Βαλτόκιρκος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Βαλτόκιρκος
Θηλυκός βαλτόκιρκος
Θηλυκός βαλτόκιρκος
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1) [1]
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Αετόμορφα (Accipitriformes)
Οικογένεια: Αετίδες (Accipitridae)
Υποοικογένεια: Αετίνες (Accipitrinae) [2]
Γένος: Κίρκος (Circus) (Lacépède, 1799) M
Είδος: C. cyaneus
Διώνυμο
Circus cyaneus (Κίρκος ο κυανούς)
Linnaeus, 1766
Υποείδη

Circus cyaneus cyaneus
Circus cyaneus hudsonius

Ο Βαλτόκιρκος είναι είδος ημερόβιου αρπακτικού πτηνού, ένα από τα μέλη της ομάδας των κίρκων που απαντώνται και στον ελλαδικό χώρο,. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Circus cyaneus και περιλαμβάνει 2 υποείδη. [3]

Στην Ελλάδα απαντάται το υποείδος Circus cyaneus cyaneus, που είναι χειμερινός επισκέπτης στη χώρα. [4]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λατινική λέξη cyaneus (cȳănĕus, a, um) σημαίνει: «σκούρος κυανός, κυανός στο χρώμα της θάλασσας» και, μάλιστα είναι καταγραμμένη με αναφορά στον Πλίνιο (cyaneo colore avis, Plin. 10, 32, 47, § 89: stagna, Prud. Psych. 858), [5] και συσχετίζεται, πιθανότατα, με την ελαφρά κυανόγκριζα απόχρωση του φτερώματος, αλλά βέβαια, κατ’ουδένα τρόπο μπορεί να θεωρηθεί ότι ο χρωματισμός του είναι κυανός. [6]

Η αγγλική ονομασία του είδους (Hen Harrier), σχετίζεται με τις διατροφικές του προτιμήσεις στα ορνιθόμορφα [i] Η ελληνική ονομασία του είδους παραπέμπει στο κυριότερο ενδιαίτημα του πτηνού.

Συστηματική Ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μερικοί ερευνητές θεωρούν ότι, το αμερικανικό υποείδος Circus cyaneus hudsonius πρέπει να αναβαθμιστεί σε ξεχωριστό είδος Circus hudsonius. [7] Όμως, η άποψη αυτή, δεν έχει γίνει αποδεκτή παγκοσμίως, [8] και η Διεθνής Ορνιθολογική Επιτροπή, έχει έντονες αμφιβολίες για την υιοθέτησή της. [9] Σύμφωνα με μοριακές μελέτες, οι γενετικές διαφορές μεταξύ των δύο υποειδών είναι πολύ μικρές, επομένως, μέχρι τώρα δεν παρέχεται κάποια στέρεη βάση για μια σαφή απόφαση υπέρ του διαχωρισμού τους. [10]

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης εξάπλωσης του είδους Circus cyaneus Πράσινο σκούρο: μόνιμος κάτοικος (επιδημητικός), Πράσινο ανοικτό: Καλοκαιρινές περιοχές αναπαραγωγής, Μπλε: Περιοχές διαχείμασης

Ο βαλτόκιρκος έχει μια ευρεία περιοχή εξάπλωσης στο Βόρειο ημισφαίριο, σε όλες τις ηπείρους, αν και στην Αφρική, έχει μικρή παρουσία. Επίσης, απαντάται και σε κάποιες χώρες της Ν. Αμερικής.

Περιοχές αναπαραγωγής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βαλτόκιρκος αναπαράγεται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, είτε ως μόνιμος (επιδημητικός) κάτοικος, είτε ως καλοκαιρινός επισκέπτης και απουσιάζει μόνον από την Ισλανδία. Οι περιοχές αναπαραγωγής στην Ασία, βρίσκονται σχεδόν αποκλειστικά σε όλη τη Σιβηρία, όπου ματαναστεύει τους καλοκαιρινούς μήνες, καθώς και σε περιοχές του Καζακστάν, της Μογγολίας και της ΒΑ Κίνας. Στην Αμερική, η αναπαραγωγή γίνεται όλο το χρόνο ή/και το καλοκαίρι σε όλο σχεδόν τον Καναδά και τις Ηνωμένες Πολιτείες, συμπεριλαμβανομένης και της Αλάσκας.

