Θεωρία γενικής ισορροπίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η θεωρία γενικής ισορροπίας είναι κλάδος των θεωρητικών οικονομικών. Παραδοσιακά (ιστορικά) εντάσσεται στην μικροοικονομική θεωρία, αν και εδώ και δεκαετίες γίνεται προσπάθεια για τη λεγόμενη "μικροοικονομική θεμελίωση της μακροοικονομικής" και έχουν αναπτυχθεί αρκετά, απλοποιημένα, μακροοικονομικά μοντέλα γενικής ισορροπίας.

Εντάσσεται άλλωστε στη λεγόμενη κλασική οικονομική θεωρία, η οποία ως γνωστόν τέθηκε υπό γενική αμφισβήτηση από τον Κέυνς και τη Γενική Θεωρία του και τα γεγονότα της οικονομικής κρίσης του 1929. Η οικονομία στην πραγματικότητα είναι δυνατόν να βρίσκεται για παρατεταμένα χρονικά διαστήματα σε θέση ισορροπίας μακριά από το δυνητικό προϊόν (οικονομική ύφεση).

Το θέμα της είναι η ύπαρξη θέσης ισορροπίας σε μια ελεύθερη αγορά. Επίσης μελετώνται τα χαρακτηριστικά αυτής της θέσης ισορροπίας. Είναι το αποτέλεσμα Παρέτο αποτελεσματικό; Είναι η θέση σταθερή; Υπάρχει σύγκλιση προς αυτήν την θέση αν ξεκινούμε σε μια θέση εκτός ισορροπίας; Είναι η θέση ισορροπίας μοναδική;

Το μεγάλο αποτέλεσμα της θεωρίας ισορροπίας είναι ότι υπό αρκετά χαλαρές προϋποθέσεις, η θέση ισορροπίας είναι μοναδική και Παρέτο αποτελεσματική.

Αν και ακούγεται τεχνική η συζήτηση (και η θεωρία είναι όντως αρκετά τεχνική), τα αποτελέσματα είναι πολύ σημαντικά. Για παράδειγμα η μοναδικότητα της θέσης ισορροπίας οδηγεί σε ένα αναπάντεχο συμπέρασμα. Αν αφεθεί η αγορά ελεύθερη θα καταλήξουμε σίγουρα αργά ή γρήγορα σε μια δεδομένη θέση ισορροπίας. Αυτό σημαίνει για παράδειγμα ότι οι πολιτικές ενισχύσεων κάποιων βιομηχανικών τομέων είναι εντελώς άχρηστες! Αφού οι βιομηχανίες με ή χωρίς ενισχύσεις θα καταλήξουν στο ίδιο τελικό αποτέλεσμα, στην ίδια θέση ισορροπίας!

Κριτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κλασική θεωρία γενικής ισορροπίας έχει κάποιες αδυναμίες:

α) Αγνοεί ένα σημαντικό πρόβλημα των οικονομικών. Το πρόβλημα της πληροφορίας. Τι γίνεται αν η παραγωγή ενός προϊόντος εξαρτάται από τυχαία γεγονότα; Τι γίνεται αν ο κάθε παραγωγός έχει διαφορετική πληροφόρηση για το πως τελικά θα κινηθεί η συνολική παραγωγή; Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα χρησιμοποιήθηκαν αρκετές, κυρίως στατιστικές θεωρίες. Μια από τις σημαντικότερες είναι η θεωρία ορθολογιστικών προσδοκιών όπως διατυπώθηκε από τον John F. Muth (1961).

β) Οι συναρτήσεις παραγωγής είναι κυρτές. Αυτό σημαίνει ότι διπλασιασμός όλων των συντελεστών παραγωγής φέρνει το πολύ διπλάσιο αποτέλεσμα. Αυτό είναι σε σύγκρουση με τις οικονομίες κλίμακας που παρατηρούμε στην πραγματική ζωή, όπου ένα μεγάλο εργοστάσιο είναι πιο παραγωγικό από ένα μικρό. Σε περίπτωση που έχουμε κοίλες συναρτήσεις παραγωγής η θέση ισορροπίας δεν είναι μοναδική!

Όλες αυτές οι αδυναμίες έχουν μελετηθεί αρκετά τα τελευταία 30 χρόνια.