Χέρμπερτ Σάιμον

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Χέρμπερτ Σάιμον
Herbert simon tan d.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Herbert A. Simon (Αγγλικά)
Γέννηση 15  Ιουνίου 1916[1][2][3]
Μιλγουόκι[4][5]
Θάνατος 9  Φεβρουαρίου 2001[1][2][3]
Πίτσμπεργκ[6][5]
Υπηκοότητα Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
Θρησκεία αθεϊσμός
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσες Αγγλικά[7]
Σπουδές Πανεπιστήμιο του Σικάγου
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα οικονομολόγος
πολιτικός
κοινωνιολόγος
διδάσκων πανεπιστημίου
επιστήμονας υπολογιστών
Εργοδότης Κάρνεγκι Μέλον
Τεχνολογικό Ινστιτούτο του Ιλινόις
Αξιοσημείωτο έργο Administrative Behavior
Αξιώματα και βραβεύσεις
Βραβεύσεις Βραβείο Τούρινγκ (1975)
Βραβείο Νόμπελ Οικονομικών Επιστημών (1978)[8]
βραβείο της θεωρίας Τζον φον Νόιμαν (1988)
Εθνικό Μετάλλιο των Επιστημών (1986)
βραβείο επιστημονικού επιτεύγματος Ουίλιαμ Πρόκτερ (1980)
βραβείο Χάρολντ Πέντερ
Josiah Willard Gibbs Lectureship (1984)
William James Fellow Award (1989)
APA Award for Lifetime Contributions to Psychology (1993)
IJCAI Award for Research Excellence (1995)
APA Award for Distinguished Scientific Contributions to Psychology (1969)
Fellow of the Association for Computing Machinery (1994)
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Χέρμπερτ Α. Σάιμον (Herbert Alexander Simon, 15 Ιουνίου 1916 – 9 Φεβρουαρίου 2001) ήταν Αμερικανός οικονομολόγος, πολιτικός επιστήμονας, κοινωνιολόγος, ψυχολόγος και θεωρητικός της τεχνητής νοημοσύνης. Καθηγητής κυρίως στο Πανεπιστήμιο Κάρνετζι Μέλον, ο πολυσχιδής αυτός επιστήμονας ερεύνησε σε διάφορους τομείς: Γνωστική ψυχολογία, γνωσιακή επιστήμη, πληροφορική, δημόσια διοίκηση, μάνατζμεντ και φιλοσοφία της επιστήμης. Με σχεδόν χίλιες δημοσιεύσεις που αναφέρονται συχνά, υπήρξε ένας από τους κοινωνικούς επιστήμονες του 20ού αιώνα με τη μεγαλύτερη επίδραση[9].

Μπορεί να θεωρηθεί ένας από τους θεμελιωτές αρκετών σύγχρονων επιστημονικών κλάδων, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η επεξεργασία πληροφοριών, η λήψη αποφάσεων, η επίλυση προβλημάτων, τα attention economics, η οργανωσιακή θεωρία και τα πολύπλοκα συστήματα.

Επινόησε τους όρους bounded rationality and satisficing (ικανάρκεια)[10], ενώ υπήρξε ο πρώτος που ανέλυσε την αρχιτεκτονική της πολυπλοκότητας. Το 1978 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Οικονομικών Επιστημών για «την πρωτοποριακή του έρευνα στη διαδικασία της λήψεως αποφάσεων μέσα στους οικονομικούς οργανισμούς».

Οικογένεια και εκπαίδευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χέρμπερτ Α. Σάιμον γεννήθηκε στο Μιλγουόκι του Ουισκόνσιν. Πατέρας του ήταν ο `Αρθουρ Σάιμον (1881–1948), ένας ηλεκτρολόγος μηχανικός που μετανάστευσε στις ΗΠΑ από τη Γερμανία το 1903, μόλις απεφοίτησε από την Τεχνική Σχολή του Ντάρμστατ[11]. Ο πατέρας τού Χέρμπερτ είχε δεκάδες διπλώματα ευρεσιτεχνίας, ενώ παράλληλα ήταν ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας για την κρίση τέτοιων διπλωμάτων[12]. Η μητέρα του Χέρμπερτ, η `Εντνα Μαργαρίτα Μέρκελ, ήταν μία καλή πιανίστρια, της οποίας οι πρόγονοι προέρχονταν από την Πράγα και την Κολωνία[13]. Οι Ευρωπαίοι πρόγονοι του Χέρμπερτ ήταν κατασκευαστές πιάνων, χρυσοχόοι και οινοποιοί. Ο `Αρθουρ Σάιμον ήταν Εβραίος, ενώ η οικογένεια της συζύγου του είχε εβραϊκό, λουθηρανικό και ρωμαιοκαθολικό υπόβαθρο.[13].

Ο Χέρμπερτ εκπαιδεύθηκε σε δημόσιο σχολείο στο Μιλγουόκι, όπου ανέπτυξε ενδιαφέρον για την επιστήμη. Τα μαθήματα τα έβρισκε ενδιαφέροντα, αλλά μάλλον εύκολα. Αντίθετα με πολλά παιδιά, ο Σάιμον εκτέθηκε από νεαρή ηλικία στην ιδέα ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά μπορούσε να μελετηθεί με τις μεθόδους των θετικών επιστημών, εξαιτίας της επιδράσεως του νεότερου αδελφού της μητέρας του, του Χάρολντ Μέρκελ, ο οποίος είχε σπουδάσει οικονομικά στο Πανεπιστήμιο του Ουισκόνσιν υπό τον Τζων Ρ. Κόμονς. Από τα βιβλία του θείου του, οικονομικών και ψυχολογίας, ο Χέρμπερτ ανακάλυψε το ενδιαφέρον του για τις επιστήμες του ανθρώπου. Μεταξύ των πρώιμων επιρροών του, ο Σάιμον έχει μνημονεύσει το έργο The Great Illusion του Νόρμαν Έιντζελ και το έργο του Χένρυ Τζωρτζ Progress and Poverty. Το 1933 ο Σάιμον εισήχθη στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου και, ακολουθώντας αυτές τις επιδράσεις, σπούδασε κοινωνικές επιστήμες, αλλά και μαθηματικά. Ενδιαφερόταν και για τη βιολογία, αλλά δεν την επέλεξε εξαιτίας της δικής του «αχρωματοψίας και αδεξιότητας στο εργαστήριο»[14]. Εστίασε στην πολιτική επιστήμη και στα οικονομικά. Ο σημαντικότερος σύμβουλός του στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου υπήρξε ο εκ των θεμελιωτών της οικονομετρίας Χένρυ Σουλτς. Ο Σάιμον πήρε τόσο το πτυχίο του (1936) όσο και το διδακτορικό του (1943) στην πολιτική επιστήμη από το Πανεπιστήμιο του Σικάγου, όπου καθηγητές του υπήρξαν οι Χάρολντ Λάσγουελ και Τσαρλς `Εντουαρντ Μέριαμ.

Αφού εγγράφηκε σε ένα σεμινάριο για την «αξιολόγηση διοικήσεως δήμων», ο Σάιμον προσκλήθηκε ως ερευνητικός βοηθός του Κλάρενς Ρίντλεϋ, με τον οποίο συνέγραψε το βιβλίο Measuring Municipal Activities το 1938.[15] Το ίδιο έτος νυμφεύθηκε τη σύζυγό του Δωροθέα.

Ακαδημαϊκή σταδιοδρομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 1939 μέχρι το 1942 ο Σάιμον διετέλεσε επικεφαλής μιας ερευνητικής ομάδας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας Μπέρκλεϋ. Στη συνέχεια προσλήφθηκε από το Ινστιτούτο Τεχνολογίας του Ιλινόι, όπου δίδαξε πολιτική επιστήμη από το 1942 ως το 1949. Παραμένοντας στο Σικάγο, συμμετείχε στα σεμινάρια που διοργάνωναν τα μέλη της Επιτροπής Cowles, όπως ο Τρύγκβε Χάαβελμο, Γιάκομπ Μάρσακ και Τιάλινγκ Κόπμανς. Με τον τρόπο αυτό άρχισε μία βαθύτερη μελέτη των οικονομικών των οργανισμών. Ο Μάρσακ προσέλαβε τον Σάιμονς ως βοηθό στη μελέτη που είχε αναλάβει για τις «οικονομικές προοπτικές της ατομικής ενεργείας».

Το 1949 ο Σάιμον εκλέχθηκε καθηγητής στη διοίκηση επιχειρήσεων και πρόεδρος του Τμήματος Βιομηχανικού Μάνατζμεντ στο Πανεπιστήμιο Κάρνετζι Μέλον, που τότε ακόμα ονομαζόταν «Κάρνετζι Τεκ»[16]. Θα συνέχιζε να διδάσκει σε διάφορα τμήματα του Κάρνετζι Μέλον, όπως της ψυχολογίας και της επιστήμης υπολογιστών, μέχρι τον θάνατό του.

