Ουμάρ ιμπν αλ-Χαττάμπ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ομάρ ιμπν αλ-Χαττάμπ
Rashidun Caliphs Umar ibn Al-Khattāb - عُمر بن الخطّاب ثاني الخلفاء الراشدين.svg
Όνομα: عُمر بن الخطّاب ثاني الخلفاء الرا
Περίοδοι εξουσίας: 23 Αυγούστου 634 - 03 Νοεμβρίου 644
Ημερομηνία γέννησης: 579
Τόπος γέννησης: Μέκκα, Αραβία
Ημερομηνία Θανάτου 3 Νοέμβρη 644
Τόπος θανάτου: Μεδίνα, Αραβία
Προκάτοχος: Αμπού Μπακρ
Διάδοχος: Οθμάν ιμπν Αφφάν
Άλλοι τίτλοι Αμίρ αλ-μου'μινίν (ο ηγέτης των πιστών)


O Ουμάρ ιμπν αλ-Χαττάμπ ή Ουμάρ Α΄ (579-644 μ.Χ., αραβικά: عمر بن الخطاب) υπήρξε ένας από τους πιο ισχυρούς και σημαίνοντες μουσουλμάνους χαλίφηδες στην ιστορία. Ήταν "σαχάμπι" (σύντροφος) του Προφήτη Μωάμεθ. Διαδέχθηκε τον χαλίφη Αμπού Μπακρ (632-634) ως δεύτερος κατά σειρά χαλίφης του Πατριαρχικού Χαλιφάτου στις 23 Αυγούστου 634. Ήταν ειδικός στη νομολογία του Ισλάμ και περισσότερο γνωστός για την ευσεβή και δίκαιη φύση του χαρακτήρος του, που του έδωσε τον τίτλο Αλ-Φαρούκ ("αυτός που διακρίνει ανάμεσα στο σωστό και το λάθος"). Αναφέρεται κάποιες φορές ως χαλίφης Ουμάρ Α΄ από τους ιστορικούς του Ισλάμ, για να διακρίνεται από τον Ουμάρ Β΄, έναν ύστερο Ομαγιάδα χαλίφη.

Υπό την χαλιφεία του Ουμάρ η Ισλαμική Αυτοκρατορία επεκτάθηκε σε πρωτόγνωρο βαθμό διαφεντεύοντας ολόκληρη την Αυτοκρατορία των Σασσανιδών Περσών και περισσότερα από τα δύο τρίτα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Οι επιθέσεις του εναντίον της Αυτοκρατορίας των Σασσανιδών κατέληξαν στην κατάκτηση της περσικής αυτής αυτοκρατορίας σε λιγότερο από δύο χρόνια.

Ο Ουμάρ τελικώς, μετά από δέκα χρόνια χαλιφείας (634-644), δολοφονήθηκε το 644 από έναν αιχμάλωτο πολέμου, στη Μεδίνα.

Πριν το Ισλάμ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε το 579 και ανήκε στην ελίτ της φυλής των Κουραϊσιτών. Εκλεκτός μέλος, αντιπροσώπευε τη φυλή σε ‘’διπλωματικές αποστολές’’ που γίνονταν με άλλες φυλές για να διαπραγματευθεί εξ ονόματος των Κουραϊσιτών.

Την ιστορία του προσηλυτισμού του, την αναφέρει ο Άραβας ιστορικός Ibn Al- Jawziyy στο βιβλίο του Sifatus-Safwah. Εκεί διηγείται πως μια μέρα που ο Ομάρ, ακολουθώντας τις επιταγές της φυλής του, των Κουραϊσιτών, βγήκε με το σπαθί στο χέρι, για να σκοτώσει τον Μωάμεθ και να ξεμπερδεύουν μαζί του. στο δρόμο, συναντάει κάποιον που τον πληροφορεί ότι ο γαμπρός του και η κόρη του είχαν ήδη ασπαστεί τη πίστη του εχθρού του, οπότε αλλάζει προορισμό και κατευθύνεται στο σπίτι της κόρης του. εκείνοι, ύστερα από μια μικρή αψιμαχία, παραδέχονται ότι πραγματικά ασπάσθηκαν την αληθινή θρησκεία και λατρεύουν τον ένα και μοναδικό Θεό. Ο Ομάρ ζητάει να διαβάσει αυτό που εκείνοι διάβαζαν, και διαβάζοντας ζητάει από έναν παρευρισκόμενο, ακόλουθο και αυτόν του Μωάμεθ, να τον πάει στον Προφήτη. πράγματι, ο Μωάμεθ αντιδρά σαν να τον περίμενε. «O Αλλάχ οδήγησε τα βήματά σου σε μένα», του λέει. Ο Ομάρ, αναγνωρίζοντας επιτέλους ότι αυτό ήταν αλήθεια, πέφτει στα γόνατα, και ομολογεί την μουσουλμανική ομολογία πίστης: « ομολογώ ότι ο θεός είναι ένας και ο Μωάμεθ είναι ο Προφήτης του». Ήταν 26 χρονών.[1] Ήταν ο 40ος άνθρωπος που ακολούθησε τον προφήτη. Οι μουσουλμάνοι της εποχής του, αναφέρουν : «πριν τον Ομάρ δεν μπορούσαμε να προσευχηθούμε στη Κάαμπα δημόσια, μετά τον προσηλυτισμό του όμως, ο Ομάρ πάλεψε με όλους και κέρδισε το δικαίωμα της προσευχής και για μας.» [2]

