Το Κρυφό Αγκάθι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Το Παρμένοι στην Πλημμύρα είναι ένα έργο αστυνομικής φαντασίας της Βρετανίδας συγγραφέα Αγκάθα Κρίστι, που τυπώθηκε πρώτα στις ΗΠΑ από τους Ντοντ, Μηντ και Σία τον Μάρτιο του 1948, αρχικά με τον τίτλο "Υπάρχει μία παλίρροια" στην τιμή των 2,50 δολαρίων. Στο Ηνωμένο Βασίλειο εκδόθηκε από το "Κόλινς Κράιμ Κλαμπ" τον Νοέμβριο του ίδιου έτους με τον αρχικό τίτλο της Α. Κρίστι προς 8 σελίνια και 6 πένες. Πρωταγωνιστεί ο διάσημος Βέλγος ήρωάς της Ηρακλή Πουαρό και η υπόθεση εκτυλίσσεται το 1946. Στην Ελλάδα επικράτησε ο τίτλος Το Κρυφό Αγκάθι.

Το μυθιστόρημα αναφέρεται σε μία ιστορία στην Αγγλίας μετά τον Β΄ Π. Π., όπου η καθημερινότητα είχε ανατραπεί, όμως τώρα με τη λήξη του Πολέμου υπήρχε ανακούφιση. Άνθρωποι είχαν πεθάνει, η ζωή είχε αλλάξει και η οικονομία άρχιζε ξανά: αυτή ήταν η ατμόσφαιρα για μία οικογένεια σε ένα χωριό κοντά στο Λονδίνο. Ο επιθεωρητής Σπενς παρουσιάζεται στο έργο για πρώτη φορά και θα τον ξαναχρησιμοποιήσει η συγγραφέας ακόμη μερικές φορές. Η οικογένεια Κλοντ, η Φράνσις και οι αδελφοί της, είχαν πληγεί απροσδόκητα από τον Πόλεμο: ο αδελφός τους, σύντομα μετά τον γάμο του, χάθηκε σε βομβαρδισμό του Λονδίνου. Σε μία άλλη οικογένεια του χωριού, ένας γιος σκοτώθηκε στη μάχη, μία κόρη επέστρεψε από την υπηρεσία της στο WRN (Γυναικείο Βασιλικό Ναυτικό) και ένας άλλος γιος φαίνεται πως έκανε επιτυχή προσπάθεια με το αγρόκτημά του, παρά το ότι έχασε τον συνεταίρο του στον Πόλεμο. Όταν η Λυνν επέστρεψε από το Ναυτικό, ο αρραβώνας της -που διακόπηκε με τον Πόλεμο- συνεχίζει. Στη σχέση δημιουργούνται προβλήματα από τον Ντέιβιντ, αδελφό της Ρόζαλην, η οποία είχε παντρευτεί σε δεύτερο γάμο τον Γκόρντον, θείο της Λυνν. Ένας ξένος στο χωριό με το όνομα "Ένοχ Άρντεν" αρχίζει να εκβιάζει τον Ντέιβιντ, αλλά σύντομα σκοτώνεται. Καλούν τον Ηρακλή Πουαρό.

Ο Ρίτσαρντσον βρίσκει το έργο με τη διπλή πλοκή αρκετά ευφυές· εδώ απουσιάζει η αίσθηση της ευφορίας, της ευημερίας που δείχνει η Α. Κρίστι σε άλλα έργα της. Άλλος κριτικός είναι πιο ευχαριστημένος, λέγοντας ότι ο Πουαρό λύνει το μυστήριο "με πολύ ευφυία, όπως αρέσει στους οπαδούς της Α. Κρίστι· κορυφαίο έργο". Το 1890 μία κριτική βρίσκει ευχάριστο που το έργο συνδέεται με μία χρονιά και με ένα παγκόσμιο γεγονός. Ωστόσο βλέπει "επιρροές από τον Τέννυσον (δηλ. συναισθηματισμό) και τον Χριστιανισμό, που δεν δικαιολογούν την υψηλή θέση του μυθιστορήματος μεταξύ των κλασικών έργων".

