Τζον Ντάγκλας Κόκροφτ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τζον Ντάγκλας Κόκροφτ
Cockcroft.jpg
Γέννηση27  Μαΐου 1897[1][2][3]
Τοντμόρντεν[4]
Θάνατος18  Σεπτεμβρίου 1967[1][5][2]
Κολέγιο Τσέρτσιλ
ΥπηκοότηταΗνωμένο Βασίλειο
ΣπουδέςΠανεπιστήμιο Βικτώρια του Μάντσεστερ, Ινστιτούτο Επιστήμης και Τεχνολογίας του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ, Κολλέγιο Σεντ Τζων και Richard Huish College, Taunton
ΣύζυγοςElizabeth Crabtree
ΒραβεύσειςΙππότης της Λεγεώνας της Τιμής (1952), Atoms for Peace Award, Εταίρος της Βασιλικής Εταιρίας, Ταξιάρχης του Τάγματος του Λουτρού (1953), Ταξιάρχης του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας (1944), διεθνές χρυσό μετάλλιο Νιλς Μπορ (1958), Βασιλικό Μετάλλιο (1954), Βραβείο Νόμπελ Φυσικής (1951), Μετάλλιο Χιούζ (1938), μετάλλιο Βίλχελμ Έξνερ (1961), μετάλλιο Φαραντέι (1955), Τάγμα της Αξίας του Ηνωμένου Βασιλείου (1957), IET Kelvin Lecture, Μετάλλιο Ράθερφορντ, Maxwell Lecture, Knight Bachelor (1947) και James Alfred Ewing Medal
Επιστημονική σταδιοδρομία
Ερευνητικός τομέαςφυσική
Ιδιότηταφυσικός, επιστήμονας πυρηνικής φυσικής και καθηγητής πανεπιστημίου
Διδακτορικός καθηγητήςΈρνεστ Ράδερφορντ

Ο σερ Τζον Ντάγκλας Κόκροφτ (John Douglas Cockcroft, 27 Μαΐου 189718 Σεπτεμβρίου 1967)[6][7] ήταν Άγγλος φυσικός. Μοιράστηκε το βραβείο Νόμπελ Φυσικής με τον Έρνεστ Γουόλτον για τη διάσπαση του ατόμου και έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Cockcroft σπούδασε ηλεκτρολόγος μηχανικός στο Manchester Municipal College of Technology, ενώ ήταν μαθητευόμενος στο Metropolitan Vickers Trafford Park και ήταν επίσης μέλος του ερευνητικού τους προσωπικού. Στη συνέχεια κέρδισε μια υποτροφία για το κολέγιο St. John's του Κέιμπριτζ, απ' όπου πήρε το BA τον Ιούνιο του 1924. Ο Ernest Rutherford δέχτηκε τον Cockcroft ως ερευνητή στο Εργαστήριο Cavendish και ο Cockcroft ολοκλήρωσε το διδακτορικό του υπό την επίβλεψη του Rutherford το 1928. Με τον Ernest Walton και τον Mark Oliphant κατασκεύασε αυτό που έγινε γνωστό ως γεννήτρια Cockcroft–Walton. Οι Cockcroft και Walton το χρησιμοποίησαν για να πραγματοποιήσουν την πρώτη τεχνητή αποσύνθεση ενός ατομικού πυρήνα, ένα κατόρθωμα ευρέως γνωστό ως διάσπαση του ατόμου.

Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου ο Cockcroft έγινε Βοηθός Διευθυντής Επιστημονικής Έρευνας στο Υπουργείο Εφοδιασμού, εργαζόμενος στα ραντάρ. Ήταν επίσης μέλος της επιτροπής Frisch-Peierls, η οποία πρότεινε ότι μια ατομική βόμβα θα μπορούσε να είναι τεχνικά εφικτή, Στη συνέχεια συμμετείχε στην επιτροπής MAUD που το διαδέχθηκε την Frisch-Peierls. Το 1940, ως μέρος της αποστολής Tizard, μοιράστηκε τη βρετανική τεχνολογία με τους ομολόγους του στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αργότερα κατά τη διάρκεια του πολέμου τα αποτελέσματα της αποστολής Tizard εφαρμόστηκαν στη Βρετανία για την αντιμετώπιση των επιθέσεων των Γερμανών. Τα βασικά προϊόντα ήταν το ραντάρ SCR-584 και ο πυροκροτητής εγγύτητας, που χρησιμοποιήθηκαν για να νικήσουν την ιπτάμενη βόμβα V-1. Τον Μάιο του 1944, έγινε διευθυντής του Εργαστηρίου του Μόντρεαλ και επέβλεψε την ανάπτυξη των αντιδραστήρων ZEEP και NRX και τη δημιουργία των εργαστηρίων Chalk River Laboratories.

Μετά τον πόλεμο ο Κόκροφτ έγινε διευθυντής του Ιδρύματος Έρευνας Ατομικής Ενέργειας (AERE) στο Χάργουελ, όπου ο αντιδραστήρας GLEEP έγινε ο πρώτος πυρηνικός αντιδραστήρας που λειτούργησε στη Δυτική Ευρώπη όταν ξεκίνησε στις 15 Αυγούστου 1947. Ο Χάργουελ συμμετείχε στο σχεδιασμό των αντιδραστήρων και του εργοστασίου διαχωρισμού χημικών στο Windscale. Υπό τη διεύθυνση του έλαβε μέρος στην έρευνα σύντηξης, συμπεριλαμβανομένου του προγράμματος ZETA. Η επιμονή του να εφοδιαστούν οι συστοιχίες καμινάδων των αντιδραστήρων Windscale με φίλτρα, κοροϊδεύτηκε ως Cockcroft's Folly έως ότου ο πυρήνας ενός από τους αντιδραστήρες αναφλέχθηκε και απελευθέρωσε ραδιονουκλεΐδια κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς Windscale το 1957.

Από το 1959 έως το 1967, ανέλαβε έδρα καθηγητού στο Churchill College του Cambridge. Ήταν επίσης πρύτανης του Εθνικού Πανεπιστημίου της Αυστραλίας στην Καμπέρα από το 1961 έως το 1965.

Παντρεύτηκε την Eunice Elizabeth Crabtree (1898-1989) το 1925, με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά. Πέθανε στις 18 Σεπτεμβρίου 1967 στο Κέιμπριτζ.

Επιστημονικό έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Cockcroft εργάστηκε στο εργαστήριο Cavendish με τον Pyotr Kapitsa για τη δημιουργία ισχυρότερων μαγνητικών πεδίων και χαμηλότερων θερμοκρασιών. Από το 1928, διεξήγαγε έρευνα με τον Ιρλανδό συνάδελφό του Ernest Walton στον τομέα της επιτάχυνσης πρωτονίων. Μαζί ανέπτυξαν τη γεννήτρια υψηλής τάσης Cockcroft-Walton και μέχρι το 1932 είχαν αρκετή ενέργεια για να σπάσουν τα άτομα λιθίου και βορίου. Στην περίπτωση του λιθίου, προσδιόρισαν το αποτέλεσμα της διάσπασης ως πυρήνες ηλίου (σωματίδια άλφα). Μέσω αυτής της έρευνας, τέθηκαν οι βάσεις για την ανάπτυξη επιταχυντών σωματιδίων. Ο John Douglas Cockcroft έγινε μέλος της Βασιλικής Εταιρείας στις 7 Μαΐου 19363. Το 1951, οι Cockcroft και Walton έλαβαν το βραβείο Νόμπελ Φυσικής «για την πρωτοποριακή εργασία τους στη μεταστοιχείωση των ατομικών πυρήνων χρησιμοποιώντας τεχνητά επιταχυνόμενα ατομικά σωματίδια». ==

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]