Περιοχές διαχείμασης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι περιοχές διαχείμασης βρίσκονται νότια των περιοχών αναπαραγωγής, ανάλογα με το γεωγραφικό πλάτος. Στην Ευρώπη βρίσκονται κυρίως στα Βαλκάνια, σε μεγάλο μέρος της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ιβηρικής. Στην Ασία, οι περιοχές διαχείμασης περιλαμβάνονται σε μία ζώνη που ξεκινάει από τη Μικρά Ασία και τη Μέση Ανατολή και μέσω του Καυκάσου, του Ιράκ, του Ιράν, της περιοχής των Αλτάι και του Θιβέτ, φθάνει ανατολικά μέχρι την Κίνα, το Βιετνάμ, την Κορέα και όλη την Ιαπωνία.

Στην Αμερική η διαχείμαση γίνεται σε κάποιες μικρές περιοχές, στα βορειοδυτικά σύνορα μεταξύ ΗΠΑ και Καναδά, στις ΝΑ Ηνωμένες Πολιτείες, στο Μεξικό, στα νησιά της Καραϊβικής και, σε όλη την Κ. Αμερική, μέχρι την Κολομβία και τη Βενεζουέλα, περνώντας στη νοτιοαμερικανική ήπειρο. Στην Αφρική, τέλος, οι περιοχές διαχείμασης βρίσκονται σε κάποιους θύλακες στο Μαρόκο, την Αλγερία, την Τυνησία, τη Λιβύη και την Αίγυπτο, συμπεριλαμβανομένης της χερσονήσου του Σινά.

Στην Ελλάδα δεν φωλιάζει και απαντάται μόνον ως χειμερινός επισκέπτης, [11] είτε ως διερχόμενο μεταναστευτικό πτηνό. [12]

Μεταναστευτικές οδοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρσενικός βαλτόκιρκος

Ο βαλτόκιρκος θεωρείται, γενικότερα, αποδημητικό πτηνό σε μεγάλη έκταση της περιοχής εξάπλωσής του. Η φθινοπωρινή αποδημία στην Ευρώπη ξεκινάει στα τέλη Αυγούστου, φθάνοντας στην κορύφωσή της τον Οκτώβριο και το Νοέμβριο, ενώ η εαρινή αρχίζει από τα τέλη Φεβρουαρίου και τελειώνει στα τέλη Απριλίου ή στις αρχές Μαΐου. Τυχαία, περιπλανώμενα άτομα έχουν φθάσει μέχρι την Ισλανδία και τα νησιά Φερόες, τη Μαλαισία και τη Σιγκαπούρη, τη Σενεγάλη και το Σουδάν. [1]

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βαλτόκιρκος συχνάζει σε μεγάλες ανοικτές περιοχές που περιλαμβάνουν από υγρά, βαλτώδη μέρη ή τυρφώνες, μέχρι στεγνά ενδιαιτήματα όπως είναι η τάιγκα, διάφορα ομιχλώδη εδάφη με χαμηλή βλάστηση (moors) και στέπες, περιοχές που γειτνιάζουν με κωνοφόρα και, ειδικά στη δυτική Ευρώπη, χωράφια με δημητριακά. [13]

Τα ενδιαιτήματα αναπαραγωγής μπορεί επίσης να ποικίλλουν, ανάλογα με την επικράτεια. Για παράδειγμα, στην Ολλανδία, από τους 38 τόπους φωλιάσματος, οι 23 βρίσκονταν σε ημιδασώδεις περιοχές, οι 11 σε μικρά ξέφωτα υγρών δασικών περιοχών και οι 4 σε ανοικτούς οικοτόπους, οι οποίοι χαρακτηρίζονταν από καλαμώνες και θάμνους με βάτα (Rubus). [14] Στη Γερμανία (Κάτω Σαξονία), από 27 τόπους φωλιάσματος, οι 6 ήταν σε βάλτους, ή υγρά λιβάδια, οι 17 σε υγρούς τυρφώνες (bogs), ο ένας σε ερεικώνες και οι 3 σε καλλιέργειες με σιτηρά.

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θηλυκός βαλτόκιρκος στον οικότοπό του

Ο βαλτόκιρκος είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος ευρωπαϊκός κίρκος, ελαφρά μεγαλύτερος από τον λιβαδόκιρκο, αλλά μικρότερος από τον καλαμόκιρκο. Όπως και οι άλλοι κίρκοι εμφανίζει έντονο φυλετικό διμορφισμό.