Εισαγωγή στην πλοκή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την άνοιξη του 1944 ο Γκόρντον Κλοντ παντρεύεται τη Ρόζαλην χήρα Άντερχεϋ, που τη συναντά επάνω στο πλοίο για Νέα Υόρκη. Έπειτα φτάνει στο Λονδίνο με αυτήν ως σύζυγο. Το σπίτι εκεί βομβαρδίζεται σε επιδρομή και σκοτώνονται όλοι εκτός από τη Ρόζαλην και τον αδελφό της Ντέιβιντ Χάντερ. Η Ρόζαλην κληρονομεί την περιουσία του Γκόρντον. Σε μία άλλη επιδρομή στο Λονδίνο ο Πουαρό βρίσκεται στο καταφύγιο με άλλα μέλη του ομίλου Ομοψυχία και ακούει την ιστορία του φίλου του ταγματάρχη Πόρτερ για τον φίλο του Ρόμπερτ Άντερχεϋ στην Αφρική, για τον όχι ευτυχισμένο γάμο του και για το ότι ίσως ζει. Την ιστορία την είπε αφού διάβασε για τον θάνατο του Γκόρντον Κλοντ, σύζυγο της Ρόζαλην Χάντερ, χήρας του Άντερχεϋ: αν ζούσε ο Άντερχεϋ, ο δεύτερος γάμος της ρόζαλην ήταν άκυρος και δεν εδικαιούτο να κληρονομήσει αυτή τον Κλοντ, αλλά οι συγγενείς του.

Ο θάνατος του Γκόρντον Κλοντ φέρνει απροσδόκητες αλλαγές στα αδέλφια του και τις οικογένειές του. Ο Γκόρντον τους είχε δώσει κεφάλαιο να ξεκινήσουν μία επιχείρηση, να πληρώσουν έκτακτα έξοδα και τους ενθάρρυνε να μην αποταμιεύουν, αλλά τους είχε υποσχεθεί να μοιράσει την περιουσία του μεταξύ τους με τη διαθήκη του.

Η υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την άνοιξη του 1946 η Λυνν Μάρτσμοντ, που είχε υπηρετήσει στο Ναυτικό κατά την διάρκεια του Πολέμου, εγκαθίσταται πάλι στο σπίτι της μητέρας της, στο χωριό Γουόρμσλεϋ Βέιλ στον καιρό της ειρήνης. Στην αρχή είναι χαρούμενη, μετά βρήκε τη ζωή ανιαρή· είχε αρραβωνιαστεί, πριν τον Πόλεμο, τον αγρότη Ράλυ Κλοντ.

Ο Ντέιβιντ Χάντερ φυλά την αδελφή του Ρόζαλην και την περιουσία της. Μία φορά που ο Ντέιβιντ έλειψε, η κα Μάρτμοντ παίρνει το θάρρος να ζητήσει από τη Ρόζαλην 500 λίρες και αυτή υπέγραψε την επιταγή. Ο Ντέιβιντ απορρίπτει με θυμό το αίτημα της Φράνσις Κλοντ, της οποίου η οικογένεια έχει απελπισμένα ανάγκη από χρήματα.

Ένας άνδρας που αποκαλεί τον εαυτό του "Ένοχ Άρντεν" φθάνει στο πανδοχείο του χωριού Το ελάφι και προσπαθεί να εκβιάσει τον Ντέιβιντ, λέγοντας ότι ξέρει πώς να βρει τον πρώτο άνδρα της Ρόζαλην, τον Ρόμπερτ Άντερχεϋ. Τη συνομιλία τους ακούει η ιδιοκτήτρια, που το λέει στον Ράλυ Κλοντ. Λίγες ημέρες μετά μία υπηρέτρια του πανδοχείου βρίσκει το σώμα του "Άρντεν"" στο δωμάτιό του με το κεφάλι του λιωμένο. Την ημέρα εκείνη ο Ντέιβιντ είχε έρθει από το Λονδίνο: συνάντησε τη Λυνν πριν πάρει το τραίνο για το Λονδίνο και προφανώς της είχε τηλεφωνήσει από το διαμέρισμά του στο Λονδίνο σύντομα μετά τις 11 μμ, λέγοντάς της αρχικά ότι την αγαπά, μετά όμως της είπε ότι δεν ήταν κατάλληλος γι'αυτήν. Καθώς ο φόνος θεωρείται ότι έγινε πριν τις 9 μμ, αυτός είχε αρκετό χρόνο και το κίνητρο, έτσι συλλαμβάνεται.

