Ασπροσουσουράδα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ασπροσουσουράδα
Ενήλικη αρσενική ασπροσουσουράδα του υποείδους M. a. alba (αναπαραγωγικό πτέρωμα)
Ενήλικη αρσενική ασπροσουσουράδα του υποείδους M. a. alba (αναπαραγωγικό πτέρωμα)
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1) [2]
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Στρουθιόμορφα (Passeriformes)
Οικογένεια: Σεισοπυγίδες (Motacillidae)
Γένος: Σεισοπυγίς (Motacilla) (Linnaeus, 1758) F
Είδος: M. alba
Διώνυμο
Motacilla alba (Σεισοπυγίς η λευκή) [1]
Linnaeus, 1758
Υποείδη

Motacilla alba alba
Motacilla alba alboides
Motacilla alba baicalensis
Motacilla alba dukhunensis
Motacilla alba leucopsis
Motacilla alba lugens
Motacilla alba ocularis
Motacilla alba persica
Motacilla alba personata
Motacilla alba subpersonata
Motacilla alba yarrellii

Η Ασπροσουσουράδα είναι στρουθιόμορφο πτηνό της οικογενείας των Σεισοπυγιδών, που απαντάται και στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Motacilla alba και περιλαμβάνει 11 υποείδη. [3]

Στην Ελλάδα απαντάται το υποείδος Motacilla alba alba (Linnaeus, 1758). [4]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιστημονική ονομασία του γένους, motacilla, είναι λατινική και έχει ως ρίζα το ρήμα moto «κινώ», με σαφή αναφορά στη χαρακτηριστική κίνηση του οπισθίου τμήματος του πτηνού. [5] Αυτό ισχύει και για την αγγλική ονομασία wagtail «κινώ την ουρά».

Η ίδια σημασία αποδίδεται και στην ελληνική λαϊκή ονομασία «σουσουράδα», με ενδιαφέρουσα ετυμολογία: [ΕΤΥΜ. < σεισουράδα (με προληπτ. αφομοίωση) < σεισούρα (< σείω, πβ; αόρ. έ-σεισ-α, + ουρά) + παραγ. επίθημα -άδα]. [6] Επίσης, η λόγια ονομασία του πτηνού «σεισοπυγίς», έχει τα ίδια εννοιολογικά χαρακτηριστικά: [ΕΤΥΜ. < μτγν. σεισοπυγίς, -ίδος < σεισο- (< αρχ. σείω, πβ. αόρ. σεΐσ-ai) + - πυγίς < αρχ. πυγή ≪οπίσθια≫.[7]

Τόσο η επιστημονική alba, όσο και οι λαϊκές ονομασίες του είδους, ελληνική και αγγλική, συσχετίζονται με το χαρακτηριστικό ασπρόμαυρο πτέρωμα του πτηνού.

Συστηματική ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος περιγράφηκε για πρώτη φορά από τον Λινναίο το 1758, στο περίφημο έργο του Systema Naturae. [8] Φυλογενετικά, το είδος φαίνεται να είναι στενά συνδεδεμένο με τα είδη Motacilla grandis, M. madaraspatensis, M. samveasnae και M. aguimp, σχηματίζοντας υπερείδος μαζί τους. Ωστόσο, δεδομένα κυτοχρώματος b mtDNA και ακολουθίας NADH αφυδρογονάσης (υπομονάδα 2), δείχνουν ότι το είδος ανήκει σε πολυφυλετική ή παραφυλετική ομάδα. [9] Η ταξινομική του είδους παραμένει αρκετά προβληματική, με διάσταση απόψεων μεταξύ των ερευνητών, για την ύπαρξη ή όχι κάποιων υποειδών. Στο παρόν λήμμα, ακολουθείται η κατά Howard & Moore ταξινομική (βλ. Πίνακα).

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης εξάπλωσης των υποειδών του Motacilla alba, με σχηματοποιημένες τις μορφολογικές διαφορές τους (εμφανίζονται μόνον οι περιοχές αναπαραγωγής τους, ενώ οι περιοχές διαχείμασης είναι διαφορετικές)

Η ασπροσουσουράδα είναι ανάλογα με το υποείδος, πλήρως, μερικώς μεταναστευτικό ή και επιδημητικό πτηνό, αν και σε γενικές γραμμές, οι περισσότεροι πληθυσμοί είναι αποδημητικοί, με ευρεία κατανομή σε όλο τον Παλαιό Κόσμο, ιδιαίτερα στην Ευρασία, ενώ κάποιοι πληθυσμοί φθάνουν μέχρι τον Βερίγγειο πορθμό και τη Δ Αλάσκα, στην Αμερική. Η αναπαραγωγική του επικράτεια εκτείνεται σε μεγάλα γεωγραφικά πλάτη, μέχρι τις 75° περίπου, λίγο πριν τις αρκτικές περιοχές, ενώ βρίσκεται σε όλα τα ενδιαιτήματα πλην των ερημικών. [10]

Στην Ευρώπη απαντάται είτε ως επιδημητικό πτηνό, είτε ως καλοκαιρινός αναπαραγόμενος επισκέπτης, σε όλη την ήπειρο, ακόμη και στην Ισλανδία, ενώ φθάνει μέχρι και τις ανατολικές ακτές της Γροιλανδίας.