Στο αρσενικό, το κεφάλι, ο λαιμός, το άνω τμήμα του κορμού, το πάνω μέρος των δευτερευόντων ερετικών και των έσω πρωτευόντων, όπως και το πάνω μέρος της ουράς είναι γκρίζα -με κάποια ελαφρά μπλέ απόχρωση-. Τα μεσαία πρωτεύοντα και τα έξω ερετικά φτερά είναι μαύρα. Γενικά, είναι σχεδόν ολόκληρο γκρίζο στο πάνω μέρος, χωρίς το καφέ χρώμα του καλαμόκιρκου. Το κάτω μέρος είναι γκριζόασπρο, που έρχεται σε έντονη αντίθεση με τον γκριζοκυανό λαιμό.

Το θηλυκό είναι καφετί σε διάφορες αποχρώσεις με κάθετες γραμμές ή πιτσιλιές στο κάτω μέρος του σώματος. [15] Η άνω επιφάνεια χαρακτηρίζεται από τέσσερα χρώματα: καφέ κεφάλι και ωμοπλάτη, γκρίζα δευτερεύοντα ερετικά, μαύρα πρωτεύοντα στις άκρες τους και λευκό ουροπύγιο. Η ουρά στο κάτω μέρος είναι ραβδωτή. Τα νεαρά άτομα είναι όμοια με τα θηλυκά και, πολύ δύσκολα ξεχωρίζουν από τα θηλυκά του λιβαδόκιρκου και του στεπόκιρκου. [16]

Το είναι λευκό και στα δύο φύλα, μια ειδοποιός διαφορά από τον καλαμόκιρκο στην παρατήρηση πεδίου.

Η ίριδα, το κήρωμα και τα πόδια είναι κίτρινα στα ενήλικα πουλιά, ενώ το ράμφος και οι γαμψώνυχες είναι μαύρα. Η ίριδα των νεοσσών είναι γκρι-μπλε και οι ταρσοί τους είναι ροζ.

  • Μήκος σώματος: (41-)45 έως 52(-55) εκατοστά.
  • Άνοιγμα πτερύγων: (97-)105 έως 118(-120) εκατοστά.
  • Βάρος: Αρσενικό: 290-400 γραμμάρια, θηλυκό: 390-710 γραμμάρια, κατά μέσον όρο.

Πτήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρσενικός βαλτόκιρκος (ραχιαία όψη)

Ο βαλτόκιρκος, κατά την πτήση, έχει το χαρακτηριστικό πέταγμα των κίρκων, πετάει δηλαδή χαμηλά πάνω από το έδαφος, με τις πτέρυγες ανορθωμένες σε σχήμα V. Το πέταγμά του είναι λίγο «ελαφρύτερο» από του Καλαμόκιρκου. [17]

Μέθοδοι κυνηγιού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κυνηγάει, αιφνιδιάζοντας το θήραμα, το οποίο συλλαμβάνει σε μικρή απόσταση από την επιφάνεια του εδάφους, ενώ σπάνιες φορές κυνηγάει από ακίνητη θέση. Πολλές φορές κάνει κύκλους σε μία συγκεκριμένη περιοχή αναζητώντας λεία. [18]

  • Οι βαλτόκιρκοι χρησιμοποιούν την ακοή τους κατά τη διάρκεια του κυνηγιού, διότι έχουν ανεπτυγμένη τη συγκεκριμένη αίσθηση σε σχέση με άλλα ημερόβια αρπακτικά. Αυτό φαίνεται να οφείλεται στο, σχετικά, δισκοειδές σχήμα του κεφαλιού τους, που παραπέμπει σε γλαυκόμορφα πτηνά. [19]

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θηλυκός βαλτόκιρκος (κοιλιακή όψη)

Οι βαλτόκιρκοι κυνηγούν κατά κύριο λόγο μικρά θηλαστικά-έως και 95%-, [20] όπως κάνουν οι περισσότεροι κίρκοι. Τα προτιμώμενα είδη θηραμάτων μπορεί να περιλαμβάνουν ποντίκια, χωραφοπόντικες, αρουραίους και σκίουρους εδάφους. Ωστόσο, και πουλιά θηρεύονται αρκετές φορές, ειδικά από τα αρσενικά, όπως στρουθιόμορφα (σπουργίτια, κορυδαλλοί, κελάδες), μικρά παρυδάτια και οι νεοσσοί των υδρόβιων πτηνών και ορνιθοειδών. Η συμπλήρωση της διατροφής, κατά καιρούς, γίνεται με αμφίβια (βάτραχοι), ερπετά και έντομα (κυρίως ορθόπτερα). [21]

