Άννα Δαλασσηνή

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Άννα Δαλασσηνή (;-1105) ήταν μητέρα του αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ Κομνηνού, από την αριστοκρατική οικογένεια των Δαλασσηνών. Ενάρετη και αφοσιωμένη μητέρα, είχε ισχυρότατη θέληση, θάρρος, ευφυΐα, αποφασιστικότητα και άμετρη φιλοδοξία.

Ἐμοὶ δὲ ἱστορίαν ξυγγραφούσῃ οὐκ ἐκ γένους καὶ αἵματος προσήκει ταύτην χαρακτηρίζειν, ἀλλ' ἐκ τρόπου καὶ ἀρετῆς καὶ τούτων, ὁπόσον ὁ τῆς ἱστορίας ὑποτίθεται λόγος. 3.8.1.
«Τοιαύτη τις ἦν ἡ ὑπερφυὴς ὄντως καὶ ἱερὰ ἐκείνη γυνή. Σωφροσύνῃ μὲν γὰρ τοσοῦτον ὑπερῆρε καὶ τὰς πάλαι ὑμνουμένας, περὶ ὧν ὁ πολὺς λόγος, ὁπόσον ἀστέρας ἥλιος». Αλεξιάς 3.8.3 - Άννα Κομνηνή

Σύνοψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παντρεύτηκε τον Κουροπαλάτη και Μεγάλο Δομέστικο Ιωάννη Κομνηνό, αδελφό του αυτοκράτορα Ισαάκιου Α΄του Κομνηνού. Μετά την ανάρρηση του Αλεξίου Α΄ διαδραμάτισε σπουδαιότατο ρόλο ως σύμβουλος του γιου της, ο οποίος, όπως και τα υπόλοιπα παιδιά της, έτρεφε γι΄ αυτήν βαθύτατο θαυμασμό και αγάπη. Όταν στην αρχή της βασιλείας του ο Αλέξιος εξεστράτευσε εναντίον των Νορμανδών (1081), ανέθεσε τη διοίκηση της αυτοκρατορίας στη μητέρα του, η οποία μετά την επιστροφή του, και για είκοσι χρόνια, συνδιοίκησε μαζί του. Η εγγονή της Άννα Κομνηνή, στο έργο της Αλεξιάδα εκφράστηκε με ξεχωριστό θαυμασμό γι΄ αυτήν, που την θεωρούσε ανώτερη όλων των πολιτικών της εποχής της. Πραγματικά, η Άννα Δαλασσηνή διοίκησε με αποφασιστικότητα και αυστηρότατο πρόγραμμα και άλλαξε τα ήθη της Αυλής. Στα τελευταία χρόνια της ζωής της αποσύρθηκε σε μοναστήρι, όπου και πέθανε.[1]

Η ζωή της[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Άννα Δαλασσηνή ήταν κόρη του Αλέξιου Χάροντα, (που κατείχε σημαντική θέση στο Θέμα της Ιταλίας) και της Ανδριάνας Δαλασσηνής, η οποία καταγόταν από τη πόλη Δάλασσα [2] και ανήκε στον ένδοξο οίκο των Δαλασσηνών. Η διατήρηση του επωνύμου της μητέρας της σε όλη της τη ζωή, ακόμα και μετά το γάμο της, αποτελεί ένδειξη του ότι η οικογένεια της μητέρας της είχε μεγαλύτερο κύρος από εκείνης των Κομνηνών, έως τότε.

Ο γάμος της με τον Ιωάννη Κομνηνό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1044, η Άννα παντρεύτηκε τον Ιωάννη Κομνηνό, με τον οποίο απέκτησε οκτώ παιδιά, πέντε αγόρια (Μανουήλ, Ισαάκ, Αλέξιος, Αδριανός, Νικηφόρος) και τρία κορίτσι (Μαρία, Ευδοκία, Θεοδώρα). Ο αδελφός του Ιωάννη, Ισαάκ, ήταν ένας από τους σημαντικότερους τότε στρατηγούς του Βυζαντίου. Έτσι, επιλέχθηκε από μια ομάδα επαναστατημένων βυζαντινών στρατηγών, το 1057 για να εκθρονίσει τον ηλικιωμένο και ανίκανο αυτοκράτορα Μιχαήλ ΣΤ’ Στρατιωτικό. Ο Ισαάκ έγινε αυτοκράτορας, ανεβάζοντας τον αδελφό του στα υψηλά αξιώματα του κουροπαλάτη και του δομέστικου των σχολών της Δύσης (διοικητής των δυτικών στρατευμάτων). Δυστυχώς για την Άννα, ο Ισαάκ αρρώστησε βαριά και όντας αδύναμος πείστηκε από τους πατριάρχες Μιχαήλ Κηρουλάριο και Κωνσταντίνο Λειχούδη να παραιτηθεί από το θρόνο το 1059.Ο Ισαάκ θέλησε να περάσει το θρόνο στον Ιωάννη, αλλά ο ίδιος δεν το δέχτηκε φοβούμενος το βάρος του αυτοκρατορικού αξιώματος. Έτσι, τον Ισαάκ διαδέχθηκε ο Κωνσταντίνος Ι’ ο Δούκας, πρόεδρος της Συγκλήτου.

Η Δαλασσηνή εναντίον των Δουκών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Άννα με κατηγορίες και δάκρυα προσπάθησε να μεταπείσει των Ιωάννη, τονίζοντάς του τον κίνδυνο στον οποίο έβαζε την οικογένειά του, που από εδώ και στο εξής, θα θεωρούνταν ύποπτη ως διεκδικήτρια της εξουσίας από κάθε κυβέρνηση. Εκείνος, ωστόσο, παρέμεινε αμετάπειστος και έτσι η Άννα αναγκάστηκε να συμβιβαστεί. Παρ’ όλα αυτά, ποτέ δεν συγχώρεσε το Δούκα, που την υποκατέστησε στο θρόνο και έτρεφε από τότε μία βαθιά αντιπάθεια για τους Δουκάδες. Από τότε κιόλας ήταν αποφασισμένη να παλέψει για να εξασφαλίσει στην οικογένειά της την πολυπόθητη άνοδο στο θρόνο.[εκκρεμεί παραπομπή]

Όταν, ο σύζυγός της πεθαίνει το 1067, η Άννα γίνεται η αρχηγός της οικογένειάς της. Ο πρωτότοκος γιος της Μανουήλ υπηρετεί ήδη στον αυτοκρατορικό στρατό, ενώ ο Ισαάκ και ο Αλέξιος έχουν ενηλικιωθεί Μετά το θάνατο του Κωνσταντίνου Ι’ Δούκα, η Άννα τάχθηκε έξυπνα στο πλευρό της χήρας του Κωνσταντίνου, Ευδοκίας Μακρεμβολίτισσας, και του νέου συζύγου της, Ρωμανού Διογένη Δ’, και ταυτόχρονα εναντίον όσων αποδοκίμαζαν το γάμο της Ευδοκίας. Η Άννα έγινε ένας από τους ισχυρότερους υποστηρικτές του νέου αυτοκράτορα και ενθάρρυνε τους γιους της να υπηρετούν στις εκστρατείες του. Έτσι, ο γιός της Μανουήλ αναρριχήθηκε γρήγορα στα υψηλά αξιώματα του βυζαντινού στρατού και έγινε γνωστός για τα κατορθώματά του. Ξαφνικά, όμως αρρωσταίνει βαριά και πεθαίνει στη Βιθυνία από μία μόλυνση στο αυτί. Παρά τη βαθιά θλίψη της αποφασίζει να στείλει τον τρίτο γιο της, τον Αλέξιο, στο στρατό για να υπηρετήσει στη θέση του. Ωστόσο, ο δεύτερος γιος της Άννας, ο Ισαάκ, υπηρετούσε ήδη στο στρατό και ο Ρωμανός δεν δέχτηκε να προσλάβει τον Αλέξιο λέγοντάς του: «Δεν πρέπει να μείνει η μητέρα σου μόνη μέσα σε μια τέτοια θλίψη και δεν θέλω να προσθέσω στον πόνο της απώλειας ενός γιου τον πόνο της απομάκρυνσης ενός άλλου».