Το κύριο στοιχείο που κρίνει τις διαφορές μεταξύ των υποειδών, είναι ο χρωματισμός και το γενικότερο παρουσιαστικό του κεφαλιού στα αρσενικά, κατά την αναπαραγωγική περίοδο, όπως και ο γενικότερος χρωματισμός της ράχης. Σύμφωνα με αυτές τις διαφορές, τα ανά τον κόσμον υποείδη κατατάσσονται σε 3 μεγάλες ταξινομικές ομάδες (groups):

  • Ομάδα alba: περιλαμβάνει τα υποείδη 1, 4, 10 και 11
  • Ενδιάμεση (Intermediate) Ομάδα: περιλαμβάνει τα υποείδη 3, 7, 8 και 9
  • Ομάδα lugens: περιλαμβάνει τα υποείδη 2, 5 και 6 (βλ. Πίνακα).

Στις θέσεις όπου οι πληθυσμοί των διαφορετικών υποειδών αλληλοεπικαλύπτονται, υπάρχει ανάμιξη ατόμων και παραγωγή υβριδίων, αλλά οι διαφορές τους από τους αμιγείς πληθυσμούς δεν είναι τέτοιες που να στοιχειοθετούν νέα υποείδη, τουλάχιστον κατά τους περισσότερους ερευνητές, ωστόσο πάντοτε υπάρχουν διαφωνίες και διαφορετικές απόψεις.

Αρ. Υποείδος Περιοχές αναπαραγωγής (επιδημητικό ή/και καλοκαιρινός επισκέπτης) Περιοχές μετακίνησης ή/και διαχείμασης Σημειώσεις
1 Motacilla alba alba Ευρώπη, ανατολικά μέχρι τα Ουράλια Όρη, Δ Μικρά Ασία και Εγγύς Ανατολή (Λεβάντε). Βόρεια μέχρι Ισλανδία, Φερόες και Α Γροιλανδία Ν Ευρώπη (ανάμιξη μόνιμων και μεταναστευτικών πληθυσμών), Αραβία, Β και τροπική Αφρική μέχρι Κένυα και Μαλάουι Είναι το αποκλειστικό ευρωπαϊκό υποείδος, μαζί με το 11. Συμπεριλαμβάνει το 6 σύμφωνα με κάποιους ερευνητές
2 Motacilla alba alboides ΝΔ Κίνα, Ιμαλάια, ΒΑ Μιανμάρ μέχρι Β Βιετνάμ και Λάος Τοπικές μετακινήσεις στην περιοχή
3 Motacilla alba baicalensis Βαϊκάλη , Κ και Β εσωτερική Μογγολία, περιοχές του Δ Αμούρ Α Κίνα και [[ΝΑ Ασία
4 Motacilla alba dukhunensis Κ Μικρά Ασία, Τρανσκαυκασία, Α Κασπία Θάλασσα, τμήμα των Καζακστάν, Ουζμπεκιστάν και Τουρκμενιστάν, Σιβηρία μέχρι τη χερσόνησο Ταϊμίρ, ΝΔ και ΒΔ Ιράν ΒΑ Αφρική και ΝΔ Ασία μέχρι τη Β Βόρνεο Συμπεριλαμβάνεται στο 1 από κάποιους ερευνητές
5 Motacilla alba leucopsis ΝΚ, Α και ΝΑ Κίνα, Κορέα και κοιλάδες του μέσου Αμούρ, ανατολικά προς ΝΔ Ιαπωνία (Ρίου Κίου, Κιούσου) και Ταϊβάν Α και ΝΑ Ασία, Ινδία, Ωκεανία
6 Motacilla alba lugens Ρωσία (Κοριάκ, Πριμόρσκι Κράι, Χαμπαρόβσκ Κράι, Καμτσάτκα), Κουρίλες, Σαχαλίνη, Ιαπωνία (Χοκάιντο, Χονσού) Α Ασία, Ταϊβάν Συμπεριλαμβάνεται στο 1 από κάποιους ερευνητές, ενώ υπάρχει η άποψη ότι πρέπει να αναβαθμιστεί σε είδος, από άλλους
7 Motacilla alba ocularis Σιβηρία (κάτω και μέσος Γενισέι ανατολικά προς Δ Αλάσκα, Β Καμτσάτκα και Θάλασσα Οχότσκ Α και ΝΑ Ασία προς Φιλιππίνες
8 Motacilla alba persica ΒΚ και Ν Ιράν Ενδημικό στην περιοχή
9 Motacilla alba personata Ν Σιβηρία, Κ Ασία (οροσειρές Χίντου Κους, Τιαν Σαν, Αλτάι, Τατζικιστάν, Κιργιστάν, Καζακστάν), Β Αφγανιστάν, Β Ιράν, Β Πακιστάν, Β Ινδία (Κασμίρ) Ευρείες μετακινήσεις στην περιοχή
10 Motacilla alba subpersonata Δ Μαρόκο Ενδημικό στη χώρα
11 Motacilla alba yarrellii Ηνωμένο Βασίλειο και Ιρλανδία, τοπικά σε Νορβηγία, Γερμανία, Ολλανδία, Βέλγιο και ΒΔ Γαλλία Οι νότιοι πληθυσμοί είναι καθιστικοί, οι βόρειοι μεταναστεύουν σε Ισπανία και ΒΔ Αφρική Μαζί με το 1, αποτελούν τα ευρωπαϊκά υποείδη

Πηγές: [11][12][13]

(σημ. με έντονα γράμματα το υποείδος που απαντάται στον ελλαδικό χώρο)

Μεταναστευτική συμπεριφορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενικός χάρτης εξάπλωσης του είδους Motacilla alba (ανεξαρτήτως υποειδών). Κίτρινο: Καλοκαιρινές περιοχές αναπαραγωγής, Πράσινο: Mόνιμο (επιδημητικό), Μπλέ: Περιοχές διαχείμασης