Μεγαλύτερα θηράματα, όπως κουνέλια και πάπιες συλλαμβάνονται μερικές φορές, με τις δεύτερες, να έχει παρατηρηθεί, ότι οι βαλτόκιρκοι προσπαθούν να τις θανατώσουν με πνιγμό κάτω από την επιφάνεια του νερού. [22]

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περίοδος αναπαραγωγής του βαλτόκιρκου ξεκινάει από τα τέλη Απριλίου στις νότιες επικράτειες, μέχρι τις αρχές Ιουνίου στις βόρειες. Εάν καταστραφεί το πρώτο φώλιασμα, υπάρχει πιθανότητα να επαναληφθεί κατόπιν. [23] Πρόκειται για ένα από τα λίγα αρπακτικά που είναι γνωστό ότι εφαρμόζει την πολυγαμία, δηλαδή ένα αρσενικό μπορεί να ζευγαρώνει με πολλά θηλυκά. Μέχρι πέντε θηλυκά έχει παρατηρηθεί να έχουν ζευγαρώσει με ένα αρσενικό σε μια σεζόν. [24] Ο απαραίτητος ζωτικός χώρος αναπαραγωγής είναι, κατά μέσον όρο 2,6 τετραγωνικά χιλιόμετρα. [25]

Η φωλιά κατασκευάζεται πάνω στο έδαφος ή σε ένα σωρό από χώμα ή χόρτα και, συνήθως, με κάλυψη από υψηλή βλάστηση ή θάμνους. Η περιοχή φωλιάσματος, συχνά, επαναχρησιμοποιείται, όχι όμως και η ίδια η φωλιά. Κάποιες φορές τα ζυγαρώματα γίνονται σε χαλαρές, ολιγομελείς αποικίες. [26]

Αρσενικός βαλτόκιρκος (κοιλιακή όψη)

Το κτίσιμο της φωλιάς γίνεται κυρίως από το θηλυκό, σε ένα ξερό σημείο, με την τοποθέτηση ενός λεπτού στρώματος από μικρά κλαδιά ή καλάμια, επιστρωμένο με γρασίδι. Αν η κατασκευή γίνει πάνω σε υγρό έδαφος, τότε η φωλιά είναι συνήθως μεγαλύτερη. [27]

Η γέννα αποτελείται από 4-6 αυγά, κάποιες φορές, όμως, μπορεί να φθάσει μέχρι 10 και 12 αυγά. Η εναπόθεση γίνεται με διαστήματα 2 ή και περισσοτέρων ημερών και η επώαση -που ξεκινάει είτε από το δεύτερο είτε από το τέταρτο αυγό-, πραγματοποιείται αποκλειστικά από το θηλυκό, και διαρκεί 29-39 ημέρες, με το αρσενικό να εφοδιάζει με τροφή. [28][29]

Μετά την εκκόλαψη, τη σίτιση των νεοσσών αναλαμβάνει το θηλυκό, για 14 ημέρες, ενώ το αρσενικό προμηθεύει την τροφή, που τη δίνει στο θηλυκό εν πτήσει, χωρίς να προσγειωθεί στη φωλιά και, εάν χρειαστεί να μείνει κοντά στα μικρά, δεν το κάνει για περισσότερο από 5 λεπτά. [30][31] Οι νεοσσοί αποκτούν το πρώτο τους φτέρωμα στις 14 ημέρες και το ολοκληρώνουν στις 35 ημέρες. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, βγαίνουν από τη φωλιά και παραμένουν κρυμμένοι στην παρακείμενη βλάστηση και, έρχονται πίσω μόνον όταν οι γονείς φέρνουν τροφή. [32] Οι μικρότεροι νεοσσοί, είναι πολύ πιθανόν να πεθάνουν νωρίς. Το πρώτο πέταγμα πραγματοποιείται στις 37 ημέρες, περίπου, αλλά μένουν κοντά στους γονείς τους, που εξακολουθούν να τους εφοδιάζουν με τροφή, ενώ αργότερα, απλώς τους συνοδεύουν. Η ανεξαρτητοποίηση των νεαρών πουλιών, δεν είναι γνωστό πόσο διαρκεί, αλλά πιθανότατα παίρνει πολύ χρόνο (πιθανόν 2 έτη στα αρσενικά και 3 στα θηλυκά). [33]