Οι Δούκες,[3] μετά την ήττα του Ρωμανού Δ’ από τους Σελτζούκους Τούρκους στη μάχη του Μαντζικέρτ το 1071, επέστρεψαν στην εξουσία εκθρονίζοντάς τον. Η Άννα διατήρησε ωστόσο την πίστη της στο Διογένη και σύντομα στοχοποιήθηκε για αυτό από τη νέα κυβέρνηση. Δεν άργησε να κατηγορηθεί ότι διατηρούσε μυστική αλληλογραφία μαζί του και έτσι οδηγήθηκε στο δικαστήριο. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης οι Κομνηνοί υποστήριξαν ότι τα έγγραφα ήταν πλαστά, αλλά παρ’ όλα αυτά η καταδίκη της φαινόταν σίγουρη. Κατά τη διάρκεια, όμως της δίκης, η Άννα σίγουρη και υπερήφανη, τραβώντας την εικόνα του Χριστού κάτω από τον μανδύα της, είπε στους δικαστές: «Ιδού ο κριτής μου και ο δικός σας. Σκεφτείτε τον καθώς θα βγάζετε την απόφασή σας και φροντίστε να είναι αντάξια του Ανώτατου Κριτή που γνωρίζει τα μυστικά της καρδιάς» . Οι δικαστές, παρ’ όλο που ορισμένοι από αυτούς έκλιναν υπέρ της αθώωσης, φοβούμενοι την οργή του αυτοκράτορα, προέβησαν σε μία δειλή κρίση, που χαρακτηρίστηκε από τους υποστηρικτές των Κομνηνών, ως «κρίση του Καϊάφα». Έτσι, Η Άννα και ο Αλέξιος καταδικάστηκαν σε εξορία και στάλθηκαν σε ένα νησί των Πριγκήπων. Η τύχη της όμως άλλαξε μετά την επάνοδό της στην Κωνσταντινούπολη το 1073, μετά την απομάκρυνση του εχθρού της Καίσαρα Ιωάννη Δούκα, που ήρθε σε ρήξη με τον ανιψιό του Μιχαήλ Ζ’, γιο του Κωνσταντίνου Ι’ Δούκα και της Ευδοκίας. Την περίοδο αυτή οι γιοί της Άννας, Αλέξιος και Ισαάκ κατέλαβαν υψηλά αξιώματα στο βυζαντινό στρατό και έγιναν γνωστοί για τη γενναιότητα και τα κατορθώματα τους. Η φήμη τους μεγάλωνε και ειδικότερα ο Αλέξιος γινόταν όλο και πιο αγαπητός στο λαό. Ο Αλέξιος αρχικά στήριξε τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ’, προστατεύοντας το θρόνο του από επίδοξους σφετεριστές και νικώντας εξωτερικούς εχθρούς. Όταν όμως, ο Νικηφόρος Βοτανειάτης εκθρόνισε το Μιχαήλ, αποφάσισε να ταχθεί στο πλευρό του νέου καθεστώτος. Παράλληλα, παντρεύτηκε την εγγονή του Καίσαρα Ιωάννη Δούκα, Ειρήνη Δούκαινα, αναγνωρίζοντας την τεράστια σημασία της συμμαχίας του με τους Δουκάδες. Είναι η μοναδική ίσως περίπτωση, στην οποία η Άννα επέτρεψε στα προσωπικά της πάθη, στο μίσος της εδώ για τους Δουκάδες να θολώσει την κρίση της. Έτσι, αντιτάχθηκε στον γάμο του γιου της με την Ειρήνη. Ο Αλέξιος, που πάντα υπάκουε στη θέληση της μητέρας του, κατάφερε