Ενθρόνιση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ενθρόνιση καλείται η ιδιαίτερη τελετή κατά την οποία ένας πολιτικός ή θρησκευτικός άρχοντας αναλαμβάνει επίσημα τα καθήκοντα του Θρόνου του, δηλαδή τα καθήκοντα της νέας θέσης του.

Εφαρμογές ενθρονίσεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν ένας πολιτικός ή θρησκευτικός άρχοντας αποβιώσει ή παραιτηθεί, τότε λέγεται ότι ο Θρόνος του (δηλ. η θέση του) χηρεύει. Σε αυτή την περίπτωση, η χηρεύουσα θέση πληρώνεται είτε από κληρονομικό είτε από αιρετό διάδοχο, ανάλογα με την περίσταση.

Μοναρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις κληρονομικές μοναρχίες, μετά από το θάνατο, την παραίτηση ή την απομάκρυνση ενός Βασιλέα, ενθρονίζεται ("ανεβαίνει" στο Θρόνο) ο Διάδοχος του Θρόνου ή του Στέμματος, ένα κληρονομικό αξίωμα, που λαμβάνει δικαιωματικά συνήθως το (αρσενικό ή εν γένει) πρωτότοκο τέκνο ή ο μικρότερος αδελφός ή ελλείψει αυτών ο κοντινότερος συγγενής του Βασιλέα, σύμφωνα πάντα με το βασιλικό πρωτόκολλο.

Στα χριστιανικά κράτη, ο διάδοχος ενθρονίζεται σε μια λαμπρή θρησκευτική τελετή, που λαμβάνει χώρα σε χριστιανικό ναό παρουσία πλήθους αρχιερέων, υψηλών προσκεκλημένων και λαού. Σύμφωνα με παλαιά εθιμοτυπία, κατά τη διάρκεια της τελετής ενθρόνισης, ο νέος μονάρχης ενδύεται τα βασιλικά εμβλήματα και στέφεται με το βασιλικό του Στέμμα. Γι' αυτό η φράση Στέψη του Βασιλιά χρησιμοποιείται αρκετά συχνά ως ισοδύναμη της Ενθρόνισης για πολιτικό άρχοντα.

Χριστιανισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενθρόνιση Αρχιερέως[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατ' αντιστοιχία με τα βασιλικά πρότυπα, στις χριστιανικές Εκκλησίες, μετά την εκδημία, την παραίτηση ή την απομάκρυνση ενός επαρχιούχου Επισκόπου/ Μητροπολίτου/ Αρχιεπισκόπου/ Πατριάρχου από τον Θώκο του, η τοπική Εκκλησία συνέρχεται με σκοπό την ανάδειξη νέου επισκόπου, που θα αναπληρώσει το κενό της χηρεύουσας έδρας. Έως τότε, τα διοικητικά ζητήματα της "εν χηρεία" έδρας αναλαμβάνει κατόπιν διορισμού από την τοπική Ιερά Σύνοδο ο τοποτηρητής του θρόνου. Σε περίπτωση μιας απλής επισκοπής ή μητροπόλεως, χρέη τοποτηρητή αναλαμβάνει ο αρχαιότερος εκ των χειροτονημένων αρχιερέων της Ιεράς Συνόδου, των οποίων η επαρχία του συνορεύει με εκείνη, που χηρεύει ο Θρόνος. Όμως, σε περίπτωση χηρείας του Θρόνου Προκαθήμενου Αυτοκέφαλης Εκκλησίας (δηλ. του Προέδρου της τοπικής Ιεράς Συνόδου), συνήθως ορίζεται ο αρχαιότερος χειροτονημένος επαρχιούχος αρχιερέας στην Ιεραρχία της εν λόγω Ιεράς Συνόδου.

