Ούζο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μπουκάλι ούζου

Το ούζο είναι ένα οινοπνευματώδες ποτό που παράγεται και καταναλώνεται ευρέως στην Ελλάδα και στην Τουρκία, όπου είναι γνωστό ως ρακί. Είναι συγκρίσιμο επίσης με το αψέντι, το Γαλλικό περνό. Στη γεύση μοιάζει με το τσίπουρο, ποτό που έχει ωστόσο διαφορετικό τρόπο παρασκευής. Το oύζο αγαπήθηκε τόσο πολύ από Έλληνες και ξένους, που είναι γνωστό ως το εθνικό ποτό της Ελλάδας. Σήμερα, το όνομα και η προέλευσή του oύζου προστατεύονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Προστατευόμενη Γεωγραφία Ένδειξης). Κάτι που σημαίνει ότι δεν μπορεί να παραχθεί πουθενά αλλού, παρά μόνο στην Ελλάδα.

Ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η προέλευση της ονομασίας του ούζου δεν είναι γνωστή με απόλυτη σιγουριά. Εικάζεται ότι η ονομασία προέρχεται από το εξής περιστατικό: Μία εταιρία εξήγαγε το ποτό στη Μασσαλία και στα κιβώτια της εξαγώγιμης παρτίδας αναγραφόταν η φράση «uso Massalia», δηλαδή «προς χρήση στη Μασσαλία». Για κάποιους λόγους η φράση αυτή έγινε συνώνυμη του καλής ποιότητας ούζου, και στη συνέχεια η λέξη «Μασσαλία» έφυγε και έμεινε η λέξη uso=ούζο που στο εξής χαρακτήριζε το ποτό.

Μια λαϊκή παράδοση του Τυρνάβου λέει ότι επί τουρκοκρατίας έφτασε εκεί ένας Οθωμανός γιατρός ο Σταυράκ Μπέης. Στην πόλη τότε έπιναν ένα ποτό που έμοιαζε με το ούζο και το έλεγαν μεταβρασμένο Ρακί. Ο Σταυράκ μπέης βρέθηκε κάποια μέρα στο σπίτι του πρόκριτου Αντώνη Μακρή με τον οποίο διατηρούσε φιλία. Τον συμβούλεψε να προσθέσει στο απόσταγμα κι άλλη επιπλέον ουσία το οποίο κι έκανε. Ο Μακρής μόλις δοκίμασε το νέο απόσταγμα του άρεσε και φώναξε «μωρέ τί 'ναι τούτο; ούζο Μασσαλίας!» εννοώντας με την λέξη ούζο ότι ήταν εκλεκτή ποιότητα και έτσι επικράτησε η ονομασία ούζο.[1]

Η άποψη αυτή τείνει πλέον να εγκαταλειφθεί, καθώς δεν έχει επιστημονικό αλλά λαογραφικό χαρακτήρα. Εγκυρότερες πηγές δείχνουν ότι η λ. προέρχεται από το τουρκ. üzüm, το οποίο σημαίνει «τσαμπί σταφύλι» και «αφέψημα από σταφίδες» (βλ. Sir G. Clauson, An Etymological Dictionary of Pre-Thirteenth Century Turkish, Oxford 1972, σελ. 288).

Πατρίδα του ούζου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το νησί της Λέσβου και ειδικότερο το Πλωμάρι θεωρείται η πατρίδα του ούζου και όχι τυχαία. Η γεωγραφική θέση του Πλωμαρίου, που ήταν εμπορικό λιμάνι ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία, η θάλασσα και το πλούσιο έδαφος επέτρεψαν στους ντόπιους παραγωγούς να φτιάξουν ούζο εξαιρετικής ποιότητας. Οι κάτοικοι του Πλωμαρίου, ταξιδεμένοι κοσμοπολίτες, ναυτικοί και έμποροι, ήταν μία εύπορη τάξη που ήξερε να απολαμβάνει τις χαρές της ζωής. Έτσι αναπτύχθηκε το εμπόριο και οι εξαγωγές του ούζου. 

