Εκκλησιαστικά αξιώματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Πατριαρχικός Επίτροπος)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Διοικητικά Αξιώματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επίσκοποι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Πατριαρχικός Επίτροπος: Ο Διοικητικά Προϊστάμενος μιας επιμέρους Πατριαρχικής Περιφέρειας (ή Επιτροπείας), κατά κανόνα Βοηθός Επίσκοπος, Μητροπολίτης ή Αρχιεπίσκοπος, σπανιώτερα αρχιμανδρίτης. Προσφωνείται κατά την ιερατική τάξη του. Ο Πατριαρχικός Επίτροπος διαφέρει από τον Τοποτηρητή στο ότι ο μεν πρώτος διοικεί περιστασιακά μια περιφέρεια, που ανήκει στη δικαιοδοσία του Πατριάρχη, εξ' ονόματός του, ο δε δεύτερος διοικεί περιστασιακά μια περιφέρεια, της οποίας ο Επισκοπικός Θρόνος χηρεύει.
Π.χ.: Πατριαρχικές Περιφέρειες Πατριαρχείου Ιεροσολύμων: Κωνσταντινούπολης, Μόσχας, Αμμάν, Ιόππης, Γάζας, Ίρμπετ, Μαδηβά, Κατάρ.
Π.χ.: Περιφέρειες Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως, όπου εκπροσωπούνται με αρχιερατικούς προϊσταμένους[1]: Α΄: Σταυροδρομίου, Β΄: Ταταούλων, Γ΄: Βοσπόρου, Δ΄: Υψωμαθειών, Ε΄: Φαναρίου-Κερατίου Κόλπου
  • Έξαρχος: ο Διοικητικά Προϊστάμενος μιας Πατριαρχικής Εξαρχίας. Είναι εκπρόσωπος ενός Πατριάρχη με ευρύτερες διοικητικές δικαιοδοσίες σε μια περιοχή ή με ειδική αποστολή. Ανάλογα με το μέγεθος και την σημαντικότητα της εξαρχίας ο έξαρχος μπορεί να είναι επίσκοπος ή και αρχιμανδρίτης. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως δίδει τιμητικά τον συγκεκριμένο τίτλο σε Αρχιεπισκόπους και Μητροπολίτες υπερόριων Μητροπόλεων του Οικουμενικού Θρόνου, υποδηλώνοντας τη δικαιοδοσία και την υπεροχή του Μητροπολίτη (που φέρει τον τίτλο υπέρτιμος και έξαρχος) έναντι των άλλων Επισκόπων πάνω σε μία περιοχή.
Παράδειγμα προσφώνησης: Ὁ Σεβασμιώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Θυατείρων καί Μεγάλης Βρεταννίας, ὑπέρτιμος καί ἔξαρχος Δυτικῆς Εὐρώπης καί Ἰρλανδίας κύριος (τάδε).
  • Προκαθήμενος: Ο Διοικητικά Προϊστάμενος (Πρόεδρος) μιας Ιεράς Συνόδου μιας Αυτοκέφαλης Εκκλησίας. Τέτοιοι είναι οι Πατριάρχες, οι Αρχιεπίσκοποι των Ελληνόφωνων Αυτοκέφαλων Ορθόδοξων Εκκλησιών ή οι Μητροπολίτες των Σλαβόφωνων Αυτοκέφαλων Ορθόδοξων Εκκλησιών. Γνώρισμα των προκαθήμενων (ή των Πρωθιεραρχών) είναι τα δύο εγκόλπια: η Παναγία και ο Χριστός. Προσφωνείται κατά την ιερατική τάξη του.