Η καταγραφή των μεταναστευτικών οδών των διαφόρων πληθυσμών είναι αρκετά δύσκολη, δεδομένου ότι, πρακτικά, σε κάθε γεωγραφική περιοχή αναμιγνύονται άτομα που προέρχονται από διαφορετικά μέρη, ιδιαίτερα στις ενδιάμεσες κεντροασιατικές θέσεις. Ειδικά, το καλώς μελετημένο ευρωπαϊκό υποείδος Motacilla alba alba, ακολουθεί δύο μεταναστευτικές οδούς: η μία ανήκει στους δυτικούς και κεντρικούς ευρωπαϊκούς πληθυσμούς, με ΝΔ κατεύθυνση και, διαχείμαση στη Δ. Μεσόγειο και Δ. Αφρική. Αντίθετα, οι βόρειοι και ανατολικοί ευρωπαϊκοί πληθυσμοί, κινούνται ΝΑ και διαχειμάζουν στην Α. Μεσόγειο, Α. Αφρική και στην Αραβική χερσόνησο. Οι κεντροευρωπαϊκοί πληθυσμοί διαχειμάζουν κυρίως σε μία ευρεία ζώνη που εκτείνεται απο τη ΝΔ. Ευρώπη, μέχρι το Μαρόκο και την Αλγερία.

Η μετανάστευση των ευρωπαϊκών πληθυσμών προς τα εδάφη διαχείμασης αρχίζει από το Σεπτέμβριο, κορυφώνεται στα μέσα Οκτωβρίου, ενώ οι τελευταίοι, μικροί πληθυσμοί φεύγουν το πρώτο δεκαπενθήμερο του Νοεμβρίου. Η εαρινή αποδημία στα εδάφη αναπαραγωγής αρχίζει τον Φεβρουάριο, με την άφιξη να πραγματοποιείται το 2ο ή 3ο δεκαήμερο του Μαρτίου, ενώ έχει ολοκληρωθεί μέχρι τα μέσα Απριλίου. Τα πουλιά ταξιδεύουν χαμηλά και ακολουθούν το γεωγραφικό ανάγλυφο [14], με την εαρινή αποδημία να γίνεται τη νύκτα και την φθινοπωρινή, την ημέρα. [15]

Τυχαίοι, περιπλανώμενοι επισκέπτες έχουν αναφερθεί μεταξύ άλλων από τον Καναδά, την Αυστραλία, τη Γκαμπόν και το Μπουρούντι, τις Σεϋχέλλες και τα νησιά Παλάου. [2]

Στην Ελλάδα, η ασπροσουσουράδα είναι επιδημητική, μένει δηλαδή μόνιμα στη χώρα καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, αλλά υπάρχει ανάμιξη πληθυσμών και από άλλες χώρες κατά τις μεταναστεύσεις. [16][17] Στην Κύπρο απαντάται ως διαβατικός ή χειμερινός επισκέπτης, με λίγα ζευγάρια να αναπαράγονται στο νησί. [18]

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπαραγωγική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ασπροσουσουράδα συχνάζει σε ημι-ανοικτούς ή ανοικτούς χώρους, αλλά πρακτικά μπορεί να βρίσκεται παντού, εκτός από τα σκοτεινά, πυκνά δάση, ακόμη και στα πυκνοδομημένα κέντρα των πόλεων. [19] Μεγάλη σημασία έχουν οι εκτάσεις χωρίς, ή με πολύ χαμηλή βλάστηση που απαιτούνται για αναζήτηση τροφής, αλλά και οι ανθρωπογενείς δομές, όπως κτήρια ή δενδροστοιχίες για την κατασκευή της φωλιάς. [20] Γενικά, προτιμώνται περιοχές κοντά σε νερό, ιδιαίτερα με διάσπαρτες πέτρες, όπως είναι οι λασπώδεις, αμμώδεις ή χαλικώδεις όχθες δίπλα σε ποτάμια. [21][22] Σήμερα, το διαμορφωμένο τοπίο παρέχει κατάλληλες θέσεις σε μεγάλο βαθμό, όπως λιβάδια, χωράφια, αγροτικούς δρόμους, ανοικτές αγροτικές ή χέρσες περιοχές, ακόμη και ασφαλτοστρωμένες περιοχές ή λατομεία.

Μη αναπαραγωγική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος συχνάζει σε υδάτινες θέσεις όλων των ειδών, αλλά και στα οργωμένα χωράφια. Τα σμήνη που δημιουργούνται, συνήθως κουρνιάζουν σε περιοχές με καλαμιές, ιτιές ή άλλες προστατευμένες τοποθεσίες. Ειδικά στα βόρεια γεωγραφικά πλάτη, τα διαχειμάζοντα πουλιά αρέσκονται σε φωτεινές θέσεις, όπως και σε χώρους που φωτίζονται τη νύχτα, σε αστικές περιοχές, ώστε να έχουν ένα θερμότερο «μικροκλίμα». Στις περιοχές διαχείμασης της Β. Αφρικής, η ασπροσουσουράδα συχνάζει στην ακτή, σε αλυκές, οάσεις, πηγάδια και καταυλισμούς των νομάδων. [23]

Στο Ηνωμένο Βασίλειο τα 5 πρώτα ενδιαιτήματα που προτιμώνται, είναι στατιστικά τα εξής: Χωριά, Λιβάδια, Καλαμώνες, Πόλεις και Ρεικότοποι. [24]

  • Στις ορεινές περιοχές του Νεπάλ, το είδος μπορεί να εμφανίζεται ακόμη και μέχρι τα 2400-4800 μέτρα, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, ενώ το χειμώνα βρίσκεται κάτω από τα 1500 μέτρα. [25]

Στην Ελλάδα ανευρίσκεται σε ποτάμια, ρυάκια, αγρούς και λιβάδια, [26] κήπους, ακόμη μέσα στις πόλεις [27] ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του χειμώνα.