Την εποχή του Μωάμεθ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια της Εγίρα|Εγίρας, ο Ομάρ εν αντιθέσει με τη πλειοψηφία των Μουσουλμάνων, δεν έφυγε κρυφά για τη Μεδίνα. Η παράδοση αναφέρει ότι πήρε το σπαθί του, το τόξο και τα βέλη του, και πηγαίνοντας στην Κάαμπα, που εκείνη την ώρα ήταν συγκεντρωμένη όλη η ηγεσία των Κουραϊσιτών, τους ανακοίνωσε ότι έφευγε και πράγματι ήταν από τους πρώτους που μετανάστευσαν στην Μεδίνα, ακολουθούμενος από 20 μέλη της οικογένειάς του. Και αυτός μοιράστηκε τη μοίρα του Μωάμεθ και των μουσουλμάνων τότε: μάχη του Μπαντρ, Ουχούντ, της Τάφρου, τη συμφωνία με τους Κουραϊσίτες, την θριαμβευτική είσοδο στη Μέκκα.

Μετά το θάνατο του Μωάμεθ, ο Ομάρ συμφώνησε και παρότρυνε και άλλους να συμφωνήσουν μαζί του, ότι ο καταλληλότερος να οριστεί διάδοχος του Προφήτη ήταν ο Αμπού Μπακρ και χωρίς ίχνος φθόνου, τον στήριξε τα δυο χρόνια που κράτησε η χαλιφεία του.

Ο διάδοχος του Αμπού Μπακρ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αμπού Μπακρ πεθαίνοντας όρισε τον Ομάρ ιμπν αλ- Χαττάμπ σαν διάδοχό του. Στη διαθήκη του έγραψε:

Στο όνομα του ελεήμονος Θεού

Αυτή είναι η διαθήκη του Αμπού Μπάκρ ιμπν Αμπού Κοχάφα, την οποία συνέταξε την εποχή που ήταν έτοιμος να αφήσει αυτόν τον κόσμο και να μπει στον άλλο. Στον κόσμο που ο άπιστος θα πιστέψει, που ο αδύναμος θα γίνει δυνατός και ο ψεύτης θα πει την αλήθεια.

Διορίζω τον Ουμάρ ιμπν αλ-Χαττάμπ σαν διάδοχό μου ανάμεσά σας. Για να τον ακούτε και να τον υπακούτε.

Τον γνωρίζω σαν άνθρωπο δίκαιο και σωστό. Αν όχι, θα κριθεί για τις πράξεις του. Και τον διορίζω πιστεύοντας ότι θα κάνει το σωστό, χωρίς όμως να ξέρω τα κρυμμένα πράγματα. Αυτοί όμως που πράττουν κακώς στο τέλος θα πληρώσουν τις συνέπειες των πράξεων τους. Σας αποχαιρετώ και εύχομαι το έλεος και η ευλογία του Θεού να είναι πάντα κοντά σας. [3]

Η χαλιφεία του Ουμάρ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την επομένη μέρα του θανάτου του Αμπού Μπακρ, 24 Αυγούστου του 634, διαβάστηκε στους πιστούς η διαθήκη του, με την οποία συμφώνησε όλη η κοινότητα. Δεκατρία χρόνια μετά την Εγίρα ο Ομάρ έγινε ο δεύτερος χαλίφης και του δόθηκε ο τίτλος ηγέτης των πιστών, (Amir al Mu’mineen), ένας τίτλος που συνόδευε την εξουσία όλων των χαλιφών από αυτόν και μετά.