  • Τοποτηρητής: Ο διοικητικός αντικαταστάτης μιας Αρχιερατικής Επαρχίας (Επισκοπής, Μητρόπολης, Αρχιεπισκοπής ή Πατριαρχείου), σε περίπτωση θανάτου ή αδυναμίας εκτέλεσης καθηκόντων ενός επαρχιούχου Επισκόπου, Μητροπολίτη, Αρχιεπισκόπου ή Πατριάρχη. Διορίζεται αμέσως μόλις διαπιστωθεί ότι χήρεψε ο Θρόνος και εκτελεί νόμιμα τα αρχιερατικά καθήκοντά του έως ότου εκλεγεί και ενθρονιστεί νέος Επίσκοπος, Μητροπολίτης, Αρχιεπίσκοπος ή Πατριάρχης, αντίστοιχα. Συνήθως, τοποτηρητής ενός "Θρόνου εν χηρεία" ορίζεται ο αρχαιότερος εκ των χειροτονημένων αρχιερέων της Ιεράς Συνόδου, των οποίων η επαρχία του συνορεύει με εκείνη, που χηρεύει ο Θρόνος. Όμως, σε περίπτωση χηρείας του Θρόνου Προκαθήμενου Αυτοκέφαλης Εκκλησίας, συνήθως ορίζεται ο αρχαιότερος χειροτονημένος επαρχιούχος αρχιερέας στην Ιεραρχία της Ιεράς Συνόδου. Σε περίπτωση όπου μια επαρχία δεν διαθέτει πολλές ενορίες και συνεπώς πολλές αρχιερατικές υποχρεώσεις, είναι δυνατόν να μην έχει εκλεγμένο ποιμενάρχη, αλλά έναν ποιμενάρχη άλλης επαρχίας ή έναν βοηθό επίσκοπο, ως μόνιμο τοποτηρητή. Έτσι, ένας αρχιερέας δεν αποκλείεται να είναι ταυτόχρονα τοποτηρητής σε δύο ή περισσότερες επαρχίες. Προσφωνείται κατά την ιερατική τάξη του.
  • Συνοδικός Αρχιερέας: Είναι ένα συνοδικά εκλεγμένο και διορισμένο μέλος μιας Ιεράς Συνόδου, επιφορτισμένο με τις αρμοδιότητες και τις εξουσίες αυτής. Μετέχει των συνοδικών συνεδριάσεων με δικαίωμα ψήφου επί των συνοδικών αποφάσεων. Συνήθως, μέλη μιας Ιεράς Συνόδου είναι όλοι οι επαρχιούχοι και οι κανονικά εψηφισμένοι και χειροτονημένοι αρχιερείς μιας Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ωστόσο, επειδή συχνά οι αποστάσεις και οι επαρχιακές υποχρεώσεις δεν επιτρέπουν σε όλους τους αρχιερείς να συνέρχονται σε έναν τόπο ανά πάσα στιγμή, για να αντιμετωπίζουν τα τρέχοντα συνοδικά ζητήματα, εκλέγεται ένας ορισμένος αριθμός λίγων αρχιερέων ως συνοδικά μέλη, για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα (θητεία), με σκοπό την άσκηση των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων της Συνόδου τους. Τυπικό παράδειγμα αποτελεί η "Διαρκής Ιερά Σύνοδος" της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία ασχολείται με τα τρέχοντα και αποτελείται μόνο από τον Αρχιεπίσκοπο Αθήνων ως πρόεδρο και άλλους 12 συνοδικούς αρχιερείς ως μέλη, τα οποία ανανεώνονται κάθε έτος, εν αντιθέσει με την "Ολομέλεια" ή Ιεραρχία της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία ασχολείται με πιο σοβαρά ζητήματα και απαρτίζεται από 81 μητροπολίτες-μέλη, τα οποία αντικαθίστανται μόνο μετά από τον θάνατο ή την παραίτησή τους. Προσφωνούνται κατά την ιερατική τάξη τους.
