Παράσιτο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Γενικά παράσιτο στη Βιολογία χαρακτηρίζεται οργανισμός (ζωικός ή φυτικός) που ζει και αναπτύσσεται μαζί και σε βάρος άλλου οργανισμού, που χαρακτηρίζεται ξενιστής, από τον οποίο και τρέφεται με τις απαραίτητες θρεπτικές ουσίες. Τα παράσιτα που ζουν εξωτερικά του ξενιστή, όπως για παράδειγμα τα τσιμπούρια ονομάζονται έξωπαράσιτα, ενώ εκείνα που ζουν μέσα στο ξενιστή, όπως π.χ. οι ταινίες, ονομάζονται ενδοπαράσιτα. Ανάλογα με το είδος του ξενιστή διακρίνονται σε ζωοπαράσιτα και σε φυτοπαράσιτα.

Τα παράσιτα από βιολογική άποψη διακρίνονται σε μονοξενικά (που παραμένουν σ΄ ένα ξενιστή) και σε πολυξενικά (όταν στη διάρκεια της ζωής τους εναλλάσσουν ξενιστές). Επίσης διακρίνονται και σε προαιρετικά ή υποχρεωτικά τα οποία και επιφέρουν μια σειρά από επιπτώσεις, που μπορεί να είναι η ελάχιστη πρόκληση βλάβης στον ξενιστή που συνεχίζει να ζει και ν΄ αναπαράγεται φυσιολογικά, (μια τέτοια περίπτωση προσαρμογής αποτελούν οι ταινίες), που καταχρηστικά λέγονται αβλαβή, σε αντιδιαστολή εκείνων που μπορεί να επιφέρουν ακόμη και τον θάνατο του ξενιστή (όπως π.χ. το παράσιτο της ελονοσίας), που λέγονται επιβλαβή ή επικίνδυνα. Μεταξύ ξενιστή και παρασίτου μπορεί να υπάρξει συνεξέλιξη.

Τα παράσιτα αν και χαρακτηρίζονται από απλοποιημένες μορφές οργάνων αισθητήρων και κίνησης εντούτοις παρουσιάζουν ανεπτυγμένα όργανα προσήλωσης, π.χ. άγκιστρα, καθώς και όργανα απορρόφησης π.χ. μυζητήρες. Η αναπαραγωγή τους κρίνεται μάλλον υπερεντατική, για παράδειγμα η ασκαρίδα του αλόγου γεννά 60 εκατομμύρια αυγά το χρόνο. Τέλος τα παράσιτα παρουσιάζουν ποικίλη σεξουαλική ζωή όπως υπερτροφικές ωοθήκες, ερμαφροδιτισμό, αρσενικά νάνοι κ.λπ. που συντείνουν στην επικινδυνότητά τους.

  • Η έρευνα και η μελέτη των παρασίτων ανθρώπων, ζώων και φυτών αποτελεί αντικείμενο της Παρασιτολογίας, η δε οποιαδήποτε προκαλούμενