Παραδοσιακή μουσική

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Σλοβάκοι παραδοσιακοί μουσικοί το 1908

Η παραδοσιακή μουσική περιλαμβάνει τα λαϊκά τραγούδια και τη μουσική επένδυση των παραδοσιακών χορών όπως εξελίχθηκαν κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Είναι η μουσική του κόσμου και της λαϊκής κουλτούρας. Πρόκειται για μουσική που μεταφέρεται προφορικά, η προέλευσή της και οι συνθέτες είναι άγνωστοι, ή προέκυψε από μακροχρόνιες συνήθειες και επαναληπτικές συμπεριφορές. Σε όλα αυτά διαφέρει από την εμπορική και την κλασική μουσική.

Ορισμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένας ενιαίος ορισμός για την παραδοσιακή μουσική είναι άπιαστο όνειρο.[1] Οι όροι παραδοσιακή μουσική, παραδοσιακό τραγούδι και παραδοσιακός χορός είναι σχετικά πρόσφατες εκφράσεις. Είναι επεκτάσεις του όρου λαογραφία ή φόλκλορ, που εισήχθηκε το 1846 από τον άγγλο αρχαιολόγο William Thorns για να περιγράψει "τα ήθη, τα έθιμα και τις δεισιδαιμονίες των αμόρφωτων τάξεων".[2] Ο όρος περαιτέρω συσχετίζεται με τη γερμανική έκφραση Volk, που σημαίνει "ο κόσμος ως σύνολο" όπως χρησιμοποιείται στη δημοφιλή και την εθνική μουσική από τον Johann Gottfried Herder και τους Ρομαντικούς γερμανούς για περισσότερο από μισό αιώνα.[3] Η παραδοσιακή μουσική περιλαμβάνει την μουσική των ιθαγενών.

Για πολλούς είναι "τα παλιά τραγούδια, με άγνωστους συνθέτες",[4] και μουσική όπως εξελίχθηκε από τη "διαδικασία της προφορικής μετάδοσης.... η διαμόρφωση και προσαρμογή της μουσικής από την κοινότητα που την χαρακτήρισε".[5]

Οι ορισμοί συσχετίζονται με "μάλλον (πολιτιστικές) διαδικασίες παρά αφηρημένα μουσικά είδη...", με "τη συνέχεια και την προφορική μετάδοση...όπως την χαρακτηρίζει η μία πλευρά της πολιτιστικής διχοτόμησης, με την άλλη πλευρά να βρίσκεται στα κατώτερα στρώματα της φεουδαρχικής, της καπιταλιστικής ή εξωτικής κοινωνίας, στις "πρωτόγονες" κοινωνίες και σε περιοχές της "λαϊκής κουλτούρας".[6] Ένας ευρέως χρησιμοποιούμενος ορισμός είναι απλά "Παραδοσιακή μουσική είναι αυτό που τραγουδάει ο λαός".[7]

Για τον Scholes, τους Cecil Sharp και Béla Bartók,[8] η παραδοσιακή μουσική ήταν ήδη, "...θεωρούμενη ως η αυθεντική έκφραση ενός τρόπου ζωής πια ξεπερασμένου ή υπό εξαφάνιση (ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, διατηρούμενου ή αναβιωμένου)",[9] ιδιαίτερα σε "μια κοινότητα ανεπηρέαστη από την τέχνη της μουσικής" και από τα εμπορικά και κυκλοφορημένα τραγούδια. Για τον Λόιντ είναι απλά διάκριση με οικονομικά κριτήρια και όπως είπε ο Charles Seeger's  "σχετικά με μια κατώτερη τάξη" σε πολιτιστικά και κοινωνικά διαστρωματωμένες κοινωνίες. Με αυτούς τους όρους ίσως μπορεί να θεωρηθεί ως μέρος ενός "σχήματος που περιλαμβάνει τέσσερα μουσικά είδη: την "πρωτόγονη" ή "φυλετική", την "ελίτ" ή "τέχνη", την "φολκ" και την "δημοτική".[10]

Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από ιστορική άποψη, η παραδοσιακή μουσική έχει τα εξής χαρακτηριστικά:

  • Μεταφέρεται μέσω της προφορικών παράδοσεων. Πριν από τον 20ο αιώνα, οι απλοί αγρότες και εργάτες ήταν αναλφάβητοι. Αποκτούσαν τραγούδια απομνημονεύοντάς τα. Βασικά, άνευ διαμεσολάβησης βιβλίων, ηχογραφήσεων ή μέσων ενημέρωσης. Οι τραγουδιστές επέκτειναν το ρεπερτόριό τους με εφημερίδες ή ανθολογίες τραγουδιών, αλλά ο χαρακτήρας τους παρέμενε ο ίδιος.
  • Η μουσική καθορίζεται από την εθνική κουλτούρα. Είναι αντιπροσωπευτική της περιοχής και εποχής της. Επιδρά στην συνοχή μίας μεταναστευτικής ομάδας, όπως στην περίπτωση των ελληνοαυστραλών και άλλων που διαφοροποιήθηκαν από την καθιερωμένη οδό με την μουσική τους. Μαθαίνουν τραγούδια και χορούς που προέρχονται από τις χώρες των παππούδων τους.
  • Μνημονεύει ιστορικά και προσωπικά γεγονότα. Σε ορισμένες ημερομηνίες ετήσια, όπως το Πάσχα, πρωτομαγιά, Χριστούγεννα, οι εορτασμοί γίνονται με ειδικά εορταστικά τραγούδια. Οι γάμοι, τα γενέθλια, και οι κηδείες συνοδεύονται από τραγούδια, χορούς και ιδιαίτερα έθιμα. Και οι θρησκευτικές γιορτές έχουν παραδοσιακό χαρακτήρα. Η Χορωδιακή μουσική σε αυτές τις δημόσιες εκδηλώσεις, με συντελεστές παιδιά και μη επαγγελματίες τραγουδιστές, προάγει τον συναισθηματισμό ανεξάρτητα από την αισθητική ποιότητα της μουσικής.
  • Τα τραγούδια είναι πολυτραγουδημένα, από συνήθεια και έθιμα, για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα που εκτείνεται σε έως και αρκετές γενεές.

Η μελέτη δυσχεραίνεται από τα κάτωθι χαρακτηριστικά:

  • Δεν υπάρχουν πνευματικά δικαιώματα για τα τραγούδια. Εκατοντάδες δημοτικά τραγούδια από το 19ο αιώνα  είχαν γνωστούς συγγραφείς, αλλά στην προφορική παράδοση συνεχίστηκαν σε σημείο που θεωρούνται συλλογικό έργο. Από το 1940, κάθε δημοτικό τραγούδι που καταγράφεται αποδίδεται σε έναν διασκευαστή. 
  • Ανακάτεμα των κουλτούρων: επειδή οι κουλτούρες αλληλεπιδρούν και αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου, τα παραδοσιακά τραγούδια εξελίσσονται και μπορεί να ενσωματώνουν και να αντανακλούν επιρροές από διαφορετικές κουλτούρες. Οι παράγοντες ίσως περιλαμβάνουν μουσικά όργανα, κουρδίσματα, χροιές, φρασεολογία, επιλογή θεμάτων, ή και μεθόδους παραγωγής.

Προέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ινδοί μουσικοί

Στην ιστορία της ανθρωπότητας το άκουσμα ηχογραφημένης μουσικής ήταν συχνά αδύνατο. Η μουσική γινόταν από κοινούς ανθρώπους στη δουλειά και την ξεκούραση, και ως μέρος θρησκευτικών εκδηλώσεων. Οι εργασίες ήταν χειρωνακτικές και κοινοτικές. Οι εργάτες τραγουδούσαν κατά τη διάρκεια χειρωνακτικών εργασιών για να μετριάσουν την πλήξη από επαναλαμβανόμενες ενέργειες και για να συντονίσουν τον ρυθμό σε συγχρονισμένες δραστηριότητες όπως στη σπορά, το ξεχορτάριασμα, το θέρισμα, το αλώνισμα, την ύφανση και την άλεση. Στον ελεύθερο χρόνο τους τραγουδούσαν και έπαιζαν μουσικά όργανα ως τρόπο ψυχαγωγίας και αφήγησης ιστοριών και ανταλλαγής πληροφοριών.[11]


Για πολλούς η λαϊκή μουσική ξεκίνησε ως μουσική τέχνη που άλλαξε και μάλλον νοθεύτηκε κατά την προφορική μετάδοση, ενώ αντανακλά το χαρακτήρα της κοινωνίας από την οποία προήλθε. Στις αγράμματες κοινωνίες η μετάδοση της μουσικής απαιτεί εκμάθηση από το αυτί ή με σημειογραφία. Και αποκαλείται "μουσική του κόσμου" και οι "ρίζες της μουσικής".

Ο αγγλικός όρος "λαογραφία" ή φόλκλορ περιλαμβάνει την παραδοσιακή μουσική και χορούς, τους συλλέκτες τραγουδιών και τους αναζωπυρωτές. Η διάκριση μεταξύ "αυθεντικού" λαϊκού και εθνικού και δημοφιλούς τραγουδιού είναι δύσκολη, ιδιαίτερα στην Αμερική και τη Γερμανία που όλα θεωρούνται φολκ μουσική.[12] Το International Folk Music council διατύπωσε τον ορισμό, "...έχει δημιουργηθεί από έναν συνθέτη και μετά ενσωματώθηκε στην άγραφη, ζωντανή παράδοση της κοινότητας. Δεν περιλαμβάνει ένα τραγούδι, χορό, ή μελωδία που δόθηκε έτοιμο και παρέμεινε αμετάβλητο."[13]

Επιλογή θεμάτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρμενική παραδοσιακή μουσική
Ασσύριοι που παίζουν ζουρνά και Νταούλι.