Ο Ομάρ θέτει τα θεμέλια του μουσουλμανικού κράτους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 639 αποφάσισε και εκτέλεσε τη μεταρρύθμιση του μουσουλμανικού ημερολογίου, θέτοντας το έτος 623- το έτος της Εγίρας- σαν το πρώτο έτος χρονολόγησης, της «καινούριας» ζωής των Μουσουλμάνων, πλέον και όρισε τον Μουχαρράμ σαν τον πρώτο μήνα του έτους. Το 642 συζήτησε με το συμβούλιό του,-για τη πρακτική της Βυζαντινής γραφειοκρατίας- την καταγραφή όλων των διοικητικών πράξεων, και αποφάσισε την εφαρμογή της και στους δικό του κράτους. Έτσι άρχισαν κατ’αρχήν να εγγράφονται σε καταλόγους (Divans) όλες οι οικονομικές συναλλαγές και μετά άρχισε να τηρείται αρχείο των στρατιωτών και των στρατολογήσεων. Μετά, άρχισαν να καταγράφονται όλοι οι πολίτες της Μεδίνας και των γύρω περιοχών ανά οικογένεια. Ο σκοπός αυτής της καταγραφής ήταν να δοθούν οι επιδοτήσεις των 5000 ντιράμ το χρόνο,-από τα λάφυρα των πολέμων -σε όλους τους Μουσουλμάνους πολίτες που είχαν ακολουθήσει τον Προφήτη από τη μάχη του Μπαντρ και μετά. Επιδότησε με 2000 ντιράμ το χρόνο όσους έγιναν Μουσουλμάνοι μετά την κατάκτηση της Μέκκας, καθώς και τους γιούς αυτών των μουσουλμάνων. Με το ίδιο επίσης ποσό, επιδότησε και τους Μουσουλμάνους των άλλων φυλών και των άλλων περιοχών της Αραβίας. Έδωσε επίδομα βοήθειας, 100 ντιράμ για κάθε βρέφος που γεννιόταν, ενώ το επίδομα γινόταν 200 ντιράμ το χρόνο όταν το παιδί μεγάλωνε.[4].Φρόντισε για τη τύχη των φτωχών, των ορφανών και των άπορων, μοιράζοντας τους το φόρο ελεημοσύνης (zakat), που πλήρωναν όλοι οι μουσουλμάνοι, και έχτισε αποθήκες με τρόφιμα σε κάθε πόλη που οι φτωχοί μπορούσαν να πάρουν από εκεί δωρεάν ότι είχαν ανάγκη.

Επιδότησε με σημαντικό ποσό όλους τους μουσουλμάνους που έφυγαν από την Αραβία για να εποικίσουν τις καινούριες μουσουλμανικές πόλεις που δημιουργήθηκαν. Επίσης, δημιουργήθηκε δημόσιο θησαυροφυλάκιο που εμπλουτιζόταν συνέχεια από τους φόρους υποτέλειας, τα λάφυρα, τους διάφορους φόρους του εμπορίου, τα λύτρα για την απελευθέρωση κρατουμένων,κ.α. Το ντιράμ έγινε το πρώτο νόμισμα της Αραβίας.

Χώρισε την κατακτημένη γη σε επαρχίες: στη περιοχή της Κούφας, της Βασόρας, της Αραβικής χερσόνησου, της Συρίας, της Αιγύπτου και της Μοσούλης. Διόρισε διοικητές και τους υποχρέωνε σε συχνές αναφορές ώστε να έχει πάντα πλήρη έλεγχο της κατάστασης. Συνέχισε τη διοικητική δομή που υπήρχε στην Βυζαντινή αυτοκρατορία και εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο τα ικανά στελέχη της προηγούμενης γραφειοκρατικής τάξης για να βοηθήσουν στη στερέωση της καινούριας διοικητικής και γραφειοκρατικής τάξης. Διόρισε δικαστές (Qadis) για να επιλύουν τα προβλήματα σύμφωνα με το δίκαιο του Κορανίου, πλέον. Οι δικαστές υπήρχαν σε κάθε πόλη, σε όλα τα επίπεδα της δημόσιας διοίκησης και μάλιστα ήταν ιδιαίτερα καλοπληρωμένοι, άτομα υψηλής μόρφωσης και υψηλής κοινωνικής εκτίμησης.