  • Βοηθός Επίσκοπος: Είναι κανονικός αρχιερέας εκλεγμένος και διορισμένος εξ' αρχής, για να βοηθήσει στην διοίκηση μιας μεγάλης Μητρόπολης, μιας Αρχιεπισκοπής ή ενός Πατριαρχείου. Δεν είναι ενεργό μέλος στην Ιερά Σύνοδο, που ανήκει. Φέρει ψιλό τίτλο "πάλαι ποτέ διαλαμψάσης" Επισκοπής και επιπροσθέτως τον τίτλο Βοηθός Επίσκοπος της Μητροπόλεως/Αρχιεπισκοπής (τάδε). Αν και διακρίνεται από τον επαρχιούχο επίσκοπο, συνήθως προσφωνείται επίσης Θεοφιλέστατος.
  • Χωρεπίσκοπος: Είναι τίτλος παρόμοιο με αυτό του Βοηθού Επισκόπου. Απαντάται πολύ συχνά στην Εκκλησία της Κύπρου. Στα πρώτα χρόνια της εμφάνισής τους (3ος αιώνας), οι χωρεπίσκοποι ήταν κανονικά χειροτονημένοι επίσκοποι, που εκλέγονταν αποκλειστικά, για να ποιμάνουν την χώρα, δηλαδή κωμοπόλεις και χωρία μιας μεγάλης επαρχίας. Σε αντίθεση με τους Μητροπολίτες (δηλ. τους επισκόπους των πόλεων), οι χωρεπίσκοποι (δηλ. οι επίσκοποι της χώρας) είχαν περιορισμένες δικαιοδοσίες, οι οποίες δίδονταν σε αυτούς από τους Μητροπολίτες, στους οποίους υπάγονταν. Αρχικά, μπορούσαν να χειροτονούν μόνο κατώτερους κληρικούς (ιεροψάλτες, αναγνώστς και υποδιακόνους). Επί βενετοκρατίας, η Κέρκυρα διοικούνταν εκκλησιαστικά από ιερέα, που καλούνταν πρωτοπαπάς και προσαγορευόταν "Θεοφιλέστατος Χωρεπίσκοπος Κερκύρας".[2] Γενικά, προσφωνούνται Θεοφιλέστατοι.

Πρεσβύτεροι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Πρωτοσύγκελος: ο άμεσος συνεργάτης ενός Μητροπολίτη, κατά κανόνα Αρχιμανδρίτης. Αναμβάνει το έργο του Αρχιγραμματέα της Μητρόπολης. Λέγεται έτσι επειδή παλαιότερα, ήταν ο πρώτος από τους σύγγελους, δηλαδή τους γραμματείς.
  • Αρχιερατικός Επίτροπος: ο Διοικητικά Προϊστάμενος μιας επιμέρους Μητροπολιτικής Περιφέρειας. Ανάλογα με το μέγεθος και την σημαντικότητα της Περιφέρειας ο αρχιερατικός επίτροπος μπορεί να είναι βοηθός επίσκοπος ή πρεσβύτερος. Προσφωνείται κατά την ιερατική τάξη του. Ο Αρχιερατικός Επίτροπος διαφέρει από τον Τοποτηρητή στο ότι ο μεν πρώτος διοικεί περιστασιακά μια περιφέρεια, που ανήκει στη δικαιοδοσία ενός Ιεράρχη, εξ' ονόματός του, ο δε δεύτερος διοικεί περιστασιακά μια περιφέρεια, της οποίας ο Επισκοπικός Θρόνος χηρεύει.
Π.χ.: Περιφέρειες Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας: Τριπόλεως, Βαλτετσίου, Κεντρικής Μαντινείας, Τεγέας, Παλλαντίου, Καστρίου, Αστρους, Λεωνιδίου κ.α.
  • Ιερατικός Προϊστάμενος: ο πρώτος μεταξύ των εφημερίων ιερέων μιας μεγάλης ενορίας, που διαθέτει περισσότερους από έναν εφημερίους. Είναι διοικητικά ανώτερος των υπολοίπων συνεφημερίων του και έχει την γενική επιστασία του ναού. Ο προϊστάμενος μπορεί να είναι είτε άγαμος είτε έγγαμος πρεσβύτερος κατά κανόνα οφφικιούχος (συνήθως αρχιμανδρίτης, πρωτοπρεσβύτερος ή οικονόμος). Προσφωνείται κατά την ιερατική τάξη του.