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, η πλήρωση ενός αρχιερατικού θρόνου μπορεί να γίνει με δύο τρόπους:

  • πλήρωση δια καταστάσεως, όπου οι υποψήφιοι είναι εν ενεργεία επαρχιούχοι Επίσκοποι/Μητροπολίτες άλλων Ορθοδόξων Επισκοπών/Μητροπόλεων. Σύμφωνα με το άρθρο 24 του ισχύοντος Καταστατικού Χάρτη, μια χηρεύουσα μητροπολιτική έδρα της Εκκλησίας της Ελλάδος πληρούται δια καταστάσεως κατά πρώτον με τη σύμφωνη γνώμη τουλάχιστον των 2/3 των παρόντων μελών της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας και κατά δεύτερον εφ' όσον ο επικρατών ιεράρχης συγκεντρώσει την αυξημένη πλειοψηφία 2/3 επί των παρόντων μελών της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας στη πρώτη, μυστική ψηφοφορία. Σε διαφορετική περίπτωση, η έδρα πληρούται δι' εκλογής. Επιπλέον, κατά τη διαδικασία πληρώσεως δια καταστάσεως αποκλείονται οι μητροπολίτες, οι οποίοι α) μετατέθηκαν άπαξ από άλλη μητρόπολη ή β) εκλέχθηκαν μητροπολίτες συντομότερα από μια πενταετία.
  • πλήρωση δι' εκλογής, όπου οι υποψήφιοι μπορεί να είναι ήδη χειροτονημένοι Βοηθοί ή Τιτουλάριοι ή Σχολάζοντες Επίσκοποι/Μητροπολίτες ή προσοντούχοι (ή/και χαρισματούχοι) άγαμοι (ή εν χηρεία) ιερείς (συνήθως αρχιμανδρίτες) και σπανίως διάκονοι, που προέρχονται είτε από την επαρχία του χηρεύοντος Θρόνου, είτε από άλλη Ορθόδοξη Επισκοπή, οι οποίοι προάγονται έως του επισκοπικού βαθμού, εφ' όσον εκλεγούν. Σύμφωνα με το άρθρο 25 του ισχύοντος Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, εφ' όσον υπερψηφιστεί η πρόταση δι' εκλογής, κάθε μέλος της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας προτείνει μυστικά τρεις υποψηφίους, οι οποίοι μπορεί να είναι α) μη επαρχιούχοι (Βοηθοί ή Τιτουλάριοι ή Σχολάζοντες) επίσκοποι/μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος ή β) άγαμοι ιερείς ή ιεροδιάκονοι, που πληρούν υποχρεωτικά ορισμένα γενικά και ειδικά προσόντα και είναι εγγεγραμμένοι στον Κατάλογο τῶν πρὸς Ἀρχιερατείαν ἐκλογίμων κληρικῶν. Εν συνεχεία εκτίθενται σε μυστική ψηφοφορία τα τρία επικρατέστερα πρόσωπα, όπου ο νέος μητροπολίτης εκλέγεται με σχετική πλειοψηφία, ενώ σε περίπτωση ισοψηφίας προηγείται α) ο έχων ανώτερο βαθμό ιεροσύνης και εάν είναι ίδιου βαθμού προτιμάται β) ο έχων τα πρεσβεία της ιεροσύνης ή αρχιεροσύνης μεταξύ των ισοψηφούντων. Όπου και όταν προβλέπονται κενές θέσεις Βοηθών Επισκόπων, αυτές πληρώνονται δι' εκλογής μεταξύ υποψηφίων, που είναι εγγεγραμμένοι στον οικείο Κατάλογο τῶν πρὸς Ἀρχιερατείαν ἐκλογίμων κληρικῶν, ενώ η έδρα του Προκαθήμενου πληρώνεται δι' εκλογής μεταξύ τόσο των εγγεγραμμένων στον Κατάλογο τῶν πρὸς Ἀρχιερατείαν ἐκλογίμων κληρικῶν, όσο και των εν ενεργεία επισκόπων/μητροπολιτών.