Η παραδοσιακή μουσική συνήθως περιλαμβάνει τραγουδιστά λόγια και ενόργανη μουσική που συνοδεύει χορευτικές παραδόσεις. Περιλαμβάνει αφηγηματικούς στίχους που μνημονεύουν ιστορίες και επική ποίηση που προοριζόταν για παραστάσεις. Πολλά έπη συντέθηκαν από συρραφή πολλών μικρότερων, με επεισοδιακή δομή, επαναλαμβανόμενα στοιχεία, και συχνές in medias res εξελίξεις. Εναλλακτικά, θέμα της αφήγησης είναι η εξιστόρηση μαχώντραγωδίες  ή φυσικές καταστροφές.

Ίσως εορτάζουν νίκη, όπως το θριαμβευτικό Τραγούδι της Ντέμπορα που βρέθηκε στο Βιβλικό Βιβλίο των Κριτών. Ίσως είναι θρήνοι για χαμένες μάχες και πολέμους, και ανθρώπινες ζωές. Μερικά θυμούνται και τιμούν λαϊκούς ήρωες όπως ο John Henry ή ο Ρομπέν των δασών, ενώ άλλα επικαλούνται υπερφυσικά γεγονότα ή μυστηριώδεις θανάτους.

Πολλοί ύμνοι και άλλα θρησκευτικά έργα είναι παραδοσιακής και άγνωστης προέλευσης. Η Δυτική μουσική σημειογραφία προοριζόταν να διατηρήσει τις γραμμές του Γρηγοριανού άσματος, που πριν την ανακάλυψή της διδασκόταν με προφορικές ασκήσεις σε μοναστικές κοινότητες. Και τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα παρουσιάζουν θρησκευτικά έθιμα σε μνημονιακή μορφή.


Τα τραγούδια εργασίας συχνά χαρακτηρίζονται από δομή «καλέσματος και απόκρισης» και προορίζονταν να διευκολύνουν τους εργάτες με τις εργασίες τους, συντονίζοντας και δίνοντας τον ρυθμό. Όμοιοτρόπως, οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις διατήρησαν ζωντανή την προφορική παράδοση των καλεσμάτων τζόντι ("Duckworth άσματα"), που τραγουδούσαν οι στρατιώτες στην πορεία. Οι επαγγελματίες ναύτες τραγουδούσαν ναυτικά τραγούδια για τη θάλασσα. Η ποίηση της αγάπης, τραγική ή μελαγχολική, ήταν παρούσα ποικιλοτρόπως. Τα παιδιά διασκέδαζαν και ησύχαζαν με εύκολες ρήμες και ανόητα στιχάκια που συχνά έγιναν θέματα παραδοσιακών τραγουδιών.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. The Never-Ending Revival by Michael F. Scully University of Illinois Press Urbana and Chicago 2008 (ISBN 978-0-252-03333-9)
  2. Percy Scholes, The Oxford Companion to Music, OUP 1977, article "Folk Song".
  3. A.L.Lloyd, Folk Song in England, Panther Arts, 1969, p. 13.
  4. Ronald D. Cohen Folk music: the basics (CRC Press, 2006), pp. 1–2.
  5. International Folk Music Council definition (1954/5), given in Lloyd (1969) and Scholes (1977).
  6. Charles Seeger (1980), citing the approach of Redfield (1947) and Dundes (1965), quoted in Middleton (1990) p.127.
  7. Donaldson, 2011 p. 13
  8. A. L. Lloyd, Folk Song in England, Panther Arts, 1969, pp. 14–5.
  9. Middleton, Richard 1990, p. 127. Studying Popular Music. Milton Keynes; Philadelphia: Open University Press. (ISBN 0-335-15276-7) (cloth), (ISBN 0-335-15275-9) (pbk)
  10. Charles Seeger (1980) quoted in Middleton (1990) p. 127.
  11. «To Hear Your Banjo Play, Alan Lomax's 1947 Documentary narrated by Pete Seeger». Youtube.com. 2007-06-14. https://www.youtube.com/watch?v=Hr9FP93o8Ro. Ανακτήθηκε στις 2012-12-29. 
  12. A.L.Lloyd, Folk Song in England, Panther Arts, 1969
  13. Quoted by both Scholes (1977) and Lloyd (1969).