Από το 1950 ως το 1955, ο Σάιμον μελέτησε τα μαθηματικά των οικονομικών και μαζί με τον φιλόσοφο Ντέιβιντ Χώκινς (1913-2012) διετύπωσε και απέδειξε το «Θεώρημα Χώκινς-Σάιμον» για τις συνθήκες υπάρξεως θετικών ανυσμάτων λύσεως πινάκων εισόδου-εξόδου. Το 1954 ο Σάιμον κατέληξε ότι ο καλύτερος τρόπος να μελετήσει τη διαδικασία επιλύσεως προβλημάτων ήταν να την προσομοιώσει με προγράμματα υπολογιστών, πράγμα που τον οδήγησε στο ενδιαφέρον για την υπολογιστική προσομοίωση της ανθρώπινης σκέψεως. Υπήρξε ένα από τα πρώτα μέλη της Διεθνούς Εταιρείας για τις Επιστήμες των Συστημάτων (ISSS), που ιδρύθηκε εκείνη τη δεκαετία ως «Εταιρεία Γενικής Ερεύνης Συστημάτων» (Society for General Systems Research).

Ο Σάιμον ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τις εικαστικές τέχνες και ήταν φίλος των Ρόμπερτ Λέπερ[17] και Ρίτσαρντ Ράπαπορτ[18].

Τον Ιανουάριο του 2001 ο Σάιμον υποβλήθηκε σε εγχείρηση για την αφαίρεση κακοήθους όγκου από την κοιλιακή του χώρα, στο Πρεσβυτεριανό Νοσοκομείο του Πίτσμπεργκ. Παρότι η εγχείρηση πέτυχε, ο Σάιμον πέθανε λίγες εβδομάδες αργότερα στην ίδια πόλη από μετεγχειρητικές επιπλοκές.

Η μελέτη της διαδικασίας λήψεως αποφάσεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έργο του Σάιμον Administrative Behavior (1947) βασίσθηκε πάνω στη διδακτορική διατριβή του. Χρησίμευσε ως ένα υπόβαθρο για το γενικότερο έργο του. Κεντρικό αντικείμενο του έργου είναι οι νοητικές διαδικασίες με τις οποίες γίνονται οι ορθολογικές ανθρώπινες επιλογές-αποφάσεις.

Κάθε τέτοια απόφαση έχει να κάνει με μία επιλογή από έναν αριθμό εναλλακτικών λύσεων, με κατεύθυνση έναν επιχειρησιακό σκοπό ή «υποσκοπό» (subgoal). Οι «ρεαλιστικές» εναλλακτικές κατά τον Σάιμον έχουν πραγματικές συνέπειες που αποτελούνται από δράσεις ή μη-δράσεις του προσωπικού, οι οποίες τροποποιούνται από περιβαλλοντικά δεδομένα και αξίες. Στην πράξη, κάποιες από τις εναλλακτικές επιλογές μπορεί να είναι συνειδητές ή ασυνείδητες, κάποιες από τις συνέπειές τους μπορεί να είναι σκοπούμενες ή απρόβλεπτες και κάποια από τα μέσα και τους σκοπούς μπορεί να είναι ατελώς διαφοροποιημένα, ατελώς συσχετισμένα ή να μην έχουν ληφθεί υπόψη οι λεπτομέρειές τους.

Το καθήκον της ορθολογικής λήψεως αποφάσεων είναι η επιλογή της εναλλακτικής προτάσεως που καταλήγει στο πλέον επιθυμητό σύνολο όλων των δυνατών συνεπειών. Αυτό το καθήκον μπορεί να υποδιαιρεθεί σε τρία στάδια:

  1. τον προσδιορισμό και παράθεση όλων των εναλλακτικών προτάσεων
  2. τον προσδιορισμό όλων των συνεπειών της καθεμιάς από τις προτάσεις αυτές, και
  3. τη σύγκριση της αποτελεσματικότητας του καθενός από αυτά τα σύνολα συνεπειών[19].

Οποιοδήποτε δεδομένο φυσικό πρόσωπο ή οργανισμός/επιχείρηση που θα εφάρμοζε αυτό το πρότυπο σε μία πραγματική κατάσταση, δεν θα ήταν σε θέση να επιτύχει τα παραπάνω: Είναι πολύ απίθανο ότι κάποιος θα μπορούσε να γνωρίζει όλες τις δυνατές εναλλακτικές προτάσεις ή όλες τις δυνατές συνέπειες που θα προκαλούσε η καθεμιά τους.

Το ερώτημα θα ήταν: με δεδομένα τα αναπόφευκτα όρια της ορθολογικής λήψεως αποφάσεων, ποιες άλλες τεχνικές ή διαδικασίες μπορεί να εφαρμόσει ένα φυσικό πρόσωπο ή οργανισμός έτσι ώστε να επιτύχει το κατά προσέγγιση καλύτερο αποτέλεσμα; Ο Σάιμον γράφει:

«Οι άνθρωποι, παλεύοντας για ορθολογικότητα και περιορισμένοι μέσα στα όρια των γνώσεών τους, έχουν αναπτύξει μερικές τακτικές που ξεπερνούν μερικώς αυτές τις δυσκολίες. Αυτές οι τακτικές συνοψίζονται στην υπόθεση ότι μπορούμε να απομονώσουμε από τον υπόλοιπο κόσμο ένα κλειστό σύστημα που περιλαμβάνει έναν περιορισμένο αριθμό μεταβλητών και ένα περιορισμένο φάσμα συνεπειών.»[20]

Η ορθότητα διοικητικών αποφάσεων αξιολογείται κατά τον Σάιμον με δύο μείζονα κριτήρια:

  1. την επίτευξη των επιδιωκόμενων αποτελεσμάτων
  2. την ευκολία και τη δαπάνη με τα οποία επιτυγχάνονται τα αποτελέσματα αυτά.

Πολλά μέλη του οργανισμού/επιχειρήσεως τείνουν να εστιάζουν στο πρώτο κριτήριο, αλλά το συνολικό μάνατζμεντ πρέπει να προσέχει ειδικότερα το δεύτερο.

Η συνεισφορά του Σάιμον στην έρευνα της διοικητική λήψεως αποφάσεων έχει καταστεί περισσότερο αποδεκτή στην επιχειρηματική κοινότητα εξαιτίας της αναπτύξεως του management consulting.

Τεχνητή νοημοσύνη και ψυχολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σάιμον υπήρξε πρωτοπόρος στο πεδίο της τεχνητής νοημοσύνης, επινοώντας μαζί με τον φοιτητή του Άλεν Νιούελ τα υπολογιστικά προγράμματα «Μηχανή Λογικής Θεωρίας» το 1956 και Γενικός Λύτης Προβλημάτων (General Problem Solver) το 1957. Ο Γενικός Λύτης ίσως αποτελεί την πρώτη ιστορικά μέθοδο που επινοήθηκε για να διαχωρίσει τη στρατηγική επιλύσεως προβλημάτων από την πληροφορία για συγκεκριμένα προβλήματα. Αμφότερα τα προγράμματα γράφτηκαν στην Information Processing Language (IPL), μία γλώσσα προγραμματισμού που αναπτύχθηκε το 1956 από τους ίδιους με τη συνεργασία του Κλιφ Σω (John Clifford Shaw, 1922–1991). Το 1957 ο Σάιμον προέβλεψε ότι οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές θα ξεπερνούσαν τις ανθρώπινες ικανότητες στο σκάκι μέσα σε «δέκα χρόνια». Στην πραγματικότητα, χρειάσθηκαν περί τα 40 χρόνια για να συμβεί αυτό[21].

Λίγο μετά το 1960 ο ψυχολόγος Ούλρικ Νάισερ ισχυρίσθηκε ότι, αν και οι μηχανές είναι σε θέση να αναπαράγουν συμπεριφορές «ψυχρής συνειδητότητας», όπως ο σχεδιασμός, η αιτιολόγηση, η αντίληψη και η λήψη αποφάσεων, δεν θα ήταν ποτέ σε θέση να αναπαραγάγουν συμπεριφορές «θερμής συνειδητότητας», όπως η επιθυμία και άλλα συναισθήματα. Ο Σάιμον απάντησε στις απόψεις του Νάισερ το 1963, γράφοντας μία εργασία πάνω στη συναισθηματική συνειδητότητα[22], την οποία επικαιροποίησε το 1967 και τη δημοσίευσε στο περιοδικό Psychological Review.[23]. Η εργασία αυτή αγνοήθηκε για πολλά χρόνια από την ερευνητική κοινότητα των ειδικών της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά μεταγενέστερες εργασίες πάνω στα συναισθήματα από τον Ααρών Σλόμαν και τη Ρόζαλιντ Πίκαρντ βοήθησαν στο να προσεχθεί η δημοσίευση του Σάιμον και τελικώς να ασκήσει μεγάλη επίδραση πάνω στο συγκεκριμένο θέμα.