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Eνήλικη αρσενική ασπροσουσουράδα (μη αναπαραγωγικό πτέρωμα)

Η ασπροσουσουράδα είναι ένα από τα χαρακτηριστικότερα μικρά πουλιά της υπαίθρου και των πόλεων, εύκολα αναγνωρίσιμο από τη σιλουέτα του, με το λεπτό σώμα, τους ασπρόμαυρους χρωματισμούς και την μακριά ουρά που την κινεί συνεχώς πάνω-κάτω, κάτι που έδωσε την ονομασία στο είδος. Επίσης κινεί και το κεφάλι μπρος-πίσω όταν περπατάει, όπως κάνουν τα περιστέρια. Εμφανίζεται μικρός φυλετικός και εποχικός διμορφισμός, χωρίς όμως κάτι το εξαιρετικά διαφορετικό. Η μακριά ουρά έχει γυαλιστερό μαύρο χρώμα, με μόνο τα δύο εξωτερικά ζεύγη πτερών να είναι λευκά, κάτι ιδιαίτερα εμφανές όταν το πουλί είναι στον αέρα. Το ράμφος, οι ταρσοί και τα πόδια είναι σταχτόμαυρα και η ίριδα μαύρη.

Αναπαραγωγική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο γενικός χρωματισμός είναι γκρίζα ράχη, λευκή κοιλιά και ασπρόμαυρο κεφάλι με μαύρη κορυφή, γκρίζος τράχηλος, λευκό πρόσωπο και μαύρος λαιμός και στήθος (bib), αλλά αυτά τα τελευταία στοιχεία είναι εκείνα που διαφοροποιούν τα υποείδη μεταξύ τους. Στο αρσενικό είναι πολύ έντονο το γυαλιστερό μαύρο πηγούνι, ο λαιμός και το στήθος, με σαφή οριοθέτηση από τις κατάλευκες περιοχές του προσώπου και του γκρίζου τραχήλου και ράχης. Το ουροπύγιο είναι γκρι στο χρώμα του σχιστόλιθου προς μαύρο, καθώς και τα ανώτερα καλυπτήρια της ουράς, οι πλευρές των οποίων καλύπτονται από λευκό. Τα γκρι φτερά των ώμων οριοθετούνται από το καθαρό λευκό της κάτω επιφανείας του στήθους και των πλευρών (flanks). Οι πτέρυγες είναι καφέ-μαύρες αλλά με λευκές περιοχές, έτσι ώστε να φαίνονται ασπρόμαυρες από κάποια απόσταση.

Το θηλυκό μοιάζει με το αρσενικό στο πτέρωμα αναπαραγωγής, αλλά τα λευκά μέρη του προσώπου δεν είναι συνήθως τόσο σαφώς διαχωρισμένα από τις μαύρες περιοχές και εν μέρει, φέρουν στίγματα γκριζωπά. Το μαύρο χρώμα του λαιμού δεν οριοθετείται, επίσης, τόσο καλά από τη γκρίζα ράχη, ενώ και οι πτέρυγες δεν κάνουν την έντονη αντίθεση μαύρου-λευκού όπως στο αρσενικό. Η κορυφή του κεφαλιού είναι και αυτή μαύρη, αλλά δεν εκτείνεται σε όλο το εύρος της όπως στο αρσενικό, ενώ αναμιγνύεται με το γκρίζο του τραχήλου στο τέλος της. Πάντως, σε ορισμένα θηλυκά, το σχέδιο του κεφαλιού μπορεί να είναι απαράλλακτο με των αρσενικών.

Ασπροσουσουράδα του υποείδους M. a. leucopsis (μη αναπαραγωγικό πτέρωμα)

Η ασπροσουσουράδα είναι εξαιρετικά ποικιλόμορφο είδος, με κάποια υποείδη πιθανό να έχουν προκύψει λόγω μερικής γεωγραφικής απομόνωσης, όπως το βρετανικό υποείδος M. a. yarrellii. Αυτό, διαφέρει από το κύριο ευρωπαϊκό υποείδος M. a. alba, από τη μαύρη (ή πολύ σκούρα γκρι στα θηλυκά) ράχη, αλλά κατά τα άλλα είναι ίδιο στην εμφάνιση. Τα άλλα υποείδη, που η ύπαρξη ορισμένων από αυτά είναι αμφισβητήσιμη, διαφέρουν ως προς το χρώμα των πτερύγων, της ράχης και του κεφαλιού, ή κάποιων άλλων επί μέρους χαρακτηριστικών. Ιδιαίτερα στους ασιατικούς πληθυσμούς, μπορεί να είναι εξαιρετικά δύσκολο να γίνει διάκριση μεταξύ τους. [28][29][30][31] Φυλογενετικές μελέτες μιτοχονδριακού DNA δείχνουν ότι ορισμένα μορφολογικά χαρακτηριστικά έχουν εξελιχθεί περισσότερο από μία φορά, όπως η ράχη και τα χρώματα του λαιμού.

