Νηματώδη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Νηματώδη
Χρονικό πλαίσιο απολιθωμάτων:
Εδιακάρια - παρόν
CelegansGoldsteinLabUNC.jpg
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Νηματοειδή Nematoida
Ομοταξία
Συνώνυμα
  • Νημάτωδες/Nematodes, Burmeister, 1837
  • Νημάτες/Nemates, Cobb, 1919
  • Νήματα/Nemata, Cobb, 1919

Τα νηματώδη είναι τύπος σκουληκιών τα οποία αποτελούν το βιολογικό φύλο των Νηματωδών (Nematoda).[1] Πρόκειται για φύλο με εξαιρετικά μεγάλη ποικιλία ως προς τα περιβάλλοντα στα οποία μπορεί να προσαρμοστεί και τους διαφόρους τύπους οι οποίοι υπάρχουν. Αν και έχουν περιγραφεί πάνω από 25.000 είδη της οικογένειας αυτής, η αναγνώριση τους είναι γενικά δύσκολη.[2][3]

Ταξινομική ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1758, ο Σουηδός βοτανολόγος Κάρολος Λινναίος περιέγραψε κάποια από τα είδη των νηματοδών όπως τις ασκαρίδες.

Η ονομασία του φύλου, προήλθε από τον τίτλο Nematoidea (Νηματοειδή) τον οποίο εισήγαγε ο Ελβετός φυσιοδίφης Καρλ Ρουντόλφι (Karl Rudolphi) το 1808,[4] και η οποία ετυμολογικά στηρίζεται στις αρχαίες ελληνικές λέξεις νῆμα και -ειδἠς, υποδηλώνοντας το είδος των λεπτών και επιμηκυμένων αυτών μορφών ζωής. Αναφέρθηκε για πρώτη φορά ως ταξινομική οικογένεια από τον Γερμανό ζωολόγο Χέρμαν Μπουρμάιστερ (Hermann Burmeister) το 1837.[4]Κατά την περίοδο εκείνη, στα νηματοειδή συμπεριλαμβάνονταν τα νηματώδη καθώς και τα νηματόμορφα, βάσει της ταξινόμησης από τον Φίλιπ Φραντς φον Ζίμπολντ (Philipp Franz von Siebold) το 1843. Μαζί με τα ακανθοκέφαλα, τρηματώδη, και τα κεστώδη, αποτελούσαν την ομάδα των εντόζωων η οποία δεν υφίσταται πλέον.[5][6] Κατηγοριοποιήθηκαν επίσης με τα ακανθοκέφαλα στο παρωχημένο φύλο των νημαθελμινθών από τον Καρλ Γκέγκενμπαουρ (Karl Gegenbaur) το 1859. Το 1861, η ομάδα για πρώτη φορά κατατάχθηκε στην ταξονιμκή τάξη των Νηματοειδών,[7] και το 1877 τα Νηματοειδή κατατάχτηκαν για πρώτη φορά ως ταξινομικό φύλο.

Εναλλακτικές ονομασίες για το φύλο αποτελούν και οι Νημάτες (Nemates) ή Νήματα (Nemata).

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα περίπου μισά από τα είδη των νηματωδών είναι παρασιτικά, και ο συνολικός αριθμός των ειδών τους εκτιμάται πως προσεγγίζει το 1 εκατομμύριο.[8] Αντίθετα με τα φύλα των Κνιδόζωων (μεδουσοειδή) και των Πλατυέλμινθων (πλατιά σκουλήκια), τα νηματώδη είναι αμφίπλευρα έχοντας σωληνοειδή πεπτικά συστήματα τα οποία διαθέτουν υποδοχές και στις 2 πλευρές.

Ως τύπος σκουληκιών έχουν προσαρμοστεί επιτυχώς σε σχεδόν οποιοδήποτε οικοσύστημα, από το θαλάσσιο νερό έως το νερό των ποταμών, στο χώμα, από τις πολικές περιοχές έως τις τροπικές, καθώς και σε περιοχές ανεξαρτήτως υψόμετρου, σε βουνά, ερήμους, και ακόμα και σε ωκεάνιες τάφρους, και γενικώς σε κάθε τμήμα της γήινης λιθόσφαιρας. Βρίσκονται παντού στα υγρά και γαιώδη περιβάλλοντα, όπου συχνά υπερέχουν αριθμητικά έναντι των υπολοίπων ζώων τόσο σε αριθμό μελών όσο και σε αριθμό ειδών. Αριθμητικά, αποτελούν το 90% όλων των ζώων του ωκεάνιου πυθμένα.[9] Η αριθμητική αυτή υπεροχή τους, όπου συχνά συμβαίνει να υπερβαίνουν το 1 εκατομμύριο άτομα ανά τετραγωνικό μέτρο, και να αντιστοιχούν στο 80% όλων των ζώων στη Γη, όπως και η προσαρμοστικότητα την οποία επιδεικνύουν στα διάφορα περιβάλλοντα που έχουν παρουσία, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ισορροπία πολλών οικοσυστημάτων.[10] Έχει επίσης ανακαλυφθεί πως μπορούν να διαβιώσουν ακόμα και σε μεγάλα βάθη κάτω από τη Γη (0.9–3.6 χλμ) σύμφωνα με παρατηρήσεις που έγιναν σε χρυσωρυχεία της Νότιας Αφρικής.[11][12][13]

Περιστατικά εντερικής μόλυνσης σε ανθρώπινους πληθυσμούς από παρασιτικά νηματώδη
  άγνωστο
  < 25
  25–50
  50–75
  75–100
  100–120
  120–140
  140–160
  160–180
  180–200
  200–220
  220–240
  > 240

Οι παρασιτικές ποικιλίες τους αποτελούν παθογόνους οργανισμούς στα περισσότερα φυτά και ζώα, ανάμεσα τους και τον άνθρωπο.[14] Μερικά από τα νηματώδη είναι επίσης ικανά για κρυπτοβίωση, όπου διαβιούν εντός άλλων οργανισμών χωρίς να ανιχνεύονται. Ωστόσο διαθέτουν και φυσικούς εχθρούς, όπως η ομάδα των νηματοφάγων μυκητών (nematophagous fungi) οι οποίοι τρέφονται με τα νηματώδη που ζουν στο έδαφος.[15][16]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. https://cid.oxfordjournals.org/content/29/4/734.full.pdf
  2. Hodda, M (2011). «Phylum Nematoda Cobb, 1932. In: Zhang, Z.-Q. (Ed.) Animal biodiversity: An outline of higher-level classification and survey of taxonomic richness». Zootaxa 3148: 63–95. 
  3. Zhang, Z (2013). «Animal biodiversity: An update of classification and diversity in 2013. In: Zhang, Z.-Q. (Ed.) Animal Biodiversity: An Outline of Higher-level Classification and Survey of Taxonomic Richness (Addenda 2013)». Zootaxa 3703 (1): 5–11. doi:10.11646/zootaxa.3703.1.3. 
  4. 4,0 4,1 Chitwood BG (1957). «The English word "Nema" Revised». Systematic Zoology in Nematology Newsletter 4 (45): 1619. doi:10.2307/sysbio/6.4.184. http://plpnemweb.ucdavis.edu/Nemaplex/General/Phylumname.htm. 
  5. Siddiqi MR (2000). Tylenchida: parasites of plants and insects. Wallingford, Oxon, UK: CABI Pub. ISBN 0-85199-202-1. 
  6. Schmidt-Rhaesa, A. (2014). Gastrotricha, Cycloneuralia and Gnathifera: General History and Phylogeny. In: Schmidt-Rhaesa, A. (ed.). Handbook of Zoology (founded by W. Kükenthal); Gastrotricha, Cycloneuralia and Gnathifera; Vol 1, Nematomorpha, Priapulida, Kinorhyncha, Loricifera. de Gruyter: Berlin-Boston.
  7. Chitwood BG (1957). «The English word "Nema" Revised». Systematic Zoology in Nematology Newsletter 4 (45): 1619. doi:10.2307/sysbio/6.4.184. http://plpnemweb.ucdavis.edu/Nemaplex/General/Phylumname.htm. 
  8. Lambshead PJD (1993). «Recent developments in marine benthic biodiversity research». Oceanis 19 (6): 5–24. 
  9. «Exponential decline of deep-sea ecosystem functioning linked to benthic biodiversity loss». Curr. Biol. 18 (1): 1–8. January 2008. doi:10.1016/j.cub.2007.11.056. PMID 18164201. Lay summary – EurekAlert!. 
  10. Platt HM (1994). «foreword». The phylogenetic systematics of freeliving nematodes. London: The Ray Society. ISBN 0-903874-22-9. 
  11. Lemonick MD (2011-06-08). «Could 'worms from Hell' mean there's life in space?». Time. ISSN 0040-781X. http://www.time.com/time/health/article/0,8599,2076281,00.html. Ανακτήθηκε στις 2011-06-08. 
  12. Bhanoo SN (2011-06-01). «Nematode found in mine is first subsurface multicellular organism». The New York Times. ISSN 0362-4331. http://www.nytimes.com/2011/06/07/science/07obworm.html?_r=1&ref=southafrica. Ανακτήθηκε στις 2011-06-13. 
  13. «Gold mine». Nature 474 (7349): 6. June 2011. doi:10.1038/474006b. 
  14. Hsueh YP, Leighton DHW, Sternberg PW. (2014). Nematode Communication. In: Witzany G (ed). Biocommunication of Animals. Springer, 383-407. ISBN 978-94-007-7413-1.
  15. Pramer C (1964). «Nematode-trapping fungi». Science 144 (3617): 382–388. doi:10.1126/science.144.3617.382. PMID 14169325. 
  16. «Phylogeny of nematode-trapping fungi based on 18S rDNA sequences». FEMS Microbiology Letters 158 (2): 179–184. 1998. doi:10.1016/s0378-1097(97)00519-3. PMID 9465391. 

Σχετική βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Στα ελληνικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ξενόγλωσσοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]