίνεζο είναι σε θέση να βλέπει σε μήκη κύματος κοντά στο υπεριώδες φως, που επιτρέπει στα πουλιά να εντοπίζουν τα ίχνη που αφήνουν τα ούρα των τρωκτικών στα λαγούμια τους και λαμπυρίζουν κάτω από το ηλιακό φως. [8]

Μία άλλη (λιγότερο εμφανής) τεχνική, είναι να κουρνιάζει λίγο ψηλότερα από το έδαφος, όταν το επιτρέπει η τοπογραφία της περιοχής και, όταν το θήραμα κινηθεί προς τα εκεί, εφορμά. [9]

Το τυπικό κοινό θήραμα του Βραχοκιρκινεζιού είναι τα μυόμορφα τρωκτικά, παντός είδους: ποντίκια, αρουραίοι, τυφλοπόντικες, μυγαλές, μυωξοί κ.λ.π., κάνοντάς το, ένα από τα χρησιμότερα πτηνά για τη γεωργία.

Αρσενικό Βραχοκιρκίνεζο κατά τη διάρκεια αιώρησης (hovering)

Όταν τα θηλαστικά είναι συχνά λιγοστά, τα μικρά πουλιά - κυρίως στρουθιόμορφα - μπορεί να αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της διατροφής του[10], ενώ αποτελούν τη μόνη σημαντική τροφή κατά τη διάρκεια κάθε καλοκαιριού, όταν αφθονούν οι ανεκπαίδευτοι νεοσσοί. Άλλα κατάλληλου μεγέθους σπονδυλωτά, όπως οι νυχτερίδες, βάτραχοι και σαύρες τρώγονται μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις. Ωστόσο, τα βραχοκιρκίνεζα σε νότια γεωγραφικά πλάτη, φαίνεται να δίνουν ιδιαίτερη προτίμηση στις σαύρες, ενώ εποχιακά, τα αρθρόποδα μπορεί να είναι το κύριο θήραμα. [11]

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Falco tinnunculus

Το Βραχοκιρκίνεζο ξεκινά την αναπαραγωγή του την Άνοιξη (από τον Μάρτιο), ή κατά την έναρξη της εποχής της ξηρασίας στους τροπικούς.

Προτιμάει να φωλιάζει σε κοιλότητες, τρύπες στα βράχια ή σε δέντρα (σπανιότερα), αλλά όταν βρίσκεται σε κατοικημένες περιοχές, συχνά φωλιάζει σε κτήρια. Γενικά, μπορεί να επαναχρησιμοποιεί τις παλιές φωλιές από κορακοειδή (κουρούνες, καρακάξες), αν είναι διαθέσιμες.

Νεοσσός Βραχοκιρκίνεζου

Η γέννα είναι συνήθως (3-)4-6(-7) αυγά, μπορεί όμως να αυξηθούν, εάν καταστραφούν κάποια από αυτά. Η επώαση διαρκεί περίπου 4 εβδομάδες και την αναλαμβάνει μόνο το θηλυκό. Το αρσενικό είναι υπεύθυνο για την τροφοδότηση του με τροφή και, για κάποιο χρονικό διάστημα μετά την εκκόλαψη, αυτό εξακολουθεί να συμβαίνει.

Αργότερα, και οι δύο γονείς μοιράζονται το μεγάλωμα των νεοσσών και το κυνήγι, μέχρι αυτοί να πετάξουν, μετά από 4-5 εβδομάδες. Η οικογένεια μένει κοντά για μερικές εβδομάδες, μέχρι και ένα μήνα περίπου, διάστημα κατά το οποίο οι νεοσσοί μαθαίνουν πώς να φροντίσουν τον εαυτό τους. Τα νεαρά γίνονται σεξουαλικά ώριμα την επόμενη περίοδο αναπαραγωγής. [6]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Βραχοκιρκίνεζο είναι το κοινότερο ημερόβιο αρπακτικό στην Ελλάδα και η γενική του κατάσταση είναι καλή. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η λαθροθηρία με σκοπό την ταρίχευση. Το Βραχοκιρκίνεζο αποτελεί εύκολο στόχο, λόγω της σχετικής αφθονίας του, της συγκατοίκησής του με τον άνθρωπο και της ιδιαίτερης τεχνικής του να αιωρείται (hovering).