Μη αναπαραγωγική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο χειμερινό τους πτέρωμα, τα ενήλικα στερούνται των έντονων μαύρων περιοχών στο κεφάλι και στο στήθος, ειδικά στο τελευταίο, που περιορίζεται σε μία ημισεληνοειδή ζώνη. Το μέτωπο είναι «βρώμικο» λευκό προς γκρι, ενώ η κορυφή του κεφαλιού και ο τράχηλος ανάλογα με το φύλο έχουν μαύρο ή γκρίζο χρώμα. Το υπόλοιπο του πτερώματος μοιάζει με το πτέρωμα αναπαραγωγής. Το αρσενικό διαφέρει από το θηλυκό μόνο από την πιο πιο σκούρα κορυφή του κεφαλιού, ενώ κατά το πρώτο έτος της ζωής τους, τα αρσενικά έχουν ωχροκίτρινο πρόσωπο.

Aσπροσουσουράδα του υποείδους M. a. subpersonata

Στα νεαρά άτομα η άνω επιφάνεια του σώματος είναι κυρίως γκρίζα με κάποια ελαφρά κίτρινη απόχρωση και με τη ράχη λίγο πιο φωτεινή, ενώ η κορυφή του κεφαλιού και ο λαιμός έχουν ελαφρώς καφετί χρώμα. Η περιοχή πίσω από το μάτι φέρει μιαν ανοιχτόχρωμη λωρίδα, ενώ οι πλευρές του λαιμού, το πηγούνι και το μπροστινό του τμήμα είναι «βρώμικα» λευκά. Το στήθος φέρει μία σταχτοκίτρινη κεντρική περιοχή, ενώ οι πλευρές του στήθους είναι γκρι. Οι πτέρυγες και τα φτερά της ουράς μοιάζουν με των ενηλίκων, αλλά ξεθωριάζουν γρήγορα και στη συνέχεια δείχνουν μικρή αντίθεση μεταξύ των κέντρων και των ραφών τους. [32][33][34][35][36][37][38][39][40][41][42][43]

Βιομετρικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μήκος σώματος μαζί με την ουρά: (16,5-)18 έως 19(-21) εκατοστά (τα ασιατικά υποείδη είναι λίγο μεγαλύτερα)
  • Μήκος εκάστης πτέρυγας: Αρσενικό 9,1 ± 0,2 εκατοστά (σε δείγμα 3223 ατόμων στο Ηνωμένο Βασίλειο), Θηλυκό 8,8 ± 0.2 εκατοστά (σε δείγμα 2640 ατόμων στο Ηνωμένο Βασίλειο)
  • Μήκος ουράς: 9 εκατοστά
  • Βάρος: Αρσενικό 23.67 ± 1.78 γραμμάρια (σε δείγμα 2825 ατόμων στο Ηνωμένο Βασίλειο), Θηλυκό 22.13 ± 1.62 γραμμάρια (σε δείγμα 2348 ατόμων στο Ηνωμένο Βασίλειο) [44]

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ακριβής σύνθεση της διατροφής του είδους ποικίλλει ανά περιοχή, αλλά τα χερσαία και υδρόβια έντομα και άλλα μικρά ασπόνδυλα αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της. Περιλαμβάνονται σκαθάρια, λιβελούλες, μικρά σαλιγκάρια, αράχνες, σκουλήκια, καρκινοειδή, Δίπτερα και οι προνύμφες τους. [45] Μικρoί γόνοι ιχθύων έχουν επίσης καταγραφεί στη λεία του πτηνού. Η λευκοσουσουράδα είναι κάπως ασυνήθιστη σε εκείνες τις περιοχές όπου δεν είναι αποδημητική, δεδομένου ότι είναι εντομοφάγο πουλί που συνεχίζει να τρέφται με έντομα κατά τη διάρκεια του χειμώνα (τα περισσότερα άλλα εντομοφάγα πτηνά σε εύκρατα κλίματα μεταναστεύουν ή στρέφονται σε φυτικά υλικά). [46] Ωστόσο, σπάνια μπορεί να τρώγονται και μικροί καρποί ή σπόροι. Η αναζήτηση της τροφή τους γίνεται, κυρίως σε ανοικτές περιοχές με μικρή ή καθόλου βλάστηση, σχεδόν πάντοτε στο έδαφος, σπανιότερα στον αέρα όπως κάνουν οι μυγοχάφτες. [47] Αυτές μπορεί να είναι παραθαλάσσιες περιοχές, οικισμοί με κοντινά νερά, δρόμοι, μονοπάτια ή λιβάδια. Συλλαμβάνεται μόνο εκτεθειμένη λεία, ιδιαίτερα εκείνη που προέρχεται από το σκάψιμο ή τη διαταραχή που προκαλούν με την κίνησή τους στο έδαφος διάφορα μεγάλα ζώα, όπως αγελάδες πρόβατα και άλογα. [48][49][50]

Πτήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Aπροσουσουράδα του υποείδους M. a. yarrellii

Η πτήση της ασπροσουσουράδας είναι πολύ χαρακτηριστική, με ταχύτατη και ακριβή απογείωση και προσγείωση. Πετάει πολύ κυματιστά (undulating), ενώ όσο βρίσκεται στον αέρα αρθρώνει χαρακτηριστική φωνή. Όσο βρίσκεται στο έδαφος τρέχει πολύ γρήγορα με μικρούς βηματισμούς και βρίσκεται πάντοτε σε επιφυλακή.

Ηθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η χαρακτηριστική κίνηση της ουράς της ασπροσουσουράδας, όπως άλλωστε και όλων των σουσουράδων έχει μελετηθεί αρκετά, αλλά δεν έχει δοθεί κάποια ικανοποιητική εξήγηση της αιτίας που την προκαλεί. Κάποιοι ερευνητές υποθέτουν ότι, αυτό συμβαίνει για να προκαλέσει τον αιφνιδιασμό των εντόμων, που είναι η βασική της λεία. Άλλοι υποστηρίζουν ότι είναι μία κίνηση συμβολικής ιεραρχικής σημασίας μέσα σε ένα σμήνος, ενώ τελευταίες μελέτες υποστηρίζουν ότι είναι ένα «σήμα» επιφυλακής απέναντι σε πιθανούς θηρευτές. [51]

Φωνή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ασπροσουσουράδες αποκτούν σεξουαλική ωριμότητα από το 1ο έτος της ζωής τους, είναι μονογαμικά πτηνά και υπερασπίζονται τις περιοχές αναπαραγωγής τους, [52] ωστόσο, έχουν καταγραφεί και περιπτώσεις πολυγυνίας. [53][54] Η αναπαραγωγική περίοδος για τους περισσότερους πληθυσμούς είναι από τον Απρίλιο έως τον Αύγουστο, με την περίοδο να αρχίζει αργότερα στις βόρειες περιοχές. Και τα δύο φύλα είναι υπεύθυνα για την κατασκευή της φωλιάς, με το αρσενικό συνήθως να αρχίζει και, το θηλυκό να ολοκληρώνει τη διαδικασία.

Στα εδάφη όπου αναπαράγεται (βλ. Βιότοπος), η ασπροσουσουράδα φωλιάζει σε τρύπες ή κοιλότητες που πρακτικά μπορεί να βρίσκονται παντού, όπως σε κτήρια, τοίχους, αχυροσκεπές, σωλήνες, όχθες, γκρεμούς, δένδρα, συστάδες από αμμόφιλες πόες, αλλά ακόμη και φωλιές άλλων πτηνών, κυρίως χελιδονιών. [55] Η φωλιά είναι μία πρόχειρη κυπελοειδής κατασκευή από κλαδιά, χόρτα, φύλλα, ρίζες και βρύα. Επιστρώνεται με μαλακά υλικά, όπως τρίχες, φτερά και μαλλί από ζώα.

  • Μια φωλιά βρέθηκε κατασκευασμένη μέσα στο κρανίο ενός θαλάσσιου ίππου, ενώ μπορεί να εκμεταλλεύεται τα φράγματα από τους κάστορες, ή και τις παλιές φωλιές χρυσαετών. [56]

Η ωοτοκία πραγματοποιείται μία μόνο φορά στις βόρειες περιοχές, αλλά δύο φορές στις νότιες -σπάνια μέχρι και τρεις- και, η γέννα αποτελείται από 5-6, κάποιες φορές από 3-7 αυγά, διαστάσεων 20,6×15,3 χιλιοστών και βάρους 2,3 γραμμαρίων, από τα οποία ποσοστό 6% είναι κέλυφος. Η επώαση πραγματοποιείται μόνον από το θηλυκό, κυρίως τη νύχτα, πολύ σπάνια με τη συμμετοχή του αρσενικού και, διαρκεί 12-14 ημέρες. [57][58]

Φωλιά με νεοσσούς

Οι νεοσσοί είναι φωλεόφιλοι, γεννιούνται δηλαδή ανήμποροι, με υποτυπώδες πτέρωμα και χρήζουν της άμεσης προστασίας των γονέων. Και οι δύο γονείς φροντίζουν για τη διατροφή των νεοσσών μέχρι να μπορούν να πετάξουν σε περίπου 13-16 ημέρες, ενώ συνεχίζουν να επιτηρούνται για άλλη μια εβδομάδα μετά την ανάπτυξη του πρώτου πτερώματος. [59]

  • Αν και είναι γνωστό ότι η ασπροσουσουράδα είναι ένα είδος-ξενιστής του κούκου, εγκαταλείπει συνήθως τη φωλιά, αν έχει παρασιτιστεί. Οι επιστήμονες θεωρούν πως αυτό συμβαίνει επειδή η ασπροσουσουράδα είναι πολύ μικρή για να ωθήσει τα ξένα αυγά έξω από τη φωλιά, και με πολύ μικρό ράμφος για να τα καταστρέψει με ραμφισμούς. [60]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μέγεθος του παγκόσμιου πληθυσμού είναι άγνωστο, αλλά πιστεύεται ότι είναι μεγάλο, με το είδος να περιγράφεται ως «κοινό», τουλάχιστον σε κάποιες θέσεις της επικράτειάς του. Οι πληθυσμιακές τάσεις δεν έχουν ποσοτικοποιηθεί, αλλά το είδος δεν πιστεύεται ότι θα προσεγγίσει τα κατώτατα όρια για το κριτήριο μείωσης του πληθυσμού του στην Κόκκινη λίστα του IUCN (δηλαδή μείωση κατά περισσότερο από 30% μέσα σε δέκα χρόνια ή τρεις γενεές). Για τους λόγους αυτούς, το είδος αξιολογείται ως Ελαχίστης Ανησυχίας (LC). [2] Η ασπροσουσουράδα έχει προσαρμοστεί καλά στις αλλαγές περιβάλλοντος που προκαλεί ο άνθρωπος και, στην πραγματικότητα, τις εκμεταλλεύεται προς όφελός του.

Τους μεγαλύτερους καταγεγραμμένους αναπαραγωγικούς πληθυσμούς στην Ευρώπη, διαθέτουν η Ρωσία -με μεγάλη διαφορά-, η Γαλλία, η Ρουμανία, η Λευκορωσία και η Γερμανία, ενώ τους μικρότερους η Κύπρος, η Ελλάδα και η Σλοβενία. [61]

Καθεστώς προστασίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συμπεριλαμβάνεται στα είδη του Παραρτήματος ΙΙ της Σύμβασης της Βέρνης για τη διατήρηση της ευρωπαϊκής άγριας ζωής και των φυσικών βιοτόπων.