  • Εφημέριος: ο πρεσβύτερος, ο οποίος αναλαμβάνει την τέλεση των ιεροπραξιών ενός ναού για ορισμένο χρονικό διάστημα (εφημερία) εναλλάξ με άλλους πρεσβυτέρους του ναού. Προσφωνείται κατά την ιερατική τάξη του.

Μοναχοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Καθηγούμενος: Διοικητικά προϊστάμενος μιας ανδρώας μοναστικής αδελφότητας. Στην καθομιλουμένη, καλείται "Ηγούμενος". Προσφώνηση κατά την ιερατική τάξη τους. Στις ανδρώες (ανδρικές) Μονές, ο ηγούμενος είναι κατά κανόνα Ιερομόναχος και κατ' εξαίρεση επίσκοπος, ενώ σπανιότερα ιεροδιάκονος ή απλός μοναχός.
  • Καθηγουμένη: Διοικητικά προϊσταμένη μιας γυναικείας μοναστικής αδελφότητας. Στην καθομιλουμένη, καλείται "Ηγουμένη".

Τιμητικά Αξιώματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επίσκοποι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ορισμένοι άγαμοι ιερείς λαμβάνουν τιμητικά το βαθμό του επισκόπου με τον «ψιλό» τίτλο μιας «πάλαι ποτέ διαλαμψάσης» επαρχίας, χωρίς να τους ανατεθεί η ποιμαντορία μιας ενεργής εκκλησιαστικής επαρχίας και κατά κανόνα δεν μετέχουν ενεργά στην Ιερά Σύνοδο, όπου ανήκουν. Έχουν συνήθως βοηθητικό ρόλο στην διοίκηση μιας μεγάλης μητρόπολης, μιας αρχιεπισκοπής ή ενός Πατριαρχείου. Υπάρχουν σήμερα τιτουλάριοι αρχιερείς ως βοηθοί επίσκοποι, ως ηγούμενοι Ιερών Μονών, ως αρχιερατικώς προϊστάμενοι Κοινοτήτων ή Αρχιερατικών Περιφερειών, ως πρωτοσυγκελλεύοντες Ιερών Μητροπόλεων, ως αρχιγραμματεύοντες Ιερών Συνόδων και ως αντιπρόσωποι σε διεκκλησιαστικούς ή διεθνείς Οργανισμούς. Διακρίνονται οι εξής κατηγορίες:

  • Τιτουλάριος Μητροπολίτης: Ανώτερη τάξη Τιτουλάριων Αρχιερέων, στην οποία προάγονται μερικοί Τιτουλάριοι Επίσκοποι, διατηρώντας τον ψιλό τίτλο τους [3]. Γι' αυτό, ο Τιτουλάριος Μητροπολίτης θεωρείται ανώτερος από τον Τιτουλάριο Επίσκοπο. Προσφωνείται συνήθως Πανιερώτατος.
  • Τιτουλάριος Επίσκοπος: Κατώτερη τάξη Τιτουλάριων Αρχιερέων[4]. Αν και διακρίνεται από τον επαρχιούχο επίσκοπο, συνήθως προσφωνείται επίσης Θεοφιλέστατος.
  • Σχολάζων ή Εφησυχάζων Αρχιερέας: Καλείται ο μητροπολίτης, ο οποίος παραιτείται οικειοθελώς, συνήθως λόγω προβλημάτων υγείας. Χαρακτηριστικό γνώρισμά του είναι ότι λαμβάνει το διακριτικό πρώην πριν τον τίτλο, που κατείχε προ της παραίτησής του, ώστε να μην συγχέεται με τον εκάστοτε νυν μητροπολίτη, που αναλαμβάνει την ποιμαντορία της πρώην μητρόπολής του. Εφ' όσον η υγεία του το επιτρέπει, ο σχολάζων αρχιερέας μπορεί να λάβει μέρος σε ιεροτελεστίες με την ιδιότητα του αρχιερέα, αλλά δεν μπορεί να ασκήσει διοικητικά καθήκοντα μητροπολίτη. Σύμφωνα με το άρθρο 58 του Νόμου 590 περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος του έτους 1977, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος δύναται με τη σύμφωνη γνώμη του αποχωρούντα αρχιερέα να απονείμει σε αυτόν το ψιλό τίτλο πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Επισκοπής ή Μητρόπολης, καθιστώντας τον έτσι στην τάξη των Τιτουλάριων Επισκόπων ή Μητροπολιτών.

