Νικαιο-Βενετική συνθήκη του 1219

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η Αυτοκρατορία περί το έτος 1214 είχε έδρα τη Νίκαια.

Η Νικαiο-Βενετική Συνθήκη του 1219 ήταν ένα εμπορικό και μη επιθετικό σύμφωνο άμυνας, που υπεγράφη μεταξύ της Αυτοκρατορίας στη Νίκαια και της Δημοκρατίας της Βενετίας, με τη μορφή αυτοκρατορικού χρυσόβουλου, που εκδόθηκε από τον Αυτοκράτορα Θεόδωρο Α΄ Λάσκαρη (β. π.1205–1222). Αυτή η συνθήκη παρείχε στους Βενετούς την ελευθερία του εμπορίου και των εισαγωγών χωρίς δασμούς σε ολόκληρη την Αυτοκρατορία, με αντάλλαγμα να μη στηρίξουν τη νεοσύστατης Λατινική Αυτοκρατορία.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης κατά τη διάρκεια της Δ΄ Σταυροφορίας το 1204, οι Βενετοί, οι οποίοι είχαν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην εκτροπή της Σταυροφορίας και την τελική λεηλασία της Ρωμαϊκής πρωτεύουσας, πρωτοστάτησαν μεταξύ των νικητών. Στην επακόλουθη συμφωνία μεταξύ των Σταυροφόρων, την Partitio terrarum imperii Romaniae, οι Βενετοί επρόκειτο να λάβουν τα τρία όγδοα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, συμπεριλαμβανομένων των τριών ογδόων της ίδιας της Κωνσταντινούπολης.[1] Αν και η Βενετία έλαβε το μεγαλύτερο όφελος από τη Σταυροφορία, παραιτήθηκε από την άμεση κυριαρχία επί των εδαφών της Ηπείρου, της Ακαρνανίας, της Αιτωλίας και της Πελοποννήσου, που αρχικά είχαν ανατεθεί στη Δημοκρατία. Αντ' αυτού, η Δημοκρατία της Βενετίας διεκδίκησε τα νησιά του Αιγαίου Πελάγους, κυρίως την Κρήτη, και μία αλυσίδα λιμανιών και παράκτιων οχυρών κατά μήκος των ελληνικών ακτών, με αποτέλεσμα να κυριαρχήσουν στα εμπορικά κέντρα και τις εμπορικές διαδρομές σε όλη την (πρώην) Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Με την υποστήριξη των Βενετών, οι Λατίνοι συνέχισαν την εκστρατεία τους στα Βαλκάνια, για να διεκδικήσουν τον έλεγχό τους στα (πρώην) Ρωμαϊκά εδάφη, αλλά σταμάτησαν στη μάχη της Αδριανούπολης το 1205 από τους Βούλγαρους.[2] Η νεοσυσταθείσα Λατινική Αυτοκρατορία, μαζί με τη Βενετία, υπέγραψαν μία μυστική συνθήκη με τον Γκιγιασεντίν Καϊχοσρόη Α΄, τον Τούρκο σουλτάνο του Ρουμ, για έναν κοινό πόλεμο ενάντια στο επικεφαλής Ρωμαϊκό Ελληνικό διάδοχο κράτος, την Αυτοκρατορία στη Νίκαια. Σε απάντηση, ο Αυτοκράτορας στη Νίκαια Θεόδωρος Α΄ ήρθε σε επαφή με τον βασιλιά Λέοντα Α΄ της Μικρής Αρμενίας (Κιλικίας), ο οποίος είχε επίσης απειληθεί από το σουλτανάτο. Η συμφωνία μεταξύ των δύο βασιλείων συνήφθη με τον γάμο της Φίλιππας της Αρμενίας, ανιψιάς του Λέοντα Α΄, με τον Θεόδωρο Α΄· η Φιλίππα έγινε η δεύτερη σύζυγός του το 1214.[3]