αυτή τη φορά να την πείσει για την ορθότητα της απόφασής του. Ο νέος αυτοκράτορας, Νικηφόρος Γ’ Βοτανειάτης, παντρεύτηκε την άλλοτε σύζυγο του Μιχαήλ Ζ’, Μαρία Αλανή, η οποία θα αποτελούσε σημαντικό σύμμαχο των Κομνηνών, προσπαθώντας να εξασφαλίσει το μέλλον του γιου της Κωνσταντίνου, που είχε αποκτήσει από τον προηγούμενο της γάμο, καθώς ο Νικηφόρος Γ’ είχε σκοπό να αφήσει το θρόνο σε έναν από τους στενούς συγγενείς του. Η κινητήρια δύναμη πίσω από αυτή την πολιτική συμμαχία ήταν η Άννα Δαλασσηνή. Η Μαρία ήταν ήδη στενά συνδεδεμένη με τους Κομνηνούς μέσω του γάμου της ξαδέλφης της Ειρήνης με τον Ισαάκ Κομνηνό. Έτσι, για να βοηθήσει τη συνωμοσία η Μαρία υιοθέτησε τον Αλέξιο, με τον οποίο ενδέχεται να είχε δεσμό. Έτσι, τα δύο αδέλφια είχαν τώρα πρόσβαση στα ιδιαίτερα διαμερίσματα του παλατιού και μπορούσαν να ενημερώνονται για τα όσα ετοιμάζονταν εναντίον τους. Φοβούμενοι τη δύναμη που αποκτούσαν οι Κομνηνοί, οι σύμβουλοι του αυτοκράτορα αποφάσισαν να τους τυφλώσουν. Τη νύχτα της 14ης Φεβρουαρίου 1081, τα δύο αδέλφια συνοδευόμενα από τους υποστηρικτές τους, έφυγαν από την πρωτεύουσα. Εξαιτίας όμως, της βιαστικής αποχώρησής τους αναγκάστηκαν να αφήσουν πίσω τους συγγενείς τους. Η Άννα, παίρνοντας μαζί τις κόρες, τις νύφες και τα εγγόνια της, βρήκε καταφύγιο στο απαραβίαστο άσυλο της Αγίας Σοφίας. Από εκεί διαπραγματεύτηκε με τον αυτοκράτορα για την ασφάλεια των μελών της οικογένειας της, που είχαν μείνει στην πρωτεύουσα, ενώ υπερασπιζόταν την αθωότητα των γιων της. Όταν, οι βασιλικοί φρουροί, κάλεσαν τη ομάδα πίσω στο παλάτι η Άννα γαντζώθηκε στο εικονοστάσιο και δήλωσε πως θα έπρεπε να της κόψουν τα χέρια για να την απομακρύνουν από εκεί, ενώ ζήτησε το σταυρό του αυτοκράτορα ως εγγύηση της ασφαλείας της οικογένειάς της. Έτσι, ο Νικηφόρος Γ’ αναγκάστηκε με δημόσιο όρκο να υποσχεθεί ότι θα παρέχει προστασία για την οικογένεια.[εκκρεμεί παραπομπή] Η Άννα κέρδισε με αυτό τον τρόπο χρόνο για τους γιους της, ώστε να συγκεντρώσουν και να εξοπλίσουν τις δυνάμεις τους και έδωσε μία ψευδή αίσθηση ασφάλειας στο Βοτανειάτη ότι δεν υπήρχε πραγματικός κίνδυνος πραξικοπήματος εναντίον του. Εν τω μεταξύ, στο στρατόπεδο της Σχίζας, ο Αλέξιος ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας, και έχοντας την υποστήριξη του ισχυρότατου Καίσαρα Ιωάννη Δούκα, βάδισε εναντίον της Πρωτεύουσας.