Πρεσβύτεροι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα Εκκλησιαστικά Οφφίκια είναι εκκλησιαστικές τιμητικές διακρίσεις, που απονέμονται εκ μέρους του επιχώριου Μητροπολίτου στους διαπρέψαντες ενάρετους και εκκλησιαστικά δραστήριους κληρικούς, μοναχούς και λαϊκούς της επαρχίας αυτού. Παρακάτω παρατίθενται τα οφφίκια, που απονέμονται μόνο σε κληρικούς σύμφωνα με τον κανονισμό υπ' αριθμ. 142/1999 "Περί Απονομής εκκλησιαστικών οφφικίων εν τη Εκκλησία της Ελλάδος". Η σειρά με την οποία παρατίθενται είναι η σειρά του προβαδίσματος των Οφφικιούχων Πρεσβυτέρων βάσει της μέχρι τώρα κρατούσας τάξης. Προσφωνούνται κατά την ιερατική τάξη τους.

  • Αρχιμανδρίτης. Ο Αρχιμανδρίτης προΐσταται της «πνευματικής μάνδρας των λογικών προβάτων του Χριστού», δηλαδή θεωρείται ως ηγούμενος μιας Ιεράς Μονής, που είναι επιφορτισμένος με το ιερατικό καθήκον της τέλεσης των ιεροπραξιών της μονής της μετανοίας τους. Στις περισσότερες Ορθόδοξες Εκκλησίες οι Αρχιμανδρίτες δεν επιτρέπεται να ιερουργούν ως τακτικοί ιερείς σε ενορίες, παρά μόνο για τις λατρευτικές ανάγκες του μοναστηριού, στο οποίο είναι εγγεγραμμένοι. Παρ' όλα αυτά, στην Ελλάδα[5] επιτρέπεται η τέλεση των ιεροπραξιών από αρχιμανδρίτες και σε ενορίες. Συγκεκριμένα, η Εκκλησία της Ελλάδος απονέμει το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτη μόνο σε άγαμους ή εν χηρεία κληρικούς[6], οι οποίοι φέρουν τον δεύτερο βαθμό της ιεροσύνης από τριετίας, είναι άνω των 30 ετών και είναι κάτοχοι πτυχίου Ανώτατης Εκπαίδευσης. Εκτός από το Επανωκαλύμμαυχο των μοναχών, χαρακτηριστικό διάσημο των Αρχιμανδριτών είναι ο εγκόλπιος σταυρός και το επιγονάτιο, που φέρουν κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας.
  • Πρωτοπρεσβύτερος. Το οφφίκιο αποτελεί τη μέγιστη δυνατή τιμητική διάκριση έγγαμου ιερέα, καθώς απονέμεται μόνο σε έγγαμους ιερείς χειροτονημένους από τριετίας, που είναι άνω των 30 ετών και κάτοχοι πτυχίου Ανώτατης Εκπαίδευσης. Χαρακτηριστικό διάσημο των Πρωτοπρεσβυτέρων είναι ο εγκόλπιος σταυρός και το επιγονάτιο, το οποίο φέρουν κατά τη διάρκεια της θείας Λειτουργίας.
  • Σύγγελος. Το οφφίκιο απονέμεται μόνο σε άγαμους ή εν χηρεία κληρικούς, οι οποίοι φέρουν τον δεύτερο βαθμό της ιεροσύνης από τριετίας και είναι άνω των 30 ετών. Εκτός από το Επανωκαλύμμαυχο των μοναχών, χαρακτηριστικό διάσημο των Συγγέλων είναι το επιγονάτιο, που φέρουν κατά τη διάρκεια της θείας Λειτουργίας.