Συμπεριλαμβάνεται στα είδη του Παραρτήματος ΙΙ της Σύμβασης της Βέρνης για τη διατήρηση της ευρωπαϊκής άγριας ζωής και των φυσικών βιοτόπων. [12]

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον ελλαδικό χώρο, το Βραχοκιρκίνεζο απαντάται και με άλλες ονομασίες: Καντ(δ)ηνέλι, Πετροκιρκινέζι, Αερογάμης, Ανεμογάμης, Πετρογέρακας, Πετρογέρακο, Νταμαρογέρακο.

Είναι, πιθανότατα, το πτηνό Κεγχρηίς (ή Κέρχνη) των αρχαίων Ελλήνων. [13]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βραχοκιρκίνεζο
  • Mlíkovský, Jirí (2002): Cenozoic Birds of the World (Part 1: Europe). Ninox Press, Prague. ISBN 80-901105-3-8
  • Mourer-Chauviré, C.; Philippe, M.; Quinif, Y.; Chaline, J.; Debard, E.; Guérin, C. & Hugueney, M. (2003): Position of the palaeontological site Aven I des Abîmes de La Fage, at Noailles (Corrèze, France), in the European Pleistocene chronology. Boreas 32: 521–531. doi:10.1080/03009480310003405
  • Orta, Jaume (1994): 26. Common Kestrel. In: del Hoyo, Josep; Elliott, Andrew & Sargatal, Jordi (editors): Handbook of Birds of the World, Volume 2 (New World vultures to Guineafowl): 259-260, plates 26. Lynx Edicions, Barcelona. ISBN 84-87334-15-6
  • Wiles, Gary J.; Worthington, David J.; Beck, Robert E. Jr.; Pratt, H. Douglas; Aguon, Celestino F. & Pyle, Robert L. (2000): Noteworthy bird records for Micronesia, with a summary of raptor sightings in the Mariana Islands, 1988-1999. Micronesica 32(2): 257-284.
  • Wiles, Gary J.; Johnson, Nathan C.; de Cruz, Justine B.; Dutson, Guy; Camacho, Vicente A.; Kepler, Angela Kay; Vice, Daniel S.; Garrett, Kimball L.; Kessler, Curt C. & Pratt, H. Douglas (2004): New and Noteworthy Bird Records for Micronesia, 1986–2003. Micronesica 37(1): 69–96.
  • Viitala, Jussi; Korpimäki, Erkki; Palokangas, Päivi & Koivula, Minna: Attraction of kestrels to vole scent marks visible in ultraviolet light. Nature 373(6513): 425 - 427 doi:10.1038/373425a0
  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2001.
  • Collin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Johnsgard, P. 1990. Hawks, Eagles, & Falcons of North America. Washington: Smithsonian Institution Press
  • Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάνικα, τόμος 16, λήμμα Γεράκι
  • Ιωάννη Όντρια, Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Γ. Χανδρινού-Α. Δημητρόπουλου, Αρπακτικά Πουλιά της Ελλάδας, εκδόσεις Ευσταθιάδη, Αθήνα, 1982.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Howard & Moore, p. 94
  2. Σύμφωνα με τον Β.Κιόρτση, τέως καθηγητή Ζωολογίας του πανεπιστημίου Αθηνών, («Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάνικα», τόμος 16, λήμμα Γεράκι)
  3. Howard and Moore, p. 95
  4. Mlíkovský (2002): pp.222-223, Mourer-Chauviré et al.(2003)
  5. Orta (1994), Wiles et al. (2000, 2004)
  6. 6,0 6,1 Orta (1994)
  7. Χανδρινός-Δημητρόπουλος, σ. 120
  8. Viitala et al. (1995)
  9. Orta (1994)
  10. Wiles et al. (2004)
  11. Orta (1994)
  12. Βραχοκιρκίνεζο | Κατάκαλη
  13. Απαλοδήμος, σ. 29
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Common Kestrel της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).