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ασπροσουσουράδα απαντάται στον ελλαδικό χώρο και με τις ονομασίες Κωλοσούσα, Σεισούρα, Σεισουράδα, Σεισουρήθρα, Τσιλιβήθρα, [62] Σκαλιφούρτα, Τσικλαρίδα και Τσίνα. [63]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Απαλοδήμος, σ. 52
  2. 2,0 2,1 2,2 BirdLife International (2013). Motacilla alba στην Κόκκινη Λίστα Απειλούμενων Ειδών της IUCN. Έκδοση 2013.2. Διεθνής Ένωση Προστασίας της Φύσης (IUCN). Ανακτήθηκε 29 Μαρτίου 2014.
  3. Howard and Moore, p. 740
  4. Howard and Moore, p. 740
  5. An Etymological Dictionary of the Latin Language, Francis Edward Jackson Valpy, printed by A. J. Valpy, sold by Baldwin and Company, London, 1828, σελ. 268
  6. Μπαμπινιώτης, σ. 1627
  7. Μπαμπινιώτης, σ. 1577
  8. http://ibc.lynxeds.com/species/white-wagtail-motacilla-alba
  9. Voelker
  10. Simms & Arlott
  11. Howard and Moore, p. 740
  12. BirdLife International and NatureServe (2013). «Motacilla alba: Χάρτης γεωγραφικής κατανομής». IUCN. http://maps.iucnredlist.org/map.html?id=22718348. Ανακτήθηκε στις 29 Μαρτίου 2014. 
  13. http://ibc.lynxeds.com/species/white-wagtail-motacilla-alba
  14. Blotzheim, S. 889 f.
  15. Blotzheim, S. 901
  16. Όντρια, σ. 175
  17. Κόκκινο Βιβλίο, σ. 158
  18. Σφήκας, σ. 74
  19. Blotzheim, S. 893
  20. Ölschlegel, S. 52
  21. Blotzheim, S. 893
  22. Ölschlegel, S. 53
  23. Blotzheim, S. 893f
  24. http://blx1.bto.org/birdfacts/results/bob10200.htm
  25. Grimmett et al
  26. Όντρια, σ. 176
  27. Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, τ. 55, σ. 34
  28. Alstrom & Mild
  29. Akhtar et al
  30. Ticehurst
  31. Pittie et al
  32. Flegg, p. 172
  33. Heinzel et al, p. 248
  34. Harrison & Greensmith, p. 271
  35. Grimmett et al, p. 246
  36. Perrins, p. 156
  37. Bruun, p. 208
  38. Όντρια, σ. 175
  39. Scott & Forrest, p. 204
  40. Singer, p. 274
  41. Avon & Tilford, p. 81
  42. http://www.ibercajalav.net/img/319_WhiteWagtailMalba.pdf
  43. Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα
  44. http://blx1.bto.org/birdfacts/results/bob10200.htm
  45. Tyler
  46. Davies
  47. Bruun, p. 208
  48. Blotzheim, S. 906
  49. Ölschlegel, S. 120
  50. http://eol.org/pages/1050602/overview
  51. Randler
  52. Tyler
  53. Blotzheim, S. 895
  54. Ölschlegel, S. 108
  55. Harrison, p. 230
  56. Badyaev et al
  57. Harrison, p. 230
  58. http://blx1.bto.org/birdfacts/results/bob10200.htm
  59. Harrison, p. 230
  60. Moksnes et al
  61. http://www.birdlife.org/datazone/userfiles/file/Species/BirdsInEuropeII/BiE2004Sp8403.pdf
  62. Απαλοδήμος, σ. 52
  63. http://users.sch.gr/babaroutsoup/diafora/zoo/zoo2.htm

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • Colin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Colin Harrison & Alan Greensmith, Birds of the World, Eyewitness Handbooks, London 1993
  • Mary Taylor Gray, The Guide to Colorado Birds, Westcliffe Publishers, 1998
  • Detlef Singer, Field Guide to Birds of Britain and Northern Europe, The Crowood Press, Swindon 1988
  • Jim Flegg, Field Guide to the Birds of Britain and Europe, New Holland, London 1990
  • Dennis Avon and Tony Tilford, Birds of Britain and Europe, a Guide in Photographs, Blandford 1989
  • R. Grimmett, C. Inskipp, T. Inskipp, Birds of Nepal, Helm 2000
  • Peter Colston and Philip Burton, Waders of Britain and Europe, Hodder & Stoughton, 1988
  • Bob Scott and Don Forrest, The Birdwatcher’s Key, Frederick Warne & Co, 1979
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κρήτης, Ευσταθιάδης, 1989
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κύπρου, Ευσταθιάδης, 1991
  • Β. Κιόρτσης στην Πάπυρος-Λαρούς Μπριτάνικα, τόμος 55, λήμμα «Σουσουράδα»
  • Ιωάννη Όντρια, Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Ιωάννη Όντρια, Συστηματική Ζωολογία, τεύχος 3.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά της Ελλάδας (ΣΠΕΕ), ΕΟΕ 1994
  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας», Αθήνα 1992
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • BirdLife International. 2004. Birds in Europe: population estimates, trends and conservation status. BirdLife International, Cambridge, U.K.
  • Linnaeus, C (1758). Systema naturae per regna tria naturae, secundum classes, ordines, genera, species, cum characteribus, differentiis, synonymis, locis. Tomus I. Editio decima, reformata. Holmiae. (Laurentii Salvii).
  • IUCN Red List: http://www.iucnredlist.org/