  • Οικονόμος. Το οφφίκιο απονέμεται μόνο σε έγγαμους ιερείς, που είναι άνω των 30 ετών και κάτοχοι πτυχίου Ανώτατης Εκπαίδευσης ή Ανωτέρας Εκκλησιαστικής Σχολής από τριετίας. Χαρακτηριστικό διάσημο των Οικονόμων είναι το επιγονάτιο, το οποίο φέρουν κατά τη διάρκεια της θείας Λειτουργίας.
  • Σακελλάριος. Το οφφίκιο απονέμεται μόνο σε έγγαμους ιερείς χειροτονημένους από διετίας, που αποφοίτησαν από εκκλησιαστικό Γυμνάσιο ή Λύκειο. Χαρακτηριστικό διάσημο των Σακελλάριων είναι το επιγονάτιο, το οποίο φέρουν κατά τη διάρκεια της θείας Λειτουργίας.

Διάκονοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αρχιαδιάκονος: Το οφφίκιο απονέμεται σε έγγαμους διακόνους ή άγαμους διακόνους (ιεροδιακόνους) τουλάχιστον από έτους και είναι άνω των 25 ετών. Εκτός από το Επανωκαλύμμαυχο των μοναχών, που φέρουν οι ιεροδιάκονοι, χαρακτηριστικό διάσημο των Αρχιδιακόνων είναι το διπλό οράριο. Στην Ελληνορθόδοξη Εκκλησία, όλοι οι διακόνοι φέρουν το διπλό οράριο, αλλά στις σλαβόφωνες Ορθόδοξες Εκκλησίες διατηρείται ακόμη η αρχαιότερη εκδοχή του απλού οραρίου, όπως εικονίζεται στις αγιογραφίες. Το διπλό οράριο έχει διπλάσιο μήκος από το απλό οράριο. Ενώ το απλό οράριο κρέμεται απλά στο αριστερό ώμο του διακόνου, το διπλό οράριο τυλίγεται γύρω από την μέση και κάτω από το δεξί χέρι του αρχιδιακόνου. Σε κάθε μητρόπολη υπάρχει μόνο ένας Αρχιδιάκονος.

Άλλα οφφίκια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανώτερος Κλήρος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Πρωθιερέας ή Πρωτόπαπας: Αυτός ο τίτλος χρησιμοποιήθηκε κυρίως στα Επτάνησα, στους χρόνους της Ενετο- Αγγλο- Γαλλο- κρατίας, όταν οι Λατίνοι δεν επέτρεπαν την ύπαρξη Μητροπολίτη, επειδή ήθελαν να προβάλουν το Λατίνο Επίσκοπο. Σ'αυτήν την περίπτωση ο Πρωτόπαπας (έγγαμος Ιερέας) διοικούσε υπηρεσιακά τη Μητρόπολη, χωρίς να έχει το δικαίωμα, φυσικά, να ενεργεί τα του Επισκόπου (Xειροτονίες κ.λπ.). Σήμερα ο τίτλος αυτός συναντάται ευρύτατα στις Σλαβικές Εκκλησίες. Είναι ο ανώτερος βαθμός στον οποίο μπορεί να φτάσει έγγαμος κληρικός των Εκκλησιών αυτών. Διακρίνεται από τον πρεσβύτερο, καθώς φοράει επιγονάτιο και σταυρό. Αλλά και από τον Πρωτοπρεσβύτερο διότι φέρει κόκκινη ταινία διαγώνια στο στήθος απο τα δεξιά του προς τα αριστερά.