Ο Σάιμον συνεργάσθηκε επίσης με τον Τζέιμς Μαρτς σε αρκετές εργασίες πάνω στην οργανωσιακή θεωρία. Με τον Νιούελ ο Σάιμον ανέπτυξε μία θεωρία για την προσομοίωση της ανθρώπινης αντιμετωπίσως της επιλύσεως προβλημάτων, με τη χρήση κανόνων παραγωγικής σκέψεως[24]. Η μελέτη αυτή απαίτησε νέα είδη μετρήσεων στον άνθρωπο και με τον A. Ericsson ο Σάιμον ανέπτυξε την πειραματική τεχνική της αναλύσεως λεκτικών πρωτοκόλλων[25].

Ο Σάιμον επίσης ενδιαφέρθηκε για το πώς μαθαίνουν οι άνθρωποι και, από κοινού με τον Έντουαρντ Φάιγκενμπέιμ (E. Feigenbaum), ανέπτυξε τη λεγόμενη «θεωρία EPAM» (από τα αρχικά των λέξεων Elementary Perceiver and Memorizer, δηλαδή Στοιχειώδης Αντιλήπτωρ και Απομνημονευτής), μία από τις πρώτες θεωρίες για τη μάθηση που εφαρμόσθηκε ως πρόγραμμα υπολογιστή. Ο EPAM μπορούσε να ερμηνεύσει πολλά φαινόμενα στο πεδίο της λεκτικής μαθήσεως[26]. Μεταγενέστερες εκδόσεις του μοντέλου εφαρμόσθηκαν στη μάθηση εννοιών, ενώ ο Σάιμον μαζί με τον Φερνάν Γκομπέ επεξέτειναν τη θεωρία EPAM στο υπολογιστικό μοντέλο CHREST[27]. Το μοντέλο αυτό έχει χρησιμοποιηθεί κυρίως για την προσομοίωση εκφάνσεων της ικανότητας στο σκάκι.

Οικονομικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χέρμπερτ Α. Σάιμον έχει πιστωθεί επαναστατικές αλλαγές στη μικροοικονομική θεωρία. Στην Επιτροπής Cowles ο βασικός σκοπός του ήταν να συνδέσει την οικονομική θεωρία με τα μαθηματικά και ειδικότερα τη στατιστική. Οι κυριότερες συνεισφορές του ήταν στα πεδία της θεωρίας της γενικής ισορροπίας και της οικονομετρίας. Επηρεάσθηκε πολύ από τη «μαργιναλιστική» διαμάχη της δεκαετίας του 1930 κ.ε.: Η δημοφιλής άποψη της εποχής υποστήριζε ότι δεν ήταν εμπειρικώς προφανές πως οι επιχειρηματίες έπρεπε να ακολουθούν τις «μαργιναλιστικές» (marginalist) αρχές της μεγιστοποιήσεως του κέρδους και της ελαχιστοποιήσεως του κόστους κατά τη διοίκηση επιχειρήσεων και οργανισμών. Το επιχείρημα ήταν ότι η μεγιστοποίηση του κέρδους δεν επιτυγχανόταν εν μέρει εξαιτίας της ελλείψεως ολοκληρωμένης πληροφορήσεως. Στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων ο Σάιμον πίστευε ότι οι οικονομικώς δρώντες έχουν να αντιμετωπίζουν την αβεβαιότητα για το μέλλον και το κόστος της συλλογής πληροφοριών στο παρόν. Αυτοί οι δύο παράγοντες περιορίζουν το εύρος στο οποίο μπορούν να λάβουν μία πλήρως ορθολογική απόφαση, οπότε κατέχουν μόνο «bounded rationality» (ορθολογικότητα με περιορισμούς) και είναι υποχρεωμένοι να παίρνουν αποφάσεις με «satisficing» («ικανάρκειας»), δηλαδή να επιλέγουν αυτό που ίσως να μην είναι το βέλτιστο, αλλά με το οποίο θα είναι επαρκώς ευχαριστημένοι.