Στην Ελλάδα ο βαλτόκιρκος δεν φωλιάζει, αλλά έρχεται από τον Οκτώβριο στη χώρα για να ξεχειμωνιάσει, ενώ φεύγει και πάλι νωρίς τον Απρίλιο για τις περιοχές αναπαραγωγής. [34]

Προσδόκιμο επιβίωσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λίγες πληροφορίες είναι διαθέσιμες σχετικά με το προσδόκιμο ζωής στους βαλτόκιρκους. Είναι γνωστό ότι η μεγαλύτερη καταγεγραμμένη διάρκεια ζωής ήταν 16 έτη και 5 μήνες, αλλά, ακόμη και οι ενήλικες, ζουν σπάνια περισσότερο από 8 χρόνια, με τη θνησιμότητα στα πρώιμα στάδια της ζωής να συνδέεται με τη θήρευση. Οι θηρευτές των αυγών και των νεοσσών περιλαμβάνουν ρακούν, κουνάβια, ασβούς, αλεπούδες, κορακοειδή, σκύλους και κουκουβάγιες. [35] Εάν ένα αρπακτικό πλησιάσει, και οι δύο γονείς αντιδρούν επιθετικά, με κραυγές συναγερμού και χτυπήματα με τα νύχια. Οι βαλτόμπουφοι είναι οι κύριοι φυσικοί εχθροί του είδους, αφού μοιράζονται τα ίδια ενδιαιτήματα και θηράματα, καθώς επίσης και έχοντας μια εξίσου ευρεία περιοχή εξάπλωσης. Περιστασιακά, κατά την αναζήτηση τροφής, τόσο οι βαλτόκιρκοι όσο και οι βαλτόμπουφοι, παρενοχλούν ο ένας τον άλλο μέχρι το θύμα να ρίξει τη λεία του και να κλαπεί, μια πρακτική που είναι γνωστή ως κλεπτοπαρασιτισμός (kleptoparasitism). Συνηθέστερα, οι επιτιθέμενοι είναι οι βαλτόκιρκοι, παρά το αντίστροφο.

Θηλυκός βαλτόκιρκος (ραχιαία όψη)

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ευρωπαϊκοί πληθυσμοί του Βαλτόκιρκου είχαν μειωθεί σε πολλές περιοχές μεταξύ του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, λόγω της εκτεταμένης καταστροφής των αρχικών οικοτόπων με την αποστράγγιση και την εντατική γεωργική χρήση των πεδινών περιοχών, των τυρφώνων και χέρσων εδαφών, καθώς και από τη γενική εντατικοποίηση της χρήσης των ανοικτών τοπίων. Ενώ τα πληθυσμιακά αποθέματα, στη δυτική και νοτιοδυτική Ευρώπη, έχουν σταθεροποιηθεί κυρίως μετά το 1990, σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Ισπανία, [36], εν τούτοις, ο Βαλτόκιρκος είναι πλέον σε μεγάλο βαθμό εξαφανισμένος στην κεντρική ευρωπαϊκή ενδοχώρα.

Στις Κάτω Χώρες και τη Γερμανία, από τα μέσα του 20ου αιώνα, καταβάλλεται προπάθεια για τη δημιουργία και διατήρηση μικρών πληθυσμών στα νησιά της Βόρειας Θάλασσας, ενώ επίσης, στην Πολωνία υπάρχουν ακόμη μικροί πληθυσμοί στις ποτάμιες πεδιάδες. Παρόλα αυτά, ο βαλτόκιρκος σήμερα κατατάσσεται ως είδος Ελαχίστης ανησυχίας από την IUCN. [1]

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον ελλαδικό χώρο, o βαλτόκιρκος απαντάται και με τις ονομασίες Λιμνογέρακο, Περιστερογέρακο, [37][38] και Χειμωνόκιρκος. [39]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