Ο Ράλυ Κλοντ ζητά από τον ντιτέκτιβ Ηρακλή Πουαρό να βρει την αληθινή ταυτότητα του νεκρού. O Πουαρό ρωτά τον ταγματάρχη Πόρτερ. Η Ρόσαλην βλέπει το πτώμα και λέει ότι δεν γνωρίζει τον άνδρα. Ωστόσο κατά την έρευνα ο Πόρτερ λέει ότι ο "Άρντεν" ήταν στην πραγματικότητα ο Ρόμπερτ Άντερχεϋ. Οι ένορκοι της δίκης δεν δέχονται τη συμβουλή του Πόρτερ να τον ακούσουν· αντίθετα ψηφίζουν σθεναρά ότι τον φόνο έκανε ο Ντέιβιντ. Το κτήμα του θα επιστρέψει στους Κλοντ, εάν η άποψη των ενόρκων είναι σωστή, καθώς αυτό θα σημαίνει ότι ο δεύτερος γάμος της Ρόζαλην ήταν άκυρος.

Ο Πουαρό μιλά με μία κάτοικο του χωριού, την κα Λήντμπετερ, μία ένοικο του πανδοχείου που είχε δει μία φτηνή γυναίκα, με αδρό μέικαπ, φαρδύ παντελόνι και πορτοκαλί μαντήλι να μπαίνει στο δωμάτιο τού θύματος μετά τις 10 μμ το μοιραίο βράδυ. Η αστυνομία, που πιστεύει ότι την ώρα αυτή ο Ντέιβιντ ήταν στο τρένο για το Λονδίνο, τον αφήνει να φύγει και αρχίζει να ερευνά σοβαρότερα τις γυναίκες. Ο Πουαρό αντιλαμβάνεται ότι ο θάνατος προήλθε από πτώση στη μαρμάρινη βάση του τζακιού. Προτείνει ότι έγινε ατύχημα και όχι εσκεμμένα φόνος.

Η Λυνν ερωτεύεται τον Ντέιβιντ. Ο ταγματάρχης Πόρτερ αυτοκτονεί στο Λονδίνο, χωρίς να αφήσει σημείωμα. Ο Πουαρό συνειδητοποιεί, από μία φωτογραφία στο σπίτι της Φράνσις Κλοντ, ότι ο "Άρντεν" συνδεόταν με αυτή. Η Φράνσις παραδέχεται ότι ο "Άρντεν" ήταν στην πραγματικότητα ο δεύτερος εξάδελφός της Τσαρλς Τρέντον. Είχε σχεδιάσει να εκβιάσει τη Ρόζαλην, όταν άκουσε την ιστορία του ταγματάρχη για τον Άντερχεϋ. Αυτό εξηγεί την αληθινή ταυτότητα του "Άρντεν", αλλά όχι κάτι άλλο. Η Φράνσις αρνείται ότι είχε δωροδοκήσει τον Πόρτερ.

Όταν ο Πουαρό και η Λυνν επισκέπτονται τη Ρόζαλην στο σπίτι, η υπηρέτρια συνειδητοποιεί ότι αυτή δεν αποκρίνεται. Ο Πουαρό βλέπει ότι η Ρόζαλην πέθανε στον ύπνο της. Ο ιατρός πιστοποιεί ότι η σκόνη στο κομοδίνο, που είχε πάρει το θύμα για να κοιμηθεί, ήταν αβλαβής. Ο επιθεωρητής Σπενς, ο νέος αξιωματικός της έρευνας, προτείνει ότι αυτή ήταν η δολοφόνος. Η Ρόζαλην πέθανε από την πολύ μορφίνη: πού τη βρήκε;