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • Ahas, R.; Aasa, A. 2006. The effects of climate change on the phenology of selected Estonian plant, bird and fish populations. International Journal of Biometeorology 51: 17-26.
  • Akhtar,Syed Asad; Prakash,Vibhu (1989). "Streakeyed Pied Wagtail, Motacilla alba ocularis Swinhoe from Harike Lake, Punjab". J. Bombay Nat. Hist. Soc. 86 (2): 246.
  • J. Alonso, I. Henderson, F. Purroy: White Wagtail (Motacilla Alba) in W. J. M. Hagemeijer, M. J. Blair: The EBCC Atlas of European Breeding Birds – their distribution and abundance, T & A D Poyser, London 1997, ISBN 0-85661-091-7, S. 498–499
  • Alstrom, P. & Mild, K. (2003). Pipits and wagtails. Princeton Univ. Press.
  • Badyaev, A. V.; Gibson, D. D. and Kessel, B. (1996). "White Wagtail (Moticilla alba)". The Birds of North America Online. Ithaca: Cornell Lab of Ornithology. doi:10.2173/bna.236. Retrieved 16 April 2010.
  • Hans-Günther Bauer, Einhard Bezzel und Wolfgang Fiedler (Hrsg.): Das Kompendium der Vögel Mitteleuropas: Alles über Biologie, Gefährdung und Schutz. Band 2: Passeriformes – Sperlingsvögel, Aula-Verlag Wiebelsheim, Wiesbaden 2005, ISBN 3-89104-648-0
  • Urs N. Glutz von Blotzheim, Kurt M. Bauer: Handbuch der Vögel Mitteleuropas (HBV). Band 10/II, Passeriformes (1. Teil), Motacillidae – Prunellidae, AULA-Verlag, 1985/2001, ISBN 3-923527-00-4
  • Davies, N.B. (1976). "Food, Flocking and Territorial Behaviour of the Pied Wagtail (Motacilla alba yarrellii Gould) in Winter". The Journal of Animal Ecology 45 (1): 235–253. doi:10.2307/3777. JSTOR 3777.
  • J. Hölzinger (Hrsg.): Die Vögel Baden-Württembergs, Bd. 3.1 Singvögel, Verlag Eugen Ulmer GmbH & Co., Stuttgart 1999, ISBN 3-8001-3493-4
  • del Hoyo, J.; Elliot, A. & Christie D. (editors). (2004). Handbook of the Birds of the World. Volume 9: Cotingas to Pipits and Wagtails. Lynx Edicions. ISBN 84-87334-69-5
  • Jenkins, D.; Watson, A. 2000. Dates of first arrival and song of birds during 1974-1999 in mid-Deeside, Scotland. Bird Study 47: 249-251.
  • Jenni, L.; Kery, M. 2003. Timing of autumn bird migration under climate change: advances in long-distance migrants, delays in short-distance migrants. Proceedings of the Royal Society of London Series B 270(1523): 1467-1471.
  • Moksnes, Arne; Eivin Roskaft & Anders T. Braa (April 1991). "Rejection Behavior by Common Cuckoo Hosts Towards Artificial Brood Parasite Eggs" (PDF). Auk 108 (2): 248–254.
  • Helmut Ölschlegel: Die Bachstelze, Die neue Brehm-Bücherei, A. Ziemsen Verlag, Wittenberg Lutherstadt 1985, (ISBN 3-89432-359-0, unveränderte Neuauflage von 2005)
  • Pittie,Aasheesh; Kulkarni,MS; Mathew,Rajeev (1998). "Range extension of White Wagtail Motacilla alba leucopsis at Pocharam Lake, Medak District, Andhra Pradesh". J. Bombay Nat. Hist. Soc. 95 (2): 347–348.
  • Randler, C (2006). "Is tail wagging in white wagtails, Motacilla alba, an honest signal of vigilance?" Animal Behaviour 71 (5): 1089–1093 Abstract
  • Simms, Eric (Author); Arlott, Norman (Illustrator) (1992). Larks, Pipits and Wagtails (Collins New Naturalist). Harper Collins. pp. 233–252. ISBN 000219871 Check |isbn= value (help).
  • Sokolov, L. V.; Gordienko, N. S. 2008. Has recent climate warming affected the dates of bird arrival to the Il'men Reserve in the Southern Urals? Russian Journal of Ecology 39: 56-62.
  • Ticehurst, CB (1922). "Notes on Indian wagtails". J. Bombay Nat. Hist. Soc. 28 (4): 1082–1090.
  • Tryjanowski, P.; Kuzniak, S.; Sparks, T. H. 2002. Earlier arrival of some farmland migrants in western Poland. Ibis 144: 62-68.
  • Tyler, S. (2004) "Family Motacillidae (Pipits and Wagtails)" pp.777–778 in del Hoyo, J.; Elliot, A. & Christie D. (editors). (2004). Handbook of the Birds of the World. Volume 9: Cotingas to Pipits and Wagtails. Lynx Edicions. ISBN 84-87334-69-5
  • Vahatalo, A. V.; Rainio, K.; Lehikoinen, A.; Lehikoinen, E. 2004. Spring arrival of birds depends on the North Atlantic Oscillation. Journal of Avian Biology 35: 210-216.
  • Voelker, Gary (2002). "Systematics and historical biogeography of wagtails: Dispersal versus vicariance revisited". Condor 104 (4): 725–739. doi:10.1650/0010-5422(2002)104[0725:SAHBOW]2.0.CO;2.


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα White Wagtail της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Bachstelze της Γερμανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).