Σε κάθε περίπτωση, μετά την εκλογή και την ανάδειξη του νέου επισκόπου, ο καλούμενος πλέον Εψηφισμένος Επίσκοπος/ Μητροπολίτης/ Αρχιεπίσκοπος/ Πατριάρχης τελεί το λεγόμενο Μικρό Μήνυμα, με το οποίο αποδέχεται την εκλογή του ενώπιον της Ιεραρχίας, και εν συνεχεία τελεί το Μέγα Μήνυμα εντός του Συνοδικού Παρεκκλησίου, στο οποίο ανακοινώνεται επίσημα η εκλογή αυτού από τον Αρχιγραμματέα της Συνόδου.

Σε περίπτωση ανάδειξης αρχιμανδρίτη (ιερέα), ο νεοεκλεγείς λαμβάνει την χειροτονία εις επίσκοπον το επόμενο διάστημα. Το μυστήριο τελεί συνήθως ο Προκαθήμενος της τοπικής Εκκλησίας παρουσία αρκετών συμπαρισταμένων αρχιερέων.

Εάν αυτό απαιτείται από την κείμενη νομοθεσία (όπως συμβαίνει στην Ελλάδα), ο νέος μητροπολίτης αναγνωρίζεται και διορίζεται με Διάταγμα του κράτους και δίδει ενώπιον του Αρχηγού του κράτους και παρουσία μελών της κυβέρνησης και της Ιεράς Συνόδου την προβλεπόμενη διαβεβαίωση εκπλήρωσης των αρχιερατικών του καθηκόντων.

Κατά την εκκλησιαστική τάξη, επακολουθεί η τελετή υποδοχής και ενθρόνισης του νέου ιεράρχη στον Καθεδρικό Ναό της νέας του επισκοπής, παρουσία αρχιερέων, ιερέων, τοπικών αρχόντων και πλήθους πιστών. Από της ώρας εκείνης ο νέος ιεράρχης καθίσταται νομίμως στη νέα του Επισκοπή/ Μητρόπολη/ Αρχιεπισκοπή/ Πατριαρχείο, αναλαμβάνοντας επισήμως τα καθήκοντα του τοποτηρητή, που παύεται πλέον. Κατά την τελετή της ενθρονίσεως, ο νέος ιεράρχης φορών τον αρχιερατικό του μανδύα επιβαίνει του δεσποτικού θρόνου του ναού και εκφωνεί τον ενθρονιστήριο ή επιβατήριο λόγο του.

Οι επέτειοι της ενθρόνισης, τα ενθρονιστήρια, εορτάζονται κάθε χρόνο, όπως οι επέτειοι χειροτονίας και τα ονομαστήρια (ονομαστική εορτή) του ιεράρχου.

Ενθρόνιση Καθηγουμένου/Καθηγουμένης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επίσης, με παρόμοια εκκλησιαστική τάξη εγκαθίστανται οι πνευματικοί και διοικητικοί προϊστάμενοι των Μονών, ο ηγούμενος/καθηγούμενος για τις ανδρώες ή η ηγουμένη/καθηγουμένη για τις γυναικείες μονές, αντίστοιχα, μετά την εκδημία ή παραίτηση του προηγουμένου (της προηγουμένης). Μετά από εκλογή μεταξύ των μελών της αδελφότητας, ο οικείος αρχιερέας προχειρίζει το νέο ηγούμενο (τη νέα ηγουμένη) της Μονής και έπειτα ακολουθεί η κατά το τυπικό ενθρόνιση αυτού/αυτής στον ηγουμενικό θρόνο του καθολικού της Μονής, αναλαμβάνοντας επισήμως τα μοναστικά καθήκοντά του/της. Διακριτικά του ηγουμένου (της ηγουμένης) είναι ο εγκόλπιος σταυρός, ο μανδύας και η ράβδος, που λαμβάνουν κατά την χειροθεσία τους.

Εκθρόνιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκθρόνιση είναι η διαδικασία απομάκρυνσης ενός άρχοντα από την εξουσία και η απαλλαγή των καθηκόντων του. Αλλιώς, λέγεται ότι αυτός ο άρχοντας κηρύχθηκε έκπτωτος (π.χ. έκπτωτος μονάρχης).

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]