Μιχαήλ Χωνιάτης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Μιχαήλ Χωνιάτης ή Ακομινάτος (περίπου 1138 - περίπου 1222), υπήρξε Έλληνας λόγιος και ορθόδοξος Μητροπολίτης Αθηνών.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε περί τα 1138 στις Χωνές της Φρυγίας, πρώην Κολοσσαί, και προερχόταν απο την εύπορη οικογένεια των Ακομινάτων. Αδερφός του ήταν ο ιστορικός Νικήτας Ακομινάτος. Σε νεαρή ηλικία τον έστειλε ο πατέρας του στην Κωνσταντινούπολη για να μορφωθεί. Εκεί, προστάτης και διδάσκαλός του έγινε ο σοφός Ευστάθιος, αργότερα μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Εκπαιδεύτηκε στην κλασική παιδεία, γνώρισε τον Όμηρο, Πίνδαρο, Δημοσθένη, Θουκυδίδη και άλλους αρχαίους συγγραφείς και μπόρεσε να έρθει σε επαφή με τους ανώτερους εκκλησιαστικούς κύκλους της πρωτεύουσας. Ανέπτυξε χαρακτήρα δραστήριο, ευγενή και πράο. Αρχικά υπηρέτησε στον Πατριάρχη Θεοδόσιο σαν υπογραμματέας του, και χειροτονήθηκε αρχιεπίσκοπος Αθηνών το 1175 και Μητροπολίτης Αθηνών το 1182. Η αρχιερατεία του Ακομινάτου ανήκει στα λίγα φωτεινά σημεία της σκοτεινής ιστορίας των Αθηνών του Μεσαίωνα. Φτάνει στην Αθήνα το Σεπτέμβριο του 1182 για να διαδεχθεί το μητροπολίτη Γεώργιο Ξηρό. Η Μητρόπολη Αθηνών ήταν τότε μητρόπολη 28ης τάξης και είχε υπό τη διοίκηση της, τις επισκοπές Δαυλείας, Ευρίπου, Κορώνειας, Άνδρου, Ωρεού, Σκύρου, Καρύστου, Πορθμού, Αυλώνος, Σύρου, Σερίφου και Κέας. Εγκαθίσταται στο επισκοπικό μέγαρο στη Μητρόπολη της Αθήνας, την Παναγία την Αθηνιώτισσα (Παρθενώνας). Από τότε άρχισε τον αγώνα του για να ανορθώσει υλικά και πνευματικά το ποίμνιο του - που είχε φανερά καταπέσει σε αυτά τα χρόνια όπως μαρτυρείται απο τις πολυάριθμες επιστολές του-, στέλνοντας συνεχώς επιστολές στη Κωνσταντινούπολη αλλά και ερχόμενος σε συνεργασία με τους διάφορους διοικητές του Θέματος της Ελλάδας αλλά και με τοπικούς αξιωματούχους του κράτους. Με το κήρυγμα του προσπαθούσε να εμφυσήσει στον λαο της Αθήνας ξανά το χριστιανικό πνεύμα και τρόπο ζωής απο το οποίο η φτώχεια κυρίως τους είχε κάνει να απομακρυνθούν. Επίσης, προσπάθησε να ξαναβάλει σε τάξη και τους εκκλησιαστικούς υπαλλήλους και κληρικούς οι οποίοι εμπλέκονταν σε πολλές κακοδιοικήσεις και σκάνδαλα. Το Σεπτέμβρη του 1185 παραβρέθηκε στη στέψη του αυτοκράτορα Ισαάκιου 'Αγγελου και προσπάθησε να υπερασπιστεί τα δίκαια της Μητρόπολης του. Μάλιστα το 1187 του δόθηκε απο το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης η επισκοπή της Αίγινας για να αυξηθούν τα λιγοστά έσοδα της Μητρόπολης του. Η κατάσταση όμως ήταν τόσο άσχημη για τους πληθυσμούς της περιοχής αλλά και για όλη την Ελλάδα, ώστο μόνο το πρώτο χρόνο μπόρεσε μετά πολλών βασάνων να μαζέψει τον ετήσιο φόρο και ύστερα παραιτήθηκε απο την αξίωση του γι'αυτήν την επισκοπή γιατί όπως εξηγεί σε μια επιστολή του,το νησί ήταν σχεδόν ακατοίκητο και καταφύγιο πειρατών οπότε δεν μπορούσε να έχει έσοδα απο εκεί. Το 1203 υπεράσπισε την Αθήνα από την επίθεση του Λέοντα Σγουρού, που είχε ιδρύσει ανεξάρτητη ηγεμονία στο Ναύπλιο και την Αργολίδα. Στην αρχή προσπάθησε να συνομιλήσει με τον άρχοντα αλλά όταν εκείνος αρνήθηκε εγκατέστησε στην Ακρόπολη βλητικές μηχανές και τοξεύοντας τους στρατιώτες του Σγουρού, τους έδιωξε απο την Αθήνα. Όταν το 1204 οι Σταυροφόροι κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη και κατόπιν, υπό τον Βονιφάτιο Μομφερρατικό, κατέλαβαν τη νότια Ελλάδα και βρέθηκαν μπροστά στην Αθήνα,ο Ακομινάτος καταλαβαίνοντας το μάταιο της αντίστασης παρέδωσε τη πόλη. Μετά απο λίγες βδομάδες και αφού οι Φράγκοι στρατιώτες είχαν λεηλατήσει την πόλη, την Παναγία την Αθηνιώτισσα και το ίδιο το σπίτι του Μητροπολίτη, παίρνει μόνο τα αναγκαία για την επιβίωση του και φεύγει πρώτα για τη Θεσσαλονίκη, μετά στη Χαλκίδα και τελικά εγκαθίσταται μόνιμα στην Κέα στο μοναστήρι του Αγιου Ιωάννη του Προδρόμου, όπου και θα παραμείνει μέχρι το τέλος της ζωής του. Απο την Κέα διευθύνει για λίγους μήνες την Μητρόπολη του αλλά όταν εγκαθίσταται εκεί Λατινική επισκοπή δεν έχει πλέον καμμία αρμοδιότητα. Στα επόμενα χρόνια θα τον σημαδέψουν ο θάνατος του αδερφού του, Νικήτα Χωνιάτη καθώς και κάποιων άλλων συγγενών του,και η χειροτέρευση της υγείας του. Παρόλο που ο Ελληνας Αυτοκράτορας της Νίκαιας τώρα, Θεόδωρος Λάσκαρις τον καλεί στη πρωτεύουσα του και ο Οικουμενικός Πατριάρχης του προτείνει την ποίμανση της χηρεύουσας Μητρόπολης της Νάξου, εκείνος αρνείται και τα δύο, μια που η κατάσταση της υγείας του-η επιδείνωση των ρευματισμών του- δεν του επέτρεπε ούτε να κάνει ένα βήμα έξω απο το κατώφλι του κελλιού του, στο μοναστήρι. Τελικά, πεθαίνει στη Κεα το 1120.


Συγγράμματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μιχαήλ Ακομινάτος άφησε κατηχητικές ομιλίες, πανηγυρικούς, θρηνητικούς και ομοίους άλλους λόγους, επιστολές και ποιήματα.

Η πρώτη έκδοση έργου του Μιχαήλ Ακομινάτου ήταν η μονωδίαν εις τον αδελφόν αυτού Νικήτα Χωνιάτη που εκδόθηκε το 1566 απο τον Πέτρο Μορέλλι στο Παρίσι, στα λατινικά. Το ίδιο κείμενο ανατυπώθηκε άλλες τρείς φορές στα λατινικά πάλι έως το 1865 που εκδόθηκε στα ελληνικά στη σειρά της Πατρολογίας του Migne.
Ο πρώτος που έγραψε για τη ζωή και το έργο του ήταν ο Ιταλός Baldini, προϊστάμενος της Λαυρεντιακής Βιβλιοθήκης της Φλωρεντίας, ο οποίος υπέβαλε στα 1767 στη Γαλλική Ακαδημία Γραμμάτων και Επιγραφών την επιστολή περί Μιχαήλ Ακομινάτου και του έργου αυτού.
Στην ελληνική γλώσσα όλο το έργο του Μιχαήλ Χωνιάτη βρίσκεται στο βιβλίο του Σπυρίδωνα Λάμπρου ΜΙΧΑΗΛ ΧΩΝΙΑΤΗ, Τα Σωζόμενα,Αθήνα 1879/1880

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]