Επίσης οργάνωσε τα στρατεύματα με πιο επαγγελματικό τρόπο αντιγράφοντας και εδώ με επιτυχία τις δοκιμασμένες στρατιωτικές δομές και της Βυζαντινής αλλά και της Περσικής αυτοκρατορίας. Καθιέρωσε επαγγελματίες στρατιωτικούς που μισθοδοτούνταν και αυτοί πλουσιοπάροχα από το δημόσιο θησαυροφυλάκιο. Δημιούργησε ένα πολύ καλά οργανωμένο σώμα «κατασκόπων», διασπαρμένο σε όλες τις περιοχές που ενδιέφεραν τους Άραβες, όχι μόνο για τους εχθρούς αλλά και για τους φίλους, και τους δικούς του αξιωματικούς. Κυβερνούσε το στράτευμα –αν και από μακριά- με σιδερένια πυγμή και ήθελε να είναι πάντα ενήμερος για όλες τις κινήσεις των στρατιωτικών του. Αντάλλασσε συνεχώς μηνύματα με τους στρατηγούς του και τους υπαγόρευε τις επόμενες κινήσεις, τις επόμενες πόλεις που έπρεπε να κατακτηθούν, ακόμα και τον τρόπο με τον οποίο αυτό έπρεπε να γίνει. [5]

Δημιούργησε αστυνομικές υπηρεσίες, φυλακές, εγκατέστησε στρατιωτικά φυλάκια σε κρίσιμα σημεία. Οργάνωσε και «υπουργείο οικονομικών», που καταχώρισε τους ιδιοκτήτες γης, και τους φορολόγησε με διάφορους έγγειους φόρους (Κharatj)

Έχτισε ξενοδοχεία και σταθμούς καραβανιών στην Αραβία, άνοιξε αρδευτικά κανάλια, δημιούργησε σχολεία για αγόρια και κορίτσια επιβάλλοντας τη μισθοδότηση των δασκάλων από τους διδασκόμενους, ενίσχυσε το εμπόριο καλώντας και ξένους εμπόρους να εμπορευτούν στη χώρα του, εγκατέστησε τελωνεία και διόδια, καθιέρωσε μέτρα και σταθμά καθώς και αγορανομικούς ελέγχους, και προσπάθησε να περιορίσει τα μονοπώλια. [6]

Εδαφική εξάπλωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατάκτηση της Παλαιστίνης, Ιορδανίας και Συρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

χάρτης της κατάκτησης της Συρίας

Η πρώτη εντολή του Ομάρ ήταν η κατάκτηση της Δαμασκού. Οι τρεις ικανότατοι στρατηγοί του, ο Αμπού Ομπέιντα, ο Αμρ ιμν Αλ-Ας και ο Χαλίντ ιμπν Ουαλίντ, βρέθηκαν μπροστά στα τείχη της πόλης, την οποία και πολιόρκησαν για 70 μέρες, η οποία και τελικά έπεσε τον Σεπτέμβρη του 634 χάρη στο θάρρος του Χαλίντ ιμπν Ουαλίντ. [7] Ο Χαλίντ κατόρθωσε να ανέβει κρυφά στα τείχη τη νύχτα, να κατέβει μέσα, να σκοτώσει τους φρουρούς και να ανοίξει τις πύλες για τους Άραβες στρατιώτες. Μετά τη κατάκτηση της πόλης, η επόμενη μεγάλη μάχη που δόθηκε στη Fahl, «η μάχη της λάσπης» όπως την ονόμασαν οι Άραβες τον Γενάρη του 635 άνοιξε τις πύλες της κατάκτησης ολόκληρης της Ιορδανίας. Τα στρατεύματα χωρίστηκαν. Ο Αμρ ιμπν Αλ Ας άρχισε τη κατάκτηση των παραθαλάσσιων πόλεων της Παλαιστίνης, ο Σουχραμπίλ έφτασε μέχρι τη Τύρο, ενώ ο Γιαζίντ κατάκτησε τη Σιδώνα, την Άκρα και τη Βηρυτό. Μέχρι τον Δεκέμβρη του 635 όλη η Παλαιστίνη, η Ιορδανία και η νότια Συρία ήταν πλέον μουσουλμανικές. Τον Μάρτη του 636 ο Χαλίντ ιμπν Ουαλίντ διαπραγματεύτηκε και πέτυχε την παράδοση της Έμεσσας, την πρώην έδρα του αυτοκράτορα Ηράκλειου. Έξω από την Έμεσσα, στις όχθες του ποταμού Γιαρμούκ δόθηκε η ομώνυμη μάχη, που κράτησε 6 ολόκληρες μέρες, τον Αύγουστο του 636. Και οι δυο πλευρές έδωσαν τις καλύτερες δυνάμεις τους, τους πιο ικανούς στρατιώτες και αξιωματικούς σε μια μάχη που ο νικητής της, θα τα έπαιρνε όλα. Νίκησαν οι Άραβες. Η Βυζαντινή κυριαρχία στη Συρία έληξε για πάντα, ο Ηράκλειος γύρισε στη Κωνσταντινούπολη, αποδεχόμενος την ήττα του. [8]