Η ανάρρηση του Αλέξιου Α' Κομνηνού στο θρόνο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Νικηφόρος Γ΄ Βοτανειάτης αδράνησε κατά τη διάρκεια της εφόδου των Κομνηνών και τελικά αναγκάστηκε να παραιτηθεί. Έτσι, ο Ισαάκ και ο Αλέξιος Κομνηνός εισήλθαν στην πρωτεύουσα νικηφόρα την 1η Απριλίου 1081, κερδίζοντας τις μάχες στους δρόμους της και έχοντας την υποστήριξη του στόλου. Το όνειρο της Άννας Δαλασσηνής είχε εκπληρωθεί, χάρις φυσικά στις ακούραστες προσπάθειές της: ο γιός της ήταν αυτοκράτορας. Ο σεβασμός και η αγάπη που έτρεφε γι’ αυτήν διατηρήθηκαν και μετά την άνοδό του στο θρόνο. Θέλησε να παίρνει μέρος η μητέρα του σε όλα τα συμβούλιά του, της απένειμε τον τίτλο της αυτοκράτειρας, την ενημέρωνε και τη συμβουλευόταν για όλα τα ζητήματα.

Ωστόσο, ακόμη και τώρα η αντιπάθεια της Άννας για τους Δουκάδες δεν είχε σβήσει. Η ευνοϊκή μεταχείριση της συζύγου του Βοτανειάτη, Μαρίας Αλανής σε συνδυασμό με την συμπεριφορά του αυτοκράτορα προς τη γυναίκα του, Ειρήνη, είχαν προκαλέσει τα κουτσομπολιά ολόκληρης της πόλης, που ήθελαν την Άννα να εξωθεί το γιο της στο διαζύγιο και να αναγνωρίζει το δεσμό του με τη Μαρία. Αποκορύφωμα της τεταμένης αυτής κατάστασης αποτελεί το γεγονός ότι ο Αλέξιος στέφθηκε μόνος του χωρίς την Ειρήνη. Ο νέος αυτοκράτορας βρισκόταν διχασμένος ανάμεσα σε τρεις γυναίκες, που τον επηρέαζαν άμεσα. Τελικά, γνωρίζοντας την τεράστια επιρροή των Δουκάδων και την στήριξή τους από των Πατριάρχη, παίρνει τη σωστή απόφαση και η Ειρήνη στέφεται αυτοκράτειρα μία εβδομάδα αργότερα από τον Πατριάρχη Κοσμά τον Ιεροσολυμίτη. Η Άννα Δαλασσηνή αφέθηκε να επιλέξει τον επόμενο πατριάρχη, Ευστράτιο Γαρίδα, ως αποζημίωση.

Η κυβερνητική δραστηριότητα της Δαλασσηνής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από την κατάληψη της εξουσίας από τους Κομνηνούς το 1081 επρόκειτο να πρωταγωνιστήσει στη διαχείριση των στρατιωτικών και πολιτικών θεμάτων της αυτοκρατορίας. Ο Αλέξιος, ο γιος της, λειτουργούσε για πολλά χρόνια κάτω από την επιρροή της. Μάλιστα όταν τον Αύγουστο του 1081 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη για να πολεμήσει στην Ιλλυρία τους Νορμανδούς, ανέθεσε στη μητέρα του με επίσημο χρυσόβουλο την απόλυτη εξουσία, κατά την απουσία του. Η Άννα εξακολούθησε να έχει τεταμένες σχέσεις με τη νύφη της Ειρήνη, και γι’ αυτό ίσως ανέλαβε εξ’ ολοκλήρου την ανατροφή και μόρφωση της εγγονής της, Άννας Κομνηνής. Επί είκοσι περίπου χρόνια, παρέμεινε συναυτοκράτειρα και κυβέρνησε καλά. Η Άννα επανέφερε σε τάξη την κυβέρνηση (οι υπουργοί των προηγούμενων αυτοκρατόρων Νικηφόρου Βοτανειάτη και Μιχαήλ Ζ’ κατασπαταλούσαν τα χρήματα του ταμείου και αύξαναν το έλλειμμα του θησαυροφυλακίου) κι ακόμη αναμόρφωσε τα ήθη του Ιερού Παλατιού. Η ίδια έδινε το παράδειγμα. Έτσι, σύμφωνα με την εγγονή της Άννα Κομνηνή, περνούσε ένα μέρος της νύχτας σε προσευχές, αφιέρωνε το πρωινό της σε ακροάσεις και στη υπογραφή διαταγμάτων, παρακολουθούσε τη λειτουργία στην αγία Θέκλα το απόγευμα και τέλος ασχολούνταν ως το βράδυ με τα κοινά. Καθώς γερνούσε, όμως, η Άννα γινόταν ολοένα και πιο αυταρχική με αποτέλεσμα ο Αλέξιος να κουράζεται και να ενοχλείται συχνά από τη συμπεριφορά της. Η Άννα, με την οξυδέρκεια που τη χαρακτήριζε πάντα, αντιλήφθηκε νωρίς πως είχε φτάσει η στιγμή να αποσυρθεί, πριν να την απομακρύνουν. Έτσι, εγκαταστάθηκε γύρω στα 1100 στο μοναστήρι του Παντεπόπτη,[4] όπου και πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής της.