Η συνθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπήρξε μία μακρά εμπορική σχέση μεταξύ των Βενετών και των Ρωμαίων στο παρελθόν, ξεκινώντας με τη Βυζαντινο-Βενετική συνθήκη του 1082. Ωστόσο με τα χαοτικά γεγονότα του 1204, η σχέση μεταξύ των δύο δυνάμεων είχε αλλάξει πολύ. Προκειμένου να μειώσει τη Βενετική στρατιωτική υποστήριξη προς τη Λατινική Αυτοκρατορία, ο κύριος κληρονόμος της Ρωμανίας, ο Θεόδωρος Α΄, υπέγραψε εμπορική συμφωνία με τη Βενετία τον Αύγουστο του 1219, η οποία παρείχε ελευθερία εμπορίου και αφορολόγητες εισαγωγές στους Βενετούς σε όλη την Αυτοκρατορία στη Νίκαια. Εκτός από τα δικαιώματα διαπραγμάτευσης, τού δόγη της Βενετίας Πιέτρο Τζιάνι, τού αναγνωρίστηκε ο τίτλος τού δεσπότη και του «κυρίου του 1/4 και του 1/8, όλης της Αυτοκρατορίας της Ρωμανίας» (dominus quartae partis et dimidiae, totius Imperii Romaniae), ό,τι είχε διεκδικήσει μετά το 1204.[4] Το λατινικό κείμενο της συνθήκης δημοσιεύθηκε στη συλλογή των βενετικών διπλωματικών εγγράφων, που συνέταξαν οι Γκόντλημπ Τάφελ και Γκέοργκ Τόμας για την Αυτοκρατορική Ακαδημία Επιστημών στη Βιέννη.[5]

Η συνθήκη έδωσε στη νεοσυσταθείσα Αυτοκρατορία στη Νίκαια αρκετό χώρο να ανασάνει, για να εδραιώσει και αργότερα να επεκτείνει την επικράτειά της σε βάρος της Λατινικής αυτοκρατορίας, ενώ η Βενετία απέκτησε πρόσβαση σε αγορές που δεν ήταν ανοιχτές πριν, συμπεριλαμβανομένης της αναγνώρισης τής παρουσίας της στην Κωνσταντινούπολη. Ωστόσο η ίδια η συνθήκη υπονομεύθηκε στη συνέχεια από τη δημοσιονομική λιτότητα και τις πολιτικές αυτάρκειας του Θεόδωρου Α΄: απαγόρευσε στους υπηκόους του να αγοράζουν ξένα είδη πολυτελείας και τους προειδοποίησε να είναι ικανοποιημένοι με "τα προϊόντα του Ρωμαϊκού εδάφους και τη χειροτεχνία των Ρωμαϊκών χεριών". Αυτός ο προστατευτισμός προφανώς στρεφόταν εναντίον της Βενετίας, αλλά λίγα πράγματα θα μπορούσε αυτή να κάνει· ήταν δικαίωμα του Αυτοκράτορα να αρνηθεί στους υπηκόους του τις υπερβολικές πολυτέλειες.[6] Αυτή η συνθήκη παρέμεινε σε ισχύ με λίγες επιπλοκές, μέχρι τη Συνθήκη του Νυμφαίου μεταξύ της Αυτοκρατορίας στη Νίκαια και τού αντιπάλου της Βενετίας, τύς Δημοκρατίας τύς Γένοβας το 1261.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1270 ο πάπας Γρηγόριος Ι΄ διέταξε τους Βενετούς να μην ανανεώσουν τη συνθήκη, έως ότου ολοκληρωθεί η Ένωση μεταξύ της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, ακυρώνοντας έτσι μόνιμα τη συνθήκη.[7]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ostrogorsky 1969.
  2. Ostrogorsky 1969.
  3. Ostrogorsky 1969. Ostrogorsky states that it was Leo II that concluded this agreement. This is incorrect as King Leo I was ruling Armenia at this time.
  4. Ostrogorsky 1969.
  5. Tafel & Thomas 1856.
  6. Ostrogorsky 1969.
  7. Ostrogorsky 1969.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ostrogorsky, George (1969). History of the Byzantine State. New Brunswick, New Jersey: Rutgers University Press. ISBN 0-8135-1198-4. 
  • Nicol, Donald M. (1988). Byzantium and Venice: A Study in Diplomatic and Cultural Relations. Cambridge: Cambridge University Press. ISBN 0-521-34157-4. 
  • Tafel, Gottlieb Lukas Friedrich; Thomas, Georg Martin (1856). Urkunden zur älteren Handels- und Staatsgeschichte der Republik Venedig, mit besonderer Beziehung auf Byzanz und die Levante: Vom neunten bis zum Ausgang des fünfzehnten Jahrhunderts. II. Theil (1205–1255). Vienna: Kaiserlich-Königliche Hof- und Staatsdruckerei.