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι απαρχές της ιστορίας του ούζου είναι άγνωστες. Εικάζεται ότι το ποτό παραγόταν σε παρόμοια μορφή από την αρχαιότητα ακόμα. Το σίγουρο πάντως είναι ότι ήδη ήταν γνωστό την περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Κατά την Οθωμανική περίοδο το ούζο ήταν διαδεδομένο στις περιοχές της σημερινής Τουρκίας, αλλά και σε περιοχές της Μέσης Ανατολής. Η παραγωγή του ούζου αυξήθηκε και εξαπλώθηκε τοπικά στην Ελλάδα μετά την ανεξαρτησία της χώρας από τους Οθωμανούς.

Παρασκευή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

άμβυκας
Χάλκινος άμβυκας απόσταξης ούζου

Το ούζο είναι μείγμα αιθανόλης (οινοπνεύματος) νερού και διάφορων αρωματικών βοτάνων (κοριανδρος, μάραθος, αστεροειδής γλυκάνισος, νυχάκι, ρίζα αγγελικής, κ.ά.) με προεξάρχοντα τον απλό γλυκάνισο.

Η απόσταξη γίνεται σε ειδικά αποστακτήρια (καζάνια/άμβυκες), τα οποία είναι κατά προτίμηση φτιαγμένα από χαλκό. Από την κυκλική εμπρόσθια πόρτα του άμβυκα τοποθετούνται τα σακιά με τα αρωματικά σπόρια. Ο άμβυκας συνδέεται με τόξο με το ψυγείο. Στο ψυγείο υγροποιούνται οι ατμοί και το απόσταγμα ρέει από μια μικρή βρύση και στη συνέχεια συλλέγεται  σε ειδική δεξαμενή. 

Από την απόσταξη πετάγονται οι κεφαλές και οι ουρές και διατηρείται μόνο η καρδιά, που αποτελεί το καλύτερο και το πιο εύγεστο μέρος του αποστάγματος.

Κάθε ούζο από 100% απόσταξη, αποστάζεται τουλάχιστον 2 φορές και η κάθε απόσταξη διαρκεί πολλές ώρες, καθώς όσο πιο αργά αποστάζεται ένα ούζο, τόσο καλύτερο γίνεται.

Το καλό ούζο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το να φτιαχτεί καλό ούζο δεν είναι εύκολη υπόθεση. Υπάρχουν πολλοί παράμετροι και προϋποθέσεις, οι βασικότεροι εκ των οποίων είναι:

  • Μια εξαιρετική συνταγή
  • Εκλεκτές πρώτες ύλες
  • Η τέχνη και η μαεστρία του αποσταγματοποιού
  • 100% απόσταξη, με παραδοσιακή μέθοδο
  • Έλεγχοι σε όλα τα στάδια της παραγωγικής διαδικασίας για τη διασφάλιση ποιότητας.

Κατανάλωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ούζο συνοδεύεται συνήθως από μεζέδες, όπως παστά, χταπόδι, σαλάτες κ.ά. Σερβίρεται σε μικρά ή λεπτά και ψηλά ποτήρια και προστίθεται στο ποτό δροσερό νερό ή/και πάγος. Μετά την προσθήκη νερού το ποτό εμφανίζει χαρακτηριστικό υπόλευκο χρώμα, που οφείλεται στο γλυκάνισο που περιέχει.

Υπάρχει μια λανθασμένη εντύπωση ότι το χύμα ούζο είναι καλύτερο από το εμφιαλωμένο. Είναι καλό να επιλέγουμε πάντοτε εμφιαλωμένο ούζο, καθώς αυτό παράγεται στα πλαίσια όλων των ελέγχων που υφίσταται ένα επίσημο αποσταγματοποιείο σε όλο το φάσμα της παραγωγής, από τις πρώτες ύλες και την απόσταξη μέχρι την εμφιάλωση, την αποθήκευση και τα υλικά συσκευασίας. Αντίθετα, το χύμα ούζο παράγεται τελείως ανεξέλεγκτα και μπορεί να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα υγείας. 

Λαογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ελληνική λαϊκή μούσα έχει συμπεριλάβει και το ούζο στα θέματά της. Χαρακτηριστικό υπήρξε το σχετικό ομώνυμο παραδοσιακό τραγούδι, μεταγλωττισμένο ίσως από την τουρκική, όπου εν ονόματι του ούζου γίνεται λόγος, ούτε λίγο - ούτε πολύ, για όλα τα ανατολίτικα ορεκτικά που συνοδεύονται με ούζο και που οι στίχοι του σε ρυθμό τσιφτετελιού ή μπάλλου – ( αντικριστού), έχουν ως ακολούθως, με ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ότι κάθε γύρος σερβιρίσματος περιέχει και ένα καραφάκι ούζο:

Αααα, για το ούζο μεζεδάκι παστουρμά – παστουρμά,
σαγανάκι κεφτεδάκι με κυμά / βάι - βάι, καραφάκι ούζο,
βάλε να τα πιούμε τώρα που γλεντούμε,
τον ντουνιά τον ψεύτη μια φορά τον ζούμε.
Άααα, το πιατάκι με σαλάτα, ταραμά - ταραμά,
σαλαμάκι, μορταδέλα, παστουρμά / βάι - βάι, καραφάκι ούζο,
βάλε να τα πιούμε τώρα που γλεντούμε,
τον ντουνιά τον ψεύτη μια φορά τον ζούμε.
Άααα, τελευταίο καραφάκι, με ντολμά - με ντολμά,
σουτζουκάκια με αυγά και παστουρμά / βάι - βάι, καραφάκι ούζο
βάλε να τα πιούμε τώρα που γλεντούμε,
τον ντουνιά τον ψεύτη μια φορά τον ζούμε.

Χαρακτηριστική επίσης αναφορά έκανε και ο Μ. Βιολάρης στο εύθυμο τραγούδι του "Τι Λωζάνη τι Κοζάνη", σε στίχους του Γ. Κακουλίδη και σύνθεση Γ. Κριμιζάκη:

«Δυο καφενεία, δυο σινεμά, / παστέλι, ούζο και παστουρμά
πολλά κορίτσια, λίγοι γαμπροί / και το βραδάκι κρύο βαρύ.
Τι Λωζάνη, τι Κοζάνη ……»

Αξιοσημείωτη και θρυλική παλαιότερη αναφορά στο περίφημο ούζο του Τυρνάβου έχουμε στο γνωστό τραγούδι «Στης Λαρίσης το ποτάμι»:

«Φέρτε μου ούζο του Τυρνάβου να καθίσω και να πιω....»

ή ακόμα οι στίχοι που αποτελούν την αποθέωση της κατανάλωσης ούζου και της εξ αυτού ακολουθούμενης κατάστασης:

«Ούζο όταν πιεις / γίνεσαι ευθύς
βασιλιάς δικτάτορας, / Θεός και κοσμοκράτορας.
Σαν το καλοπιείς / βρε θα ευφρανθείς
κι όλα πια στο κόσμο / ρόδινα θε να τα δεις».
(στιχ. Αιμ. Σαββίδη, με τη Χ. Αλεξίου)

Μουσεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ελλάδα λειτουργούν δύο Μουσεία Ούζου και τα δύο στην περιοχή του Πλωμαρίου. Το Μουσείο Ούζου της Ποτοποιίας Βαρβαγιάννη που ιδρύθηκε το 1996 και το Μουσείου Ούζου της Ποτοποιίας Πλωμαρίου Ισιδώρου Αρβανίτου που ιδρύθηκε το 2015 με την ονομασία «Ο Κόσμος του Ούζου».

Εκεί οι επισκέπτες μπορούν να δουν μια πλούσια συλλογή από μουσειακά εκθέματα που καταδεικνύει την εξέλιξη της ποτοποιίας μέσα στον αιώνα καθώς και αντικείμενα που χρησιμοποιούνταν στην απόσταξη αλλά και στην εμφιάλωση.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]