Η Άννα Κομνηνή για την Άννα Δαλασσηνή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αντλούμε σημαντικές πληροφορίες για την Άννα Δαλασσηνή, από αυτά που έγραψε η εγγονή της, Άννα Κομνηνή, για την πολυαγαπημένη της γιαγιά:
«Μπορεί να προκαλέσει κάποια έκπληξη το γεγονός ότι ο πατέρας μου, ο αυτοκράτορας, είχε ανυψώσει τη μητέρα του σε μια τέτοια τιμητική θέση, και ότι είχε παραδώσει την πλήρη εξουσία σε αυτήν. Φαινόταν να αφήνει τα ηνία της εξουσίας και να τρέχει κατά κάποιο τρόπο, δίπλα στο αυτοκρατορικό άρμα όπου ήταν καθισμένη εκείνη. Ο πατέρας μου κράτησε για τον εαυτό του, τη διεξαγωγή των πολέμων εναντίον των βαρβάρων, ενώ ανέθεσε στη μητέρα του, τη διοίκηση των κρατικών υποθέσεων, την επιλογή των δημοσίων υπαλλήλων, καθώς και τη δημοσιονομική διαχείριση των εσόδων και εξόδων της αυτοκρατορίας. Θα μπορούσε κανείς, ίσως, διαβάζοντας αυτό, να καταδικάσει την απόφαση του πατέρα μου να αναθέσει τη διακυβέρνηση της αυτοκρατορίας στη μητέρα του. Αλλά από τη στιγμή που θα καταλάβει, την ικανότητα αυτής της γυναίκας, τη μεγαλειότητά της, την καλή της αίσθηση και την αξιοσημείωτη δυνατότητά της για σκληρή δουλειά, θα μεταστραφεί από την κριτική στο θαυμασμό. Γιατί η γιαγιά μου είχε πραγματικά το δώρο της ικανότητας να διεκπεραιώνει με επιτυχία τις υποθέσεις του κράτους… Ήταν ικανή να κυβερνά όχι μόνο την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, αλλά και κάθε άλλο βασίλειο κάτω από τον ήλιο… Δεν διέθετε μόνο εξαιρετική ευφυΐα, αλλά και την ικανότητα ομιλίας που της ταίριαζε. Ήταν μια πραγματικά πειστική ρήτορας, σε καμία περίπτωση φλύαρη ή μακροσκελής ... Όσο για τη συμπόνια της προς τους φτωχούς και την πολυτέλεια του χεριού της προς τους άπορους, πώς μπορούν να τα περιγράψουν τα λόγια; Το σπίτι της ήταν ένα καταφύγιο για τους συγγενείς της που είχαν ανάγκη, και δεν ήταν λιγότερο παράδεισος για τους ξένους .... Η έκφρασή της, η οποία αποκάλυπτε τον αληθινό χαρακτήρα της, απαιτούσε τη λατρεία των αγγέλων, αλλά γεννούσε τον τρόμο στους δαίμονες …»

Ο Αλέξιος Κομνηνός για την Άννα Δαλασσηνή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ακόμη ο γιός της, Αλέξιος, είχε γράψει για εκείνην: «Τίποτα δεν συγκρίνεται, με μία τρυφερή μητέρα, που αγαπάει τα παιδιά της. Δεν υπάρχει στον κόσμο πιο γερό στήριγμα, είτε υψώνεται κάποιος κίνδυνος στον ορίζοντα ή υπάρχει φόβος για κάποια δυσκολία. Αν δώσει μια συμβουλή, η συμβουλή της είναι καλή. Αν προσευχηθεί η προσευχή της εξασφαλίζει ακατανίκητη προστασία, σ’ αυτούς που είναι το αντικείμενό της. Έτσι ήταν για μένα, από την πιο νεαρή ηλικία, η μητέρα μου και σεβαστή ηγεμονίδα μου, που ήταν σε κάθε περίπτωση δάσκαλος και οδηγός μου. Ήμασταν μία ψυχή σε δύο σώματα και, με τη χάρη του Θεού, αυτή η ωραία και στενή ένωση διαρκεί ακόμη και σήμερα».

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εμπνευσμένος από την επιβλητική μορφή αυτής της γυναίκας έγραψε, τέλος, ο Καβάφης το ποίημα:

Εις το χρυσόβουλλον που έβγαλ' ο Αλέξιος Κομνηνός
για να τιμήσει την μητέρα του επιφανώς,
την λίαν νοήμονα Κυρίαν Αννα Δαλασσηνή
την αξιόλογη στα έργα της, στα ήθη
- υπάρχουν διάφορα εγκωμιαστικά:
εδώ ας μεταφέρουμε από αυτά
μια φράσιν έμορφην, ευγενική
«Ου το εμόν ή το σον, το ψυχρόν τούτο ρήμα, ερρήθη».[5][6]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Εγκυκλοπαίδεια Δομή, τόμ. 3, σ. 44 ISBN 960-8177-53-7
  2. στη σημερινή επαρχία Καισαρείας στη Τουρκία
  3. Ίδρυμα μείζονος ελληνισμού
  4. Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού
  5. Άννα Δαλασσηνή
  6. Αλβερέλ «Γιατί το Βυζάντιο;»

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]