Ο Σάιμον ήταν γνωστός και για τις έρευνές του πάνω στη βιομηχανική οργάνωση. Συμπέρανε ότι η εσωτερική οργάνωση των επιχειρήσεων και οι εξωτερικές τους επιχειρηματικές αποφάσεις δεν ακολουθούσαν τις νεοκλασικές θεωρίες της «ορθολογικής» λήψεως αποφάσεων. Ο Σάιμον έγραψε πολλά άρθρα πάνω σε αυτό το θέμα κατά τη διάρκεια της ζωής του, εστιάζοντας κυρίως στο ζήτημα της λήψεως αποφάσεων μέσα στα όρια της συμπεριφοράς που υπαγορεύεται από την «ορθολογικότητα με περιορισμούς».

Ο Σάιμον κατέληξε ακόμα στο συμπέρασμα ότι ο καλύτερος τρόπος να μελετηθεί αυτό το πεδίο ήταν μέσα από προσομοιώσεις υπολογιστών. Με αυτή την αφορμή, επεκτάθηκε και σε θέματα όπως η αλληλεπίδραση ανθρώπου και υπολογιστή, αρχές της οργανώσεως ανθρώπων και μηχανών ως συστημάτων επεξεργασίας πληροφοριών, η χρήση υπολογιστών για τη μελέτη (με κατασκευή μοντέλων) φιλοσοφικών προβλημάτων της φύσεως της νοημοσύνης και της επιστημολογίας, και οι κοινωνικές επιπτώσεις της τεχνολογίας των υπολογιστών.

Μέρος των ερευνών του Σάιμον στα οικονομικά ρέπει οπωσδήποτε προς την κατανόηση των μεταβολών που επιφέρει η τεχνολογία γενικότερα και η επανάσταση στην επεξεργασία των πληροφοριών ειδικότερα.

Παιδαγωγική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έργο του Σάιμον επέδρασε ισχυρά στον Τζων Μάιτον (John Mighton), επινοητή ενός προγράμματος με σημαντική επιτυχία στη βελτίωση των επιδόσεων στα μαθηματικά μαθητών τόσο του δημοτικού, όσο και του γυμνασίου[28]. Ο Μάιτον μνημονεύει μία εργασία του Σάιμον από το 2000 που ανασκευάζει τα επιχειρήματα του Γάλλου ειδικού της διδακτικής των μαθηματικών Γκυ Μπρουσώ και άλλων που ισχυρίζονταν ότι η υπερβολική εξάσκηση παρεμποδίζει την κατανόηση από μέρους των μαθητών:[28]

«[Η] επίκριση της εξασκήσεως (αποκαλούμενη «drill and kill», λες και αυτή η φράση συνιστά εμπειρική αξιολόγηση) κυριαρχεί στα γραπτά των κονστρουκτιβιστών. Τίποτα δεν έρχεται σε μεγαλύτερη αντίθεση με τα αποτελέσματα των τελευταίων 20 ετών έρευνας από ό,τι ο ισχυρισμός ότι η εξάσκηση είναι κάτι το αρνητικό. Το σύνολο των δεδομένων, από εργαστηριακές και εκτεταμένες μελέτες επαγγελματιών, υποδεικνύει ότι η πραγματική επάρκεια έρχεται μόνο με την εκτεταμένη εξάσκηση... Η άρνηση του κρίσιμου ρόλου της εξασκήσεως σημαίνει άρνηση προς τα παιδιά του στοιχείου που χρειάζονται για να είναι πραγματικά επαρκή. Το καθήκον του διδάσκοντα δεν είναι να «σκοτώσει» το ενδιαφέρον και το κίνητρο για μάθηση απαιτώντας εξάσκηση, αλλά να ανακαλύψει ασκήσεις που θα παρέχουν εξάσκηση ενώ ταυτοχρόνως θα συντηρούν το ενδιαφέρον.»

— John R. Anderson, Lynne M. Reder, and Herbert A. Simon

Επικρίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο βιβλίο του με τίτλο «Τι ΔΕΝ μπορούν να κάνουν οι κομπιούτερς» (1972), ο Αμερικανός φιλόσοφος Χούμπερτ Ντρέυφους επέκρινε τον Σάιμον για τον ισχυρισμό του ότι τα προγράμματα υπολογιστών της εποχής επεδείκνυαν ήδη μία νοήμονα συμπεριφορά. Ο Ντρέυφους επίσης επέκρινε την αισιοδοξία του Σάιμον σχετικά με την τελική επιτυχία της τεχνητής νοημοσύνης ως αποτέλεσμα μιας ψυχολογικής θεωρίας της ευρετικής μεθόδου. Αυτή η κριτική βασιζόταν μερικώς στον φαινομενολογικό ισχυρισμό ότι ορισμένες μορφές της ευφυούς ανθρώπινης συμπεριφοράς δεν μπορούν να αναχθούν στην απλή τήρηση κανόνων.