  • Πνευματικός/Εξομολόγος: Το οφφίκιο της πνευματικής πατρότητας απονέμεται σε πρεσβύτερους από τον οικείο ιεράρχη, στο όνομα του οποίου μπορούν να εξομολογούν τους πιστούς. Το μυστήριο της Εξομολόγησης κανονικά τελείται από επισκόπους, αλλά λόγω της αύξησης του πλήθους των πιστών και των αρχιερατικών καθηκόντων τους, επικράτησε σταδιακά η χορήγηση ενταλτήριου γράμματος,[7] με το οποίο ο επίσκοπος διόριζε ιερείς-εξομολόγους. Διάσημο των πνευματικών/εξομολόγων, που φέρουν κατά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας, είναι το Επιγονάτιο, που συμβολίζει α) το λεντίο (πετσέτα), που χρησιμοποίησε ο Κύριος στον Μυστικό Δείπνο για να πλύνει τα πόδια των μαθητών του και β) την πνευματική μάχαιρα και την μάχαιρα του πνεύματος.
  • Ιεροκήρυκας: Ο επιτετραμμένος ενός Μητροπολίτη κληρικός, ο οποίος αναλαμβάνει το έργο του κηρύγματος εντός της Μητρόπολης. Συνηθίζεται σε κάθε Μητρόπολη να υπάρχει μόνο ένας Ιεροκήρυκας, ο οποίος κηρύσσει από τον άμβωνα το θείο λόγο και τα ηθικά καθήκοντα των πιστών ανθρώπων. Το οφφίκιο αυτό μπορεί να δοθεί και σε Διάκονο.

Κατώτερος Κλήρος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Υποδιάκονος: είναι εκκλησιαστικό αξίωμα της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας που προηγείται πάντα και υποχρεωτικά της χειροτονίας κάποιου σε Διάκονο. Στα βυζαντινά χρόνια, όπως και σήμερα, προηγείτο η χειροθεσία του Υποδιακόνου της χειροτονίας σε Διάκονο ικανό χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο υποψήφιος Διάκονος προετοιμαζόταν για τον ρόλο του Διακόνου. Υπάρχει περίπτωση την χειροθεσία σε Υποδιάκονο να ακολουθήσει την ίδια ημέρα η χειροτονία σε Διάκονο, όχι όμως και η χειροτονία σε Πρεσβύτερο.
  • Αναγνώστης: είναι αυτόνομος βαθμός κατώτερου κληρικού, τόσο στην Ορθόδοξη όσο και στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, του οποίου η διακονία έχει να κάνει με την ανάγνωση αγιογραφικών κειμένων, τα οποία σε συνέχεια της ιουδαϊκής παράδοσης αναγιγνώσκονται στις χριστιανικές ακολουθίες κατά την τέλεση των Ιερών Μυστηρίων. Συνήθως ο βαθμός του Αναγνώστη αποτελεί προπαρασκευαστικό στάδιο για την είσοδο κάποιου στον ανώτερο κλήρο ενώ αρκετές φορές απονέμεται και στους ιεροψάλτες. Η χειροθεσία κάποιου σε αναγνώστη γίνεται από τον Επίσκοπο με την ανάγνωση ειδικής ευχής. Ο κύριος λόγος της δημιουργίας αυτής της ειδικής τάξης κληρικών ήταν η ανάγκη για πρόσωπα με εξειδικευμένη καλλιέργεια στην ανάγνωση των Γραφών. Στην Εκκλησία της Ελλάδος, σήμερα, είναι ο μοναδικός, από τους πολλούς παλαιότερους, βαθμός κατώτερου κληρικού που εξακολουθεί να υφίσταται.