Η κατάκτηση της Ιερουσαλήμ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

η είσοδος του Ουμάρ στην Ιερουσαλήμ

Ο Άραβας στρατηγός Αμρ ιμπν Αλ-Ας, επειδή δεν ήθελε να αποφασίσει αυτός για το ποια θα ήταν η επόμενη πολεμική επιχείρηση, έστειλε μήνυμα στον Ομάρ, ρωτώντας τον που να κατευθυνθεί: Καισάρεια ή Ιερουσαλήμ. Ο Ουμάρ του υπέδειξε την Ιερουσαλήμ σαν πρώτη προτεραιότητα. Έφτασε έξω από τα τείχη της πόλης στις αρχές του Νοέμβρη του 636, και άρχισε μια πολιορκία που θα κρατούσε 4 μήνες.

Σύμφωνα με τον ιστορικό Ιμπν Καθείρ, ο πατριάρχης Σωφρόνιος τελικά, απελπισμένος ότι θα μπορούσε να έρθει βοήθεια – αφού η ίδια η φρουρά εγκατέλειψε τη πόλη - ήταν διατεθειμένος να αρχίσει διαπραγματεύσεις για την παράδοση και τη πληρωμή του φόρου υποτέλειας αλλά μόνο αν η συμφωνία υπογραφόταν από τον ίδιο τον Ομάρ. Ο Αμπού Ομπέιντα, ο αρχιστράτηγος της εκστρατείας στη Συροπαλαιστίνη, ενημέρωσε τον Ομάρ και εκείνος δέχτηκε να παρευρεθεί και ξεκίνησε το πρώτο από τα τέσσερα ταξίδια που θα έκανε στη Συρία. Πράγματι, η συμφωνία υπογράφηκε τον Απρίλη του 637.[9]

Μετά τη συμφωνία ο Ομάρ θέλησε να επισκεφτεί τη πόλη και ένα πρωί συνοδεία σχεδόν όλων των στρατηγών του, πέρασε τις πύλες της. Αφού καθορίστηκαν και οι τελευταίες λεπτομέρειες, ξανά επέστρεψε την επόμενη μέρα για μια ξενάγηση στη πόλη. Ο Ομάρ βαθύτατα συγκινημένος, προσκύνησε στο ιερό του Αλ-Ακσα (το ίδιο είχε κάνει και ο Μωάμεθ, στο περίφημο νυχτερινό ταξίδι του, στην Ιερουσαλήμ). Μπήκε στο ιερό από την ίδια πόρτα που είχε μπει και ο Μωάμεθ, και ζήτησε από τον Πατριάρχη που τον συνόδευε να τον οδηγήσει στον περίφημο βράχο. Τότε αποφάσισε να αναγείρει τζαμί σε αυτό το μέρος - παρόλο που τελικά η επιθυμία του έγινε πραγματικότητα αρκετά χρόνια αργότερα απο τον Αμπντ αλ Μαλίκ - που υπάρχει μέχρι σήμερα, και που ονομάζεται «Θόλος του Βράχου» και «Τέμενος του Ομάρ». [10] Κατά το διάστημα της παραμονής του, στην ευρύτερη περιοχή, επισκέφτηκε επίσης και το ναό του Ιησού Χριστού που βρίσκεται στη Βηθλεέμ και προσευχήθηκε σε αυτόν, υπέγραψε ο ίδιος και άλλες συμφωνίες με τους κατοίκους των γύρω πόλεων, χώρισε τα κατακτημένα εδάφη σε δυο επαρχίες, διόρισε τον Αμρ ιμπν Αλ- Ας, κυβερνήτη της Παλαιστίνης, πήρε το 1/5 από τα λάφυρα που είχε μαζέψει ο αραβικός στρατός και αφού έδωσε τις επόμενες κατευθύνσεις της εκστρατείας, επέστρεψε στη Μεδίνα. [11]