Η Λυνν λέει στον Ράλυ ότι επιθυμεί να παντρευτεί τον Ντέιβιντ Χάντερ, αλλά ο Ράλυ θυμώνει. Τη στιγμή που αρχίζει να την πνίξει, μπαίνει στο σπίτι ο Πουαρό, έτσι ο Ράλυ σταματά. Ο Ντέιβιντ φθάνει μετά και ο Πουαρό τα εξηγεί όλα: Ο Ράλυ πηγαίνει και βλέπει το πτώμα και βλέποντας την ομοιότητα με τη Φράνσις, αντιδρά θυμωμένα με την εξαπάτηση. Γρονθοκοπημένος από τον Ράλυ, ο Άρντεν είχε πέσει επάνω στη μαρμάρινη κουπαστή του τζακιού και πέθανε. Τότε ο Ράλυ βρήκε ευκαιρία να ενοχοποιήσει τον Ντέιβιντ. Συνέτριψε το κεφάλι του Άρντεν με τη τσιμπίδα του τζακιού και άφησε τον αναπτήρα του Ντέιβιντ στο δωμάτιο. Ο Ράλυ έπεισε τον Πόρτερ να δώσει λάθος ταυτοποίηση, προσφέροντάς του χρήματα. Έπειτα ο Ράλυ προσέλαβε τον Πουαρό, που θα πίστευε την εκδοχή του Πόρτερ. Οι τύψεις του Πόρτερ τον οδήγησαν στην αυτοκτονία, αφήνοντας σημείωμα ότι ο Ράλυ τον κατέστρεψε. Ο Ντέιβιντ επρόκειτο να πληρώσει τον εκβιαστή Άρντεν. Μόλις όμως τον βρήκε νεκρό, έτρεξε στον σταθμό, αλλά δεν πρόλαβε το τελευταίο τραίνο. Τότε επέστρεψε στο "Ελάφι", μεταμφιέστηκε σε γυναίκα και έπαιξε τη σκηνή, που την άκουσε η κα Λήντμπετερ, η οποία έδωσε τη μετέπειτα ώρα του φόνου.

Έπειτα ο Ντέιβιντ τηλεφώνησε στη Ρόζαλην, που έκανε κλήση στη Λυνν, κόπηκε όμως μετά. Ένα λεπτό αργότερα ο Ντέιβιντ κάλεσε τη Λυνν από τον τοπικό σταθμό του τραίνου, δίνοντάς της την εντύπωση ότι καλούσε από το Λονδίνο. Επέστρεψε στο Λονδίνο νωρίς το πρωί της επόμενης ημέρας. Ο Πουαρό λέει πώς από τους τρεις θανάτους, ένας ήταν ατύχημα, ένας αυτοκτονία και ένας φόνος. Το αληθινό θύμα ήταν η Ρόζαλην. Αυτή δεν ήταν η αληθινή αδελφή τού Ντέιβιντ. Η Ρόζαλην είχε σκοτωθεί και η υπηρέτρια Αϊλήν Κόριγκαν είχε επιζήσει του βομβαρδισμού. Ο Ντέιβιντ την έπεισε να γίνει η Ρόζαλιν. Όμως ο Πουαρό είχε ζητήσει φωτογραφία της Αϊλήν από την Ιρλανδία και ανακάλυψε την αλήθεια. Τώρα μπορούσε να σκοτώσει με ένα χάπι τη συνεργό του και να παντρευτεί τη Λυνν που αγαπούσε. Ο Πουαρό ήξερε αυτές τις λεπτομέρειες, που μερικές ήξερε η Αστυνομία. Ο Ράλυ ένοιωθε ενοχή για τον θάνατο του Τρέντον και του Πόρτερ. Η αστυνομία επικεντρώθηκε στον Ντέιβιντ για τον θάνατο της Αϊλήν και απέδειξε την υπόθεση. Έπειτα από λίγο η Λυνν επέστρεψε στον Ράλυ, αναγνωρίζοντας ότι πραγματικά τον αγαπά, ειδικά έπειτα από τη δυναμική αντίδρασή του. Η ζωή δεν θα είναι πληκτική με αυτόν.

Χαρακτήρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ρόζαλην Χάντερ. Ο πρώτος της σύζυγος Ρόμπερτ Άντερχεϋ πέθανε (εξαφανίστηκε) στην Αφρική. Ο δεύτερος Γκόρντον Κλόουντ ήταν εκατομμυριούχος, κάτοχος του μεγάρου Φάροουμπανκ στο Μέιφεαρ του Λονδίνου· πέθανε γρήγορα και την άφησε πάμπλουτη. (Στην πραγματικότητα πέθαναν μαζί στην έκρηξη του σπιτιού τους, όμως η υπηρέτριά της Αϊλήν υποδύθηκε τη Ρόζαλην και έλαβε την περιουσία.
  • Ντέιβιντ Χάντερ, αδελφός της. Διαχειριστής της περιουσίας της.)
  • Γκόρντον Κλόουντ: Βοηθούσε τα 4 αδέλφια του οικονομικά. Παντρεύτηκε αιφνίδια το 1944 τη Ρόζαλην και πέθανε σύντομα. Τα αδέλφια του προσπαθούν να αποδείξουν ότι ζει ο Άντερχεϋ και να ακυρώσουν τον γάμο.
  • Τζέρεμυ Κλόουντ: μεγαλύτερος αδελφός του Γκόρντον, δικηγόρος. Σύζυγος της Φράνσις, η οποία με τον Τσαρλς Τρέντον εκβιάζει τον Ντέιβιντ.
  • Λάιονελ Κλόουντ: νεότερος αδελφός του Γκόρντον, ιατρός. Σύζυγος της Κάθριν, η οποία κάνει προσβλητικά, ανώνυμα τηλεφωνήματα στη Ρόζαλην.
  • Αντέλα Κλόουντ, σύζυγος Μάρτσμοντ: αδελφή των Κλόουντ.
  • Λυνν Μάρτσμοντ: κόρη της Αντέλα, αρραβωνιασμένη με τον Ράλυ, γιο του Μωρίς Κλόουντ (αδελφού του Γκόρντον). Η Λυνν και ο Ράλυ είναι ανίψια του Γκόρντον (εξαδέλφια). Ωστόσο η Λυνν αγαπά τον Ντέιβιντ για ένα μικρό διάστημα. Δεν τολμά να το πει στους Κλόουντ. Μετά επανέρχεται στον Ράλυ.
  • Ρόουλυ Κλόουντ, γιος του Μωρίς (αδελφού του Γκόρντον). Αγρότης, αρραβωνιασμένος με την εξαδέλφη του Λυνν Μάρτσμοντ, ανιψιά του Γκόρντον. Η σχέση κλονίζεται για λίγο εξαιτίας του Ντέιβιντ.
  • ταγματάρχης Πόρτερ: συμπολεμιστής του Γκόρντον, μέλος σε Λέσχη με τον Πουαρό.
  • "Ίνοκ (Ενώχ) Άρντεν": όνομα που χρησιμοποιεί ο Τσαρλς Τρέντον, 2ος εξάδελφος της Φράνσις. Αυτή τον χρησιμοποιεί για να εκβιάσει τον Ντέιβιντ (και τη Ρόζαλην). Ο θάνατός του ξεκινά την υπόθεση. Ο Ίνοκ Άρντεν είναι ήρωας του Τέννυσον.
  • κα Λήντμπετερ: ένοικος του πανδοχείου "Το Ελάφι" για ένα μήνα κάθε χρόνο.
  • Μπήατρις Λίπινκοτ: ιδιοκτήτρια του πανδοχείου. Γκλάντις, υπηρέτρια εκεί.
  • Αϊλήν Κάριγκαν: υπηρέτρια του Γκόρντον. Μετά το τέλος του Γκόρντον και της Ρόζαλην, ο Ντέιβιντ την πείθει να παραστήσει τη Ρόζαλην και έτσι λαμβάνουν την περιουσία.
  • Ηρακλής Πουαρό, ντιτέκτιβ από το Βέλγιο, που ζει στο Λονδίνο ώσπου να τελειώσει ο πόλεμος.
  • επιθεωρητής Σπενς, ο αξιωματικός που ερευνά την υπόθεση.

Προέλευση του τίτλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο τίτλος προέρχεται από μία φράση του έργου Ιούλιος Καίσαρ του Σαίξπηρ (Πράξη Δ΄, σκηνή 3η, στίχοι 218-224): "Υπάρχει μία παλίρροια (ευκαιρία) στις υποθέσεις των ανδρών και παρμένοι στην πλημμύρα (αυτή) θα οδηγηθούμε στην επιτυχία". Ο Σαίξπηρ έχει στον νου του τα πλοία του Τάμεση, που περίμεναν την πλημμυρίδα για να αποπλεύσουν. Το απόσπασμα αναγράφεται στην πρώτη σελίδα του βιβλίου της Α. Κρίστι.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]