  • Διακόνισσα: Ο όρος διάκονος σημαίνει κατά βάση «υπηρέτης». Ιστορικά η διακόνισσα ανάγεται στα πρώτα χρόνια της ίδρυσης του Χριστιανισμού, όπου οι διάκονοι δεν ήταν ακόμη συνδεδεμένοι με ιερατικά καθήκοντα αλλά ήταν άνδρες και γυναίκες, οι οποίοι μεριμνούσαν για τις ανάγκες των πρώτων εκείνων χριστιανικών κοινοτήτων. Οι διακόνισσες επιλέγονταν ιδιαίτερα γιατί φρόντιζαν καλύτερα τις πτωχές γυναίκες. Εκτός της διακόνισσας, υπήρχε και η θέση της πρεσβύτιδας, την οποία κατείχαν ηλικιωμένες χήρες.[8] Αργότερα, το αξίωμα ατόνησε και εγκαταλήφθηκε οριστικά από τον 12ο αιώνα μ.Χ. Τα τελευταία χρόνια επιχειρήθηκε να επανέλθει επί Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χριστόδουλου υπό την προϋπόθεση να δίδεται σε άγαμες γυναίκες. Βεβαίως, διακόνισσα καλείται και η σύζυγος του έγγαμου διακόνου κατ' αντιστοιχία της συζύγου του έγγαμου (πρωτο)πρεσβυτέρου, η οποία καλείται (πρωτο)πρεσβυτέρα.
  • Νεωκόρος: Βασικός υπηρέτης ενός ιερού ναού. Δεν έχει ιερατικά καθήκοντα, αλλά ενοριακά. Μερικά από αυτά είναι ο καθαρισμός και ο στολισμός του ιερού ναού και των ιερών εικόνων, το άναμμα των κανδηλών και των λαμπάδων, η κωδωνοκρουσία των σημάντρων κ.ά. Συνήθως σε μια ενορία υπηρετούν περισσότεροι του ενός νεωκόρου, άνδρες και γυναίκες.

Ιεροψάλτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κανονάρχης: ονομάζεται το εκκλησιαστικό αξίωμα και ο τίτλος που δίδεται σε κατώτερο κληρικό (Ιεροψάλτη) ο οποίος κρατεί το Ισσοκράτημα δηλαδή δίνει τη μουσική βάση πάνω στην οποία θα ψάλει ο ψάλτης ή ο Πρωτοψάλτης.
  • Πρωτοψάλτης: αντιστοιχεί στον πρώτο Ιεροψάλτη του δεξιού χορού (χορωδίας του ιερού ναού) και δίδεται σε άντρες στους οποίους έχει προηγηθεί η χειροθεσία τους σε ιεροψάλτη. Αντιπροσωπεύει τους άντρες κατά την απόδοση τον ύμνων.

Οφφίκια του Οικουμενικού Πατριαρχείου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περισσότερα τιμητικά οφφίκια αποδίδουν οι Οικουμενικοί Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως σε κληρικούς και λαϊκούς, που προσφέρουν διακεκριμένες υπηρεσίες στην Ορθοδοξία και τον πολιτισμό.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υποσημειώσεις - Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. http://www.ec-patr.org/dioceses.php?lang=&id=98
  2. βλ. Ενορία καί Μονή στην Εκκλησιαστική Παράδοση, π. Ευαγγέλου Παχυγιανάκη, εκδόσεις Ακρίτας, 1993, σελ 88.
  3. Σύμφωνα με το άρθρο 58 του Νόμου 590 περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος του έτους 1977, ο τίτλος του Τιτουλάριου Μητροπολίτη μπορεί να αποδοθεί τιμητικά σε σχολάζοντα αρχιερέα, από την Διαρκή Ιερά Σύνοδο, με τη σύμφωνη γνώμη του σχολάζοντα αρχιερέα.
  4. Σύμφωνα με το άρθρο 58 του Νόμου 590 περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος του έτους 1977, ο τίτλος του Τιτουλάριου Επισκόπου μπορεί να αποδοθεί τιμητικά σε σχολάζοντα αρχιερέα, από την Διαρκή Ιερά Σύνοδο, με τη σύμφωνη γνώμη του σχολάζοντα αρχιερέα.
  5. από το 1959 και έπειτα
  6. όχι κατ' ανάγκην ιερομόναχοι
  7. βλ. Ευχολόγιο το Μέγα, Ενταλτήριον γράμμα.
  8. Ο θεσμός των διακονισσών στην Χριστιανική Εκκλησία, του Αρχιμ. Κοσμά Λαμπρινού