Μετά τη κατάκτηση και αυτής της πόλης, ο στρατός του Αμπού Ομπάιντα και του Χαλίντ ιμπν Ουαλίντ, τράβηξαν για το Χαλέπι. Και αυτή η πολιτεία παραδόθηκε ύστερα από 4μηνη πολιορκία, τον Οκτώβρη του 637, αφού μάταια οι κάτοικοί της περίμεναν τη βοήθεια του Ηράκλειου, που δεν μπορούσε πια να προσφέρει τίποτα. Μετά ο αραβικός στρατός του Αμπού Ομπέιντα έστριψε δυτικά και βάδισε για την Αντιόχεια. Στις 30 του Οκτώβρη του 637, η πόλη άνοιξε τις πύλες της, στους Άραβες.

Η κατάκτηση της Περσίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

η μάχη της Καντισίγια από ένα περσικό χειρόγραφο

Ο Ουμάρ διόρισε τον Αλ-Μουθάννα αρχιστράτηγο των αραβικών στρατευμάτων με σκοπό να ολοκληρώσει τη κατάκτηση του Ιράκ που είχε αρχίσει ο Χαλίντ ιμπν Ουαλίντ. Ο νέος αντίπαλος, ήταν ο στρατηγός Ρουστέμ. Ο Ρουστέμ κινητοποίησε μεγάλα στρατεύματα και οι δυο αυτοί νέοι στρατοί πρωτοήρθαν αντιμέτωποι στη Μάχη της Γέφυρας, τον Οκτώβρη του 634 και εκεί οι Μουσουλμάνοι γνώρισαν την πρώτη τους ήττα. Η παρουσία των ελεφάντων, τρόμαξε στρατιώτες και άλογα με αποτέλεσμα να επέλθει πανικός, οπισθοχώρηση και στο τέλος, η ήττα. 4000 μουσουλμάνοι σκοτώθηκαν και 2000 τράπηκαν σε φυγή. [12].Γρήγορα όμως, τον Νοέμβρη του 635 πήραν το αίμα τους πίσω, νικώντας στη μάχη του Αλ-Μπουέιμπ, ενός παραπόταμου του Ευφράτη. Η μάχη αυτή ήταν και αρκετά προσοδοφόρα σε λάφυρα, μεταξύ αυτών χρυσός αλλά και τα τόσο πολύτιμα σε συνθήκες εκστρατείες-τρόφιμα και ζωντανά πρόβατα. Ο Ουμάρ, διέταξε τον Σά’αντ ιμπν Αμπί Γουάκας να ανελάβει την αρχηγία, του έδωσε μερικές πολεμικές συμβουλές και τον έστειλε στη Περσία, επικεφαλής 30.000 πολεμιστών, από όλη την Αραβία.

Οι δυο στρατοί συναντήθηκαν για δεύτερη στο πεδίο της Αλ-Καντισίγια, κοντά στη Χίρα, για να δώσουν τη πιο πολύνεκρη, σκληρή αλλά και σημαντικότερη μάχη της κατάκτησης της Περσίας. Οι Άραβες νίκησαν, ο Ρουστέμ σκοτώθηκε, σε μια μάχη που κράτησε 4 μέρες! Οι Άραβες κυνηγώντας τα διαλυμένα στρατεύματα των Περσών έφτασαν στην Κτησιφώντα, το Μάρτη του 637, τη πρωτεύουσα της Περσικής αυτοκρατορίας που μόλις λίγο πριν είχε εγκαταλείψει ο Πέρσης βασιλιάς, Γιαζνταγκίρντ. Ο πλούτος της πόλης ήταν εκπληκτικός! Όλα τα κοσμήματα, τα χρυσά και αργυρά αντικείμενα, τα μεταξωτά χαλιά και οι πολύτιμοι λίθοι, στάλθηκαν στον Ομάρ. το μερίδιο των στρατιωτών από τα λάφυρα ήταν το μεγαλύτερο από κάθε άλλη φορά [13].

Μετά καταλήφθηκαν το Τακρίτ και Μοσούλη και από εκεί κατευθύνθηκαν για τη κατάκτηση της Κιργισίας. Το 638 οι Μουσουλμάνοι χτίζουν και εγκαθίστανται στη Βασόρα αφού σύμφωνα με το γράμμα του Οτμπα, που έστειλε στον Ομάρ για να πάρει την έγκρισή του… «…οι Μουσουλμάνοι πρέπει να έχουν ένα καταφύγιο για να περνάνε τους χειμώνες, όταν γυρίζουν από τις μάχες». Την ίδια χρόνια χτίστηκε και η περίφημη Κούφα, στην οποία πολλοί Άραβες κυρίως του νότου, έτρεξαν για να εγκατασταθούν μόνιμα αφού πήραν γενναίες επιχορηγήσεις από τον Ομάρ.

Το 641 δόθηκε ακόμα μια σημαντική μάχη στη Ναβαχάντ, μια πόλη κοντά στο Χαμαντάν, την οποία κέρδισαν και πάλι οι Άραβες, διώχνοντας τα περσικά στρατεύματα ακόμα πιο ανατολικά και προχώρησαν στη κατάκτηση και του Ισπαχάν. Έτσι, κυνηγώντας τον Γιαζνταγκίρντ, όλο και πιο βαθιά στην Περσία, συμπλήρωναν τις κατακτήσεις τους, μέχρι που ο φυγάδας βασιλιάς πέρασε τα περσικά εδάφη και κατέφυγε στο Τουρκεστάν.

Η κατάκτηση της Αιγύπτου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

χάρτης της κατάκτησης της Αιγύπτου

Όταν ο Ομάρ επισκέφτηκε την Παλαιστίνη για δεύτερη φορά μετά την πανώλη του 639, για να ανακατατάξει τους στρατηγούς και να διευθετήσει στρατιωτικά και διοικητικά ζητήματα ο Αμρ ιμπν Αλ-Ας του ζήτησε την άδεια να επιτεθεί και να κατακτήσει την Αίγυπτο. «Η Αίγυπτος», του είπε, «είναι πλούσια σε αγαθά και φτωχή σε στρατιωτική ετοιμότητα». [14] Ο Ομάρ τελικά συμφώνησε και του έδωσε 4000 στρατιώτες για να προχωρήσει στο σχέδιο του. βάδισε κατά του Πηλούσιου (το σημερινό Πορτ-Σάιντ) το οποίο και κατέκτησε στις 20 Γενάρη του 640. επόμενος στόχος το Μπιλμπέις, με την οχυρωμένη πόλη του και το πολιόρκησε για ένα μήνα. Αφού το κατέκτησε και αυτό προχώρησε προς τη δεύτερη σημαντικότερη τότε πόλη της Αιγύπτου μετά την Αλεξάνδρεια, την Ηλιούπολη, όπου και έδωσε τη περίφημη μάχη τον Ιούλη του 640. 15.000 μουσουλμάνοι εναντίον 20.000 Βυζαντινών. Αφού νίκησε εκεί προχώρησε προς τη περιοχή του σημερινού Καϊρου όπου 15 μέρες αργότερα κατάκτησε και την Αλ-Φαγιούμ, την κυριότερη πόλη της περιοχής. Αφού ο Ομάρ τον ενίσχυσε με περίπου άλλους 5000 άντρες προχώρησε τον Σεπτέμβρη του 640 για το φρούριο της Βαβυλώνας, ένα ισχυρότατο φρούριο που είχαν χτίσει οι Πέρσες στα περίχωρα της Αλεξάνδρειας. Τελικά το φρούριο έπεσε στα χέρια των Αράβων στις 9 Απρίλη του 641. Ο τελευταίος στόχος ήταν η Αλεξάνδρεια. Η πόλη παραδόθηκε και στις 8 Νοέμβρη του 641 υπογράφηκε και η συμφωνία παράδοσης. [15]

O θάνατος του Ουμάρ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

το τέμενος του Ουμάρ στην Ιερουσαλήμ

Κατά τη διάρκεια των πρωινών προσευχών στο τζαμί της Μεδίνας, και ενώ ο Ομάρ δεν είχε τελειώσει ακόμα τις προσευχές του, τον πλησίασε ο Φαϊρούζ αμπού Λουλουά (abu Lu’Lu’a), ένας Πέρσης της φυλής των Μάγων που είχε αιχμαλωτιστεί από Άραβες στη μάχη της Ναβαχάντ και πλέον ήταν δούλος ενός επιφανή Μεδιναίου, και τον μαχαίρωσε με ένα δίκοπο μαχαίρι, έξι φορές, και εξαφανίστηκε μέσα στο πλήθος. Ο ιστορικός Ατ-Ταμπαρανί γράφει ότι ο Πέρσης σκότωσε προσπαθώντας να το σκάσει, ακόμα έξι Άραβες και μετά αυτοκτόνησε. Η δολοφονία ήταν σχεδιασμένη από τον αιχμάλωτο Πέρση αρχηγό της πόλης Αλ-Αχβάζ καθώς και από έναν Χριστιανό. [16] Σύμφωνα με τις διηγήσεις, ο Ομάρ δεν πέθανε αμέσως, παρά μεταφέρθηκε αιμόφυρτος στο σπίτι του όπου και ζήτησε να μάθει ποιος τον μαχαίρωσε, υποχρέωσε τον γιό του να του υποσχεθεί ότι θα ξεπληρώσει όλα τα οικονομικά χρέη του και τέλος, ζήτησε να πάει κάποιος στο σπίτι της Αϊσά, της γυναίκας του Προφήτη και να την παρακαλέσει να δώσε την άδεια να θαφτεί και ο Ομάρ εκεί, δίπλα στον Μωάμεθ και τον Αμπού Μπακρ, στο πάτωμα του δωματίου της. Μετά τον ρώτησαν ποιόν θα διόριζε για διάδοχό του. εκείνος απέφυγε να ορίσει έναν συγκεκριμένο και είπε η εκλογή να γίνει ανάμεσα στους 4 καλύτερους συντρόφους του Προφήτη, τον Οθμάν ιμπν Αφφάν, τον ανιψιό του Μωάμεθ Αλή αμπ Ταλίμπ (Ali ibn abi Taleb) ή Αλής, τον Αζ-Ζουμπαϊρ (Al Zubair), τον Τάλα (Talha ibn Obaidullah), τον Αμπντούρ Ραχμάν (Abdul Rahman ibn A’ouf) και τον Σάαντ (Sa’ad ibn Waqqas). Διόρισε τον γιό του, σαν μάρτυρα ότι η εκλογή θα γίνει δίκαια, έδωσε τις πολύτιμες συμβουλές του, στους διαδόχους του, και πέθανε στις 3 Νοεμβρίου, Τετάρτη πρωί του 644 σε ηλικία 63 χρονών. [17]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Biographies of the rightly guided Caliphs, σελ.145
  2. Mohammad ibn Obaid,από το βιβλίο «Omar ibn al- Khattab» του Mohammad Redha, Λίβανος,1999. σελ.21
  3. επιστολή στους κατοίκους της Μέκκα, από την «Ιστορία των Σαρακηνών» του 1708, από Wikisource
  4. από το βιβλίο-βιογραφία του Ουμάρ, Al Farouk, Omar ibn al-Khattab,the second Caliph. Του Mohammad Redha, Λίβανος, 1999. σελ.41
  5. At- Tabari,βιβλίο 2, σελ.658
  6. Biographies of the rightly guided Caliphs, σελ. 215-216
  7. MoerThe Caliphate: Its Rise, Decline, and Fall, κεφ.13
  8. Ε.Gibbon «Decline and Fall of Roman Empire», τόμος 5, σελ.527 Λονδίνο 1954
  9. από το βιβλίο Khalid ibn Walid, The Sword of Allah του αξιωματικού A.I.Akram, Πακιστάν, 1969 σελ. 322-323
  10. Biographies of the rightly guided Caliphs, σελ. 243-246
  11. από το βιβλίο-βιογραφία του Ουμάρ, Al Farouk, Omar ibn al-Khattab,the second Caliph. Του Mohammad Redha, Λίβανος, 1999.
  12. Mohammad ibn Obaid,από το βιβλίο «Omar ibn al- Khattab» του Mohammad Redha, Λίβανος,1999. σελ.67
  13. από το βιβλίο-βιογραφία του Ουμάρ, Al Farouk, Omar ibn al-Khattab,the second Caliph. Του Mohammad Redha, Λίβανος, 1999. σελ.137-138
  14. από το βιβλίο-βιογραφία του Ουμάρ, Al Farouk, Omar ibn al-Khattab,the second Caliph. Του Mohammad Redha, Λίβανος, 1999. σελ σελ183.
  15. όπου και παραπάνω, σελ.218
  16. Biographies of the rightly guided Caliphs, by Tamir Abu As Sood Muhammad & Noha Camal ed Din Abu al Yazid. εκδ. Dar-el-Manara, Κάιρο, 2001.σελ. 243-246
  17. από το βιβλίο-βιογραφία του Ουμάρ, Al Farouk, Omar ibn al-Khattab,the second Caliph. Του Mohammad Redha, Λίβανος, 1999. σελ 239.
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα