Χαρτουλάριος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

O χαρτουλάριος (λατιν. chartularius) ήταν -στην ύστερη Ρωμαϊκή και Βυζαντινή Αυτοκρατορία- ένας διοικητικός υπάλληλος, επιφορτισμένος με διοικητικά και φορολογικά καθήκοντα, είτε ως υφιστάμενος υπάλληλος μίας υπηρεσίας ή επαρχίας, είτε ως επικεφαλής διαφόρων ανεξάρτητων γραφείων.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο λατινικός τίτλος chartulārius προέρχεται από το charta (που προέρχεται από το ελληνικό χάρτης), [1] ένας όρος που χρησιμοποιείται για επίσημα έγγραφα και βεβαιώνεται από το 326, όταν οι chartularii απασχολούντo στα δημόσια αρχεία (scrinia) των ανώτερων γραφείων του Ρωμαϊκού Kράτους (του praetorian prefecture, του officium, του magister militum, κ.ά.). [2] Αρχικά κατώτεροι υπάλληλοι, τον 6ο αι. αυξήθηκαν σε σημασία, σε βαθμό που ο Πέτρος ο Πατρίκιος, όταν διακρίνει μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών αξιωματούχων, καλεί τους πρώτους χαρτουλαρικίους. [3] Από τον 7ο αι., οι χαρτουλάριοι μπορούσαν είτε να χρησιμοποιηθούν ως επικεφαλής των τμημάτων σε μία φορολογική υπηρεσία (σέκρετον ή λογοθέσιον), ως επικεφαλής ανεξάρτητων τμημάτων, είτε στη θεματική (επαρχιακή) και ταγματική διοίκηση· καταγράφεται επίσης και ο περιστασιακός διορισμός χαρτουλαρίων ως επικεφαλής στρατού. Το εκκλησιαστικό αντίστοιχο ονομαζόταν χαρτοφύλαξ· και οι δύο όροι μερικές φορές χρησιμοποιήθηκαν εναλλακτικά.

Χαρτουλάριοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Οι χαρτουλάριοι του [οξέος] δρόμου (των γρήγορων επικοινωνιών): υφιστάμενοι αξιωματούχοι του τμήματος του Δρόμου, κάτω από τον λογοθέτη του Δρόμου. [4]
  • Οι λεγόμενοι μεγάλοι χαρτουλάριοι του σεκρέτου ως επικεφαλής των διαφόρων γραφείων του τμήματος του Γενικού (του Γενικού Οικονομικού τμήματος) και οι χαρτουλάριοι τῶν ἀρκλῶν[5] ή ἔξω χαρτουλάριοι ως ανώτεροι αξιωματούχοι του θησαυροφυλακίου που αποστέλλοντο στις επαρχίες (έξω από την Κωνσταντινούπολη). [6]
  • Ο χαρτουλάριος τοῦ οἰκιστικοῦ ή πιο απλά ο οικιστικός, του οποίου οι ακριβείς λειτουργίες είναι άγνωστες, πιστοποιείται επίσης υπό το Γενικόν· Η θέση του έγινε ανεξάρτητο γραφείο ως τον 11ο αι., αλλά εξαφανίζεται μετά. Καταγράφεται ότι αυτός ήταν υπεύθυνος για τις φορολογικές απαλλαγές και είχε διάφορα νομικά καθήκοντα σε ορισμένα θέματα τον 11ο αι. Το γραφείο μπορεί να είχε συσχετιστεί με τους Αυτοκρατορικούς τομείς (οίκους). [7]
  • Οι [μεγάλοι] χαρτουλάριοι του σεκρέτου, ως ανώτεροι υπάλληλοι του τμήματος του λογοθέτη του Στρατιωτικού, ο οποίος επόπτευε τα στρατιωτικά οικονομικά και περαιτέρω χαρτουλαρίους των (μεμονωμένων) θεμάτων και ταγμάτων, εποπτεύοντας τις οικονομικές υποθέσεις των θεματικών στρατευμάτων και των Αυτοκρατορικών ταγμάτων, αντίστοιχα. [8]
  • Ο χαρτουλάριος τou Σακελλίου, υπεύθυνος του Σακελλίου (Θησαυροφυλακίου). [9]
  • Ο χαρτουλάριος του βεστιαρίου, υπεύθυνος του ταμείου του Βεστιαρίου. [10]
  • Ο χαρτουλάριος του κανικλείου, υπεύθυνος για το αυτοκρατορικό μελανοδοχείο κανίκλειο), μία θέση που δινόταν σε έναν από τους πιο αξιόπιστους βοηθούς του Ρωμαίου Αυτοκράτορα. [11]
  • O χαρτουλάριος του σταύλου, αρχικά ένας υφιστάμενος αξιωματούχος, υπό τον κόμη του Σταύλου. Tον 11ο αι. προστέθηκε το επίθετο μέγας και έγινε επικεφαλής τού τμήματός του, εποπτεύοντας τα Αυτοκρατορικά αγροκτήματα ιπποστασίων (μητάτα ή χαρτουλαράτα) στα Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία και ήταν υπεύθυνος για την προμήθεια υποζυγίων της Αυτοκρατορικής σειράς αποσκευών. [12] Ένας ακόμη χαρτουλάριος, υπεύθυνος του μεγάλου καταυλισμού του στρατού (του απλήκτου) στα Μαλάγινα της Βιθυνίας, ο χαρτουλάριος τῶν Μαλαγίνων ήταν υφιστάμενος σε αυτόν.
  • Δύο χαρτουλάριοι, ένας για καθέναν από τους δύο δήμους -τους Μπλε (Βένετους) και τους Πράσινους- της Ρωμαϊκής πρωτεύουσας, της Κωνσταντινούπολης. [13]
  • Ο μέγας χαρτουλάριος ήταν ένας τίτλος επίτιμου Αυλικού της Παλαιολόγειας εποχής, που κατέγραψε ο ψευδο-Κωδινός, ο οποίος δεν είχε κάποιο συγκεκριμένο γραφείο ή λειτουργία. [2]

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. R. S. P. Beekes, Etymological Dictionary of Greek, Brill, 2009, p. 1616.
  2. 2,0 2,1 Kazhdan 1991.
  3. Bury 1911.
  4. Bury 1911.
  5. Ο όρος ἀρκλα σημαίνει κιβώτιο, i.e. θησαυροφυλάκιο. Kazhdan 1991.
  6. Kazhdan 1991; Bury 1911.
  7. Kazhdan 1991; Bury 1911.
  8. Bury 1911.
  9. Bury 1911.
  10. Bury 1911.
  11. Kazhdan 1991; Bury 1911.
  12. Bury 1911; Haldon 1999.
  13. Bury 1911.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]