Τυρί κότατζ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κότατζ
Σπιτικό τυρί κότατζ
Ένα μπολ με τυρί κότατζ

Το τυρί κότατζ είναι ένα φρέσκο τυρόπηγμα με ήπια γεύση. Δεν υφίσταται παλαίωση.

Γίνεται με αποστράγγιση του τυριού διατηρώντας λίγο από το τυρόγαλα. Ένα σημαντικό βήμα στη διαδικασία παρασκευής, που διακρίνει το τυρί κότατζ από άλλα φρέσκα τυριά, είναι η προσθήκη στους κόκκους στάρπης, συνήθως κρέμας, η οποία είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη για τη γεύση του προϊόντος.

Το τυρί κότατζ έχει χαμηλές θερμίδες σε σύγκριση με άλλους τύπους τυριών, καθιστώντας το δημοφιλές σε διαιτολογικά προγράμματα και σε ορισμένους θιασώτες υγείας. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί με μια μεγάλη ποικιλία τροφίμων όπως γιαούρτι, φρούτα, τοστ, γκρανόλα, σε σαλάτες, ως σάλτσα και ως αντικαταστάτης της μαγιονέζας.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια δημοφιλής ιστορία για την προέλευση του τυριού προήλθε από την Οδύσσεια του Ομήρου, στην οποία ο ποιητής περιγράφει πώς ο Κύκλωπας Πολύφημος έφτιαχνε τυρί αποθηκεύοντας γάλα στα στομάχια των ζώων. Τα ένζυμα από το στομάχι προκαλούσαν μια διαδικασία πήξης, που διαχωρίζει το τυρόπηγμα από το γάλα[1].

Το τυρί θεωρείται ότι προέρχεται από τη Μέση Ανατολή περίπου το 5.000 π.Χ[2]. Τεκμήρια για το τυρί βρίσκονται σε μια λωρίδα γλυπτών στους τοίχους ενός αρχαίου ναού της Μεσοποταμίας, που χρονολογείται από το 3.000 π.Χ. Τα αρχαία γλυπτά δείχνουν τη διαδικασία, με την οποία ο πολιτισμός δημιούργησε μια ουσία που μοιάζει με τυρί, χρησιμοποιώντας αλάτι και γάλα για να δημιουργήσει ένα αλμυρό ξινό μίγμα πηγμένου γάλακτος, που πιστεύεται ότι είναι κάπως παρόμοιο με το σημερινό τυρί κότατζ[3]. Καθώς η Ρώμη επέκτεινε την αυτοκρατορία της, διέδωσαν τη γνώση του τυριού, ανακαλύπτοντας πολλές νέες μορφές του[4]. Οι Ισπανοί έφεραν αγελάδες και τη γνώση του τρόπου παρασκευής τυριού στην Αμερική το 1493[5].

Δημοφιλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα τέλη του 19ου αιώνα, στη Μινεσότα, όταν το γάλα ήταν ξινό, μερικές φορές οι αγρότες έφτιαχναν κάτι, που το ονόμαζαν "ολλανδικό τυρί", το οποίο λέγεται ότι ήταν παρόμοιο με το σύγχρονο βιομηχανικό τυρί κότατζ, για να μην πάει στράφι το χαλασμένο γάλα[6].

Στις αρχές του 20ού αιώνα οι αγρότες στη βορειοανατολική Βρετανική Κολομβία έκαναν κάτι που το ονόμασαν "τυρί homesteader", το οποίο λέγεται ότι ήταν παρόμοιο με το σύγχρονο βιομηχανικό τυρί κότατζ ("ολλανδικό τυρί" υπήρχε κι εκεί εκείνη την εποχή, αλλά ήταν κάτι άλλο)[7]. Ο όρος τυρί κότατζ (χωριάτικο τυρί) άρχισε να χρησιμοποιείται για απλό σπιτικό τυρί στην Αμερική στα μέσα του 19ου αιώνα[8].

Το πρώτο αμερικανικό τυροκομείο άνοιξε το 1868, ξεκινώντας τη χονδρική τυροβιομηχανία. Η δημοτικότητα των βιομηχανικών τυριών στις Ηνωμένες Πολιτείες γενικά αυξήθηκε πολύ στα τέλη του 19ου αιώνα. Μέχρι τα τέλη του αιώνα, η αγροτική παραγωγή τυριού είχε γίνει σημαντική[1].

Αφίσα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου που ενθαρρύνει τους πολίτες των ΗΠΑ να καταναλώνουν τυρί κότατζ ως εναλλακτική λύση για τα προϊόντα κρέατος

Το τυρί κότατζ προωθήθηκε ευρέως στην Αμερική κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, μαζί με άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα, για να μείνει κρέας για τις μερίδες του Πεζικού. Αυτή η προώθηση εμφανίστηκε σε πολλές πολεμικές αφίσες, συμπεριλαμβανομένης μιας, που ισχυριζόταν ότι μια λίβρα τυρί κότατζ περιέχει περισσότερη πρωτεΐνη από μια λίβρα αρνιού, χοιρινού κρέατος, βοείου κρέατος ή κοτόπουλου.

Μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, το τυρί κότατζ έγινε γρήγορα πιο δημοφιλές. Τριάντα εκατομμύρια λίβρες τυριού κότατζ παρήχθησαν το 1919[8] (από 418 εκατομμύρια λίβρες τυριού γενικά το 1920)[1], αλλά μέχρι το 1928 παρασκευάστηκαν 87 εκατομμύρια λίβρες. Η κατανάλωση κορυφώθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες τη δεκαετία του '70, όταν έγιναν δημοφιλείς οι δίαιτες και περίπου 1,3 δισεκατομμύρια δολάρια πωλήθηκαν ετησίως, αλλά στη δεκαετία του '80 το γιαούρτι έγινε πιο δημοφιλές και οι πωλήσεις μειώθηκαν σημαντικά περαιτέρω στη δεκαετία του 2000. [9]

Το 2016, ένα άρθρο της Wall Street Journal [10] ισχυριζόταν ότι το τυρί κότατζ μπορεί να ανέκαμπτε ακολουθώντας τη δημοτικότητα του ελληνικού γιαουρτιού λόγω των υψηλών επιπέδων πρωτεϊνών και των χαμηλών επιπέδων ζάχαρης.

Θρεπτική αξία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το τυρί κότατζ είναι δημοφιλές σε όσους κάνουν δίαιτα [11] και σε ορισμένους λάτρεις της υγιεινής διατροφής. Σύμφωνα με ένα άτομο, είναι δημοφιλές μεταξύ των μπόντι-μπίλντερ και των αθλητών για την υψηλή περιεκτικότητα σε καζεΐνη, ενώ είναι σχετικά χαμηλό σε λιπαρά[12]. Οι έγκυες λαμβάνουν συμβουλές ότι το κότατζ είναι ασφαλές για κατανάλωση, σε αντίθεση με ορισμένα προϊόντα τυριού, που δεν συνιστώνται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης[13][14].

Η ξινή γεύση του προϊόντος οφείλεται στο γαλακτικό οξύ, το οποίο υπάρχει στα 124-452 mg/kg. Το μυρμηκικό, το οξικό, το προπιονικό και το βουτυρικό οξύ συμβάλλουν στο άρωμα[11].

Κατανάλωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το τυρί κότατζ είναι δημοφιλές σε πολλά πιάτα. Μπορεί να συνδυαστεί με φρούτα και ζάχαρη, αλάτι και πιπέρι, πουρέ φρούτων, ντομάτες ή γκρανόλα και κανέλα. Μπορεί να καταναλωθεί σε τοστ, σε σαλάτες, ως υποκατάστατο της μαγιονέζας σε τονοσαλάτα και σε διάφορα επιδόρπια. Το τυρί κότατζ είναι επίσης δημοφιλές με φρούτα, όπως αχλάδια, ροδάκινα ή μανταρίνια.

Χρησιμοποιείται μερικές φορές ως υποκατάστατο του κρέατος, επειδή έχει υψηλά επίπεδα πρωτεΐνης, αλλά λιγότερες συνολικές θερμίδες και λιγότερο λίπος από ό,τι περιέχουν τα κρέατα[9]. Πολλές συνταγές όπως τα λαζάνια ίσως χρησιμοποιούν τυρί κότατζ.[12]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 «History of Cheese - National Historic Cheesemaking Center». Nationalhistoriccheesemakingcenter.org. Ανακτήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου 2019. 
  2. Litopoulou-Tzanetaki, E. (2007). «Soft-ripened and fresh cheeses: Feta, Quark, Halloumi and related varieties». Improving the Flavour of Cheese. Woodhead Publishing Series in Food Science, Technology and Nutrition. σελίδες 474–493. ISBN 9781845690076. 
  3. «Let's Explore the History of Cheese». gourmetcheesedetective.com. Ανακτήθηκε στις 14 Απριλίου 2020. 
  4. «History of Cheese - International Dairy Foods Association». Idfa.org. Ανακτήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου 2019. 
  5. «Origins of Columbus' Cattle Revealed - Evolution». LiveScience. Ανακτήθηκε στις 5 Μαΐου 2019. 
  6. Iva A. Dingwall. «Pioneers' Dinner Table» (PDF). Collections.mnhs.org. Ανακτήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου 2019. 
  7. «08-069: Pioneer Cheese Making». South Peace Historical Society. Ανακτήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου 2019. 
  8. 8,0 8,1 «Cottage Cheese | The California Dairy Press Room & Resources». Californiadairypressroom.com. Ανακτήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου 2019. 
  9. 9,0 9,1 «Can America learn to love cottage cheese again?» (στα αγγλικά). The Independent. 2019-02-20. https://www.independent.co.uk/life-style/food-and-drink/cottage-cheese-food-america-lifestyle-milk-yoghurt-a8426741.html. Ανακτήθηκε στις 2019-02-21. 
  10. Byron, Ellen (8 Νοεμβρίου 2016). «Could Cottage Cheese Ever Be Cool?». The Wall Street Journal (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 5 Δεκεμβρίου 2019. 
  11. 11,0 11,1 Chandan, R.C. (2003). «CHEESES - Soft and Special Varieties». Encyclopedia of Food Sciences and Nutrition (2 έκδοση). Academic Press. σελίδες 1093–1098. ISBN 9780122270550. 
  12. 12,0 12,1 Semeco, Arlene (4 Οκτωβρίου 2016). «Why Cottage Cheese Is Super Healthy and Nutritious». Healthline (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 20 Φεβρουαρίου 2019. 
  13. «Foods to avoid in pregnancy» (στα Αγγλικά). National Health Service. 12 Φεβρουαρίου 2020. Ανακτήθηκε στις 14 Απριλίου 2020. 
  14. «Pregnancy nutrition: Foods to avoid during pregnancy» (στα Αγγλικά). Mayo Clinic. 31 Δεκεμβρίου 2019. Ανακτήθηκε στις 14 Απριλίου 2020. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]