i. ^  Η αγγλική λέξη hen, αντίθετα με ό,τι πιστεύεται, δεν σημαίνει μόνον «όρνιθα», «κότα», αλλά το θηλυκό φύλο πολλών πτηνών, ιδιαίτερα όλων των ορνιθόμορφων. Για παράδειγμα, οι θηλυκοί λαγόποδες, οι θηλυκές πέρδικες, οι θηλυκοί αγριόγαλοι κ.α., αποκαλούνται hens, σε αντιπαραβολή με τα αρσενικά που ονομάζονται cocks. [40]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 BirdLife International (2013). Circus cyaneus στην Κόκκινη Λίστα Απειλούμενων Ειδών της IUCN. Έκδοση 2013.2. Διεθνής Ένωση Προστασίας της Φύσης (IUCN). Ανακτήθηκε 29 Μαρτίου 2014.
  2. Thiollay, 1994
  3. Howard and Moore, p. 104
  4. Howard and Moore, p. 104
  5. http://artflx.uchicago.edu/cgi-bin/philologic/getobject.pl?c.2:6173.lewisandshort
  6. Viktor Wember
  7. u. a. R. E. Simmons
  8. Die Hudsonweihe bei Avibase
  9. IOC World Bird List, Greifvögel
  10. A. Kocum
  11. Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 84
  12. Όντρια, σ. 83
  13. Northern Harrier (Circus cyaneus)". Wildlife Fact Sheets. Texas Parks and Wildlife Department. Retrieved 25 June 2012
  14. R. G. Bijlsma
  15. Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 84
  16. Bertel Bruun , p. 84
  17. Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 84
  18. Northern Harrier (Circus cyaneus)". Wildlife Fact Sheets. Texas Parks and Wildlife Department. Retrieved 25 June 2012
  19. Ferguson-Lees, J.; Christie, D.
  20. Ryser
  21. Ferguson-Lees, J.; Christie, D.
  22. Ferguson-Lees, J.; Christie, D.
  23. Harrison, p. 106-7
  24. Northern Harrier, Life History, All About Birds – Cornell Lab of Ornithology. Allaboutbirds.org. Retrieved on 2012-08-23
  25. Macwhirter, R., K. Bildstein
  26. Harrison, p. 106-7
  27. Harrison, p. 106-7
  28. Harrison, p. 107
  29. Northern Harrier (Circus cyaneus)". Wildlife Fact Sheets. Texas Parks and Wildlife Department. Retrieved 25 June 2012
  30. Scott Weidensaul
  31. Macwhirter, R., K. Bildstein
  32. Harrison, p. 107
  33. Harrison, p. 107
  34. Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 84
  35. Wheeler, B., W. Clark
  36. Chief Constable reminds wildlife criminals of jail threat[dead link]
  37. Απαλοδήμος, σ. 37
  38. Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 84
  39. http://www.ornithologiki.gr/page_list.php?lID=3&sp=yes&st=no&sf=yes&ss=yes
  40. http://dictionary.reference.com/browse/hen?s=t&path=/

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • Collin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάνικα, τόμος 34 , λήμμα «Κίρκος»
  • Ιωάννη Όντρια, Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Γ. Χανδρινού-Α. Δημητρόπουλου, Αρπακτικά Πουλιά της Ελλάδας, εκδόσεις Ευσταθιάδη, Αθήνα, 1982.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας, Αθήνα 1992»
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • IUCN Red List: http://www.iucnredlist.org/
  • R. G. Bijlsma: Ecologische Atlas van de Nederlandse Roofvogels. Schuyt & Co, Haarlem 1993, ISBN 90-6097-348-8: S. 104
  • Ferguson-Lees, J.; Christie, D. (2001). Raptors of the World. London: Christopher Helm. ISBN 0-7136-8026-1.
  • A. Kocum: Phylogenie der Accipitriformes (Greifvögel) anhand verschiedener nuklearer und mitochondrialer DNA-Sequenzen. Dissertation an der Ernst-Moritz-Arndt-Universität Greifswald, 2006: S. 164–169.
  • Macwhirter, R., K. Bildstein. 1996. Northern Harrier. The Birds of North America, 210: 1–25.
  • Ryser, F. 1985. Birds of the Great Basin: A Natural History. Reno, Las Vegas: University of Nevada Press ISBN 087417080X
  • u. a. R. E. Simmons: Harriers of the world: their behaviour and ecology. Oxford University Press, 2000. ISBN 0-19-854964-4
  • Scott Weidensaul (1996). Raptors: the birds of prey. Lyons & Burford. ISBN 978-1-55821-275-6.
  • Viktor Wember: Die Namen der Vögel Europas – Bedeutung der deutschen und wissenschaftlichen Namen, Aula-Verlag, Wiebelsheim 2007, ISBN 978-3-89104-709-5: S. 98
  • Wheeler, B., W. Clark. 1995. A Photographic Guide to North American Raptors. San Diego: Academic Press Inc ISBN 071366763X
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Hen Harrier της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Kornweihe της Γερμανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).