Διακόνισσα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο όρος διάκονος σημαίνει κατά βάση «υπηρέτης». Στην ορολογία των χριστιανικών εκκλησιών μπορεί να σημαίνει είτε γενικότερα τον χριστιανό ως υπηρέτη του Θεού είτε ειδικότερα εκκλησιαστικό αξίωμα.

Ιστορικά ανάγεται στα πρώτα χρόνια της ίδρυσης του Χριστιανισμού. Ως τίτλος και αξίωμα τα τελευταία χρόνια είχε ατονήσει και επανήλθε επί Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χριστόδουλου και δίδεται σε άγαμες γυναίκες.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ευάγγελου Δ. Θεοδώρου, "Οι διακόνισσες στην ιστορία της Εκκλησίας" στο Ιερά Μητρόπολις Δημητριάδος-Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών (Συλλογικό), Φύλο και θρησκεία η θέση της γυναίκας στην εκκλησία, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2004, σελ. 185-208

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]