Προσωπική ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χέρμπερτ Α. Σάιμον ήταν παντρεμένος επί 63 χρόνια με την Dorothea Isabel Pye. Είχαν τρία παιδιά: την Κάθριν, τον Πήτερ και τη Μπάρμπαρα. Η σύζυγος του Σάιμον απεβίωσε το 2002, ένα έτος μετά τον θάνατό του.

Επιλεγμένες δημοσιεύσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • 1938 (με τον Κλάρενς Ε. Ρίντλεϋ): Measuring Municipal Activities: a Survey of Suggested Criteria and Reporting Forms For Appraising Administration.
  • 1943: Fiscal Aspects of Metropolitan Consolidation.
  • 1945: The Technique of Municipal Administration, 2η έκδ.
  • 1947: Administrative Behavior: A Study of Decision-Making Processes in Administrative Organization.
– 4η έκδ. 1997, The Free Press
  • 1955: «A Behavioral Model of Rational Choice», Quarterly Journal of Economics, τόμ. 69, σσ. 99–188.
  • 1956: «Reply: Surrogates for Uncertain Decision Problems», Office of Naval Research, Ιανουάριος 1956.
  • 1957: Models of Man, John Wiley. Παρουσιάζει μαθηματικά μοντέλα της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
  • 1958 (με τον Τζέιμς Μαρτς και τη συνεργασία του Χάρολντ Guetzkow): Organizations, Wiley, Νέα Υόρκη
  • 1958 (με τους Άλεν Νιούελ και J.C. Shaw): Elements of a theory of human problem solving[29]
  • 1967: «Motivational and emotional controls of cognition», Psychological Review, τόμ. 74, σσ. 29–39, περιέχεται στο Models of Thought, τόμος 1
  • 1969: The Sciences of the Artificial, MIT Press, 1η έκδ.
  • 1972 (με τον Άλεν Νιούελ): Human Problem Solving
  • 1977: Models of Discovery and other topics in the methods of science, Reidel, Dordrecht Ολλανδίας
  • 1979: Models of Thought τόμοι 1 και 2, Yale University Press. Συλλογή των εργασιών του για την επεξεργασία πληροφοριών από τον άνθρωπο και την επίλυση προβλημάτων.
  • 1980 (με τον K. Anders Ericsson): «Verbal reports as data», Psychological Review, τόμ. 87, σσ. 215–251
  • 1982: Models of Bounded Rationality, τόμοι 1 και 2, MIT Press. Συλλογή των εργασιών του στα οικονομικά.
  • 1983: Reason in Human Affairs, Stanford University Press. Ευκολοδιάβαστο βιβλίο 115 σελ. πάνω στη λήψη αποφάσεων και την επεξεργασία πληροφοριών από τον άνθρωπο, βασισμένο σε διαλέξεις που έδωσε στο Στάνφορντ το 1982. Μία εκλαϊκευμένη παρουσίαση της δουλειάς του.
  • 1987 (με τους P. Langley, G. Bradshaw και J. Zytkow): Scientific Discovery: computational explorations of the creative processes, MIT Press
  • 1991: Models of My Life, Basic Books, Sloan Foundation Series. Η αυτοβιογραφία του.
  • 1995 (με τον Peter C.-H. Cheng): «Scientific discovery and creative reasoning with diagrams», στο έργο των S.M. Smith, T.B. Ward & R.A. Finke The Creative Cognition Approach (σσ. 205–228), MIT Press
  • 1996: The Sciences of the Artificial, 3η έκδοση, MIT Press
  • 1997: An Empirically Based Microeconomics, Cambridge University Press. Μία συνοπτική και ευκολοδιάβαστη περίληψη της κριτικής της συμβατικής «αξιωματικής» μικροοικονομικής θεωρίας, βασισμένη σε μία σειρά διαλέξεων.
  • 2000 (με τους John R. Anderson και Lynne M. Reder): «Applications and misapplications of cognitive psychology to mathematics education», Texas Education Review, τόμος 1, νο. 2, σσ. 29–49.

Ελληνικές μεταφράσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Herbert A. Simon: Οι επιστήμες του τεχνητού. Μετάφραση: Βασίλειος Ν. Μανιμάνης από την 3η έκδ. του The Sciences of the Artificial. Εκδ. «Σύναλμα», Αθήνα 1999, 317 σελ., ISBN 978-960-7578-17-4
  • James March & Herbert Simon: Οργανώσεις. Μετάφραση Κωνσταντίνα Μάστορα, πρόλογος Α. Μακρυδημήτρης, εκδ. «Κριτική», Αθήνα 2003, 380 σελ., ISBN 978-960-218-320-5.

Τιμητικές διακρίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Γερμανική Εθνική Βιβλιοθήκη, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 27  Απριλίου 2014.
  2. 2,0 2,1 2,2 (Γαλλικά) data.bnf.fr. data.bnf.fr/ark:/12148/cb11924825s. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  3. 3,0 3,1 3,2 SNAC. w6fb6jsh. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  4. Γερμανική Εθνική Βιβλιοθήκη, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 11  Δεκεμβρίου 2014.
  5. 5,0 5,1 amturing.acm.org/award_winners/simon_1031467.cfm. Ανακτήθηκε στις 6  Μαρτίου 2016.
  6. Γερμανική Εθνική Βιβλιοθήκη, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 31  Δεκεμβρίου 2014.
  7. (Γαλλικά) data.bnf.fr. data.bnf.fr/ark:/12148/cb11924825s. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  8. www.nobelprize.org/nobel_prizes/economic-sciences/laureates/1978/.
  9. Simon, Herbert A. (1978). Assar Lindbeck, επιμ. Nobel Lectures, Economics 1969–1980. Singapore: World Scientific Publishing Co.. http://www.nobelprize.org/nobel_prizes/economics/laureates/1978/simon.html. Ανακτήθηκε στις 22 Μαΐου 2012. 
  10. Βλ. Οι επιστήμες του τεχνητού, εκδ. «Σύναλμα», μετάφραση Βασιλείου Μανιμάνη
  11. Simon 1991, σσ. 3, 23
  12. Simon 1991, σελ. 20
  13. 13,0 13,1 Simon 1991, σελ. 3
  14. Simon 1991, σελ. 39
  15. Simon 1991, σελ. 64
  16. Simon 1991, σελ. 136
  17. Αρχειοθετήθηκε Ιουνίου 26, 2006 στη Μηχανή του Αρχείου
  18. Details for Papers of Robert L. Lepper, 1920–1989.
  19. Simon 1976, σελ. 67
  20. Simon 1976, σελ. 82
  21. Computer Chess: The Drosophila of AI 30 Οκτωβρίου 2002
  22. Herbert A. Simon: «A Theory of Emotional Behavior», Carnegie Mellon University Complex Information Processing (CIP) Working Paper #55, 1 Ιουνίου 1963.
  23. Herbert A. Simon: «Motivational and Emotional Controls of Cognition», Psychological Review, 1967, τόμ. 74, No. 1, σσ. 29-39.
  24. Allen Newell & Herbert A. Simon: Human Problem Solving, 1972
  25. K.A. Ericsson & H.A. Simon: Protocol Analysis: Verbal Reports as Data, 1993
  26. Feigenbaum, E.A., & Simon, H.A. (1984): «EPAM-like models of recognition and learning», Cognitive Science, τόμος 8, σσ. 305–336
  27. Gobet, F. & Simon, H.A. (2000): «Five seconds or sixty? Presentation time in expert memory», Cognitive Science, τόμ. 24, σσ. 651–682.
  28. 28,0 28,1 "John Mighton: The Ubiquitous Bell Curve", στην τηλεοπτική σειρά Big Ideas, TVOntario, 6 Νοεμβρίου 2010.
  29. doi:10.1037/h0048495
  30. http://www.amacad.org/publications/BookofMembers/ChapterS.pdf
  31. National Academy of Sciences. Nas.nasonline.org. Ανακτήθηκε στις 23/9/2013.
  32. «Honorary doctors at Lund School og Economics and Management». Lund University. http://www.lusem.lu.se/research/honorary-doctors. Ανακτήθηκε στις 4 Σεπτεμβρίου 2014. 

Πηγές - εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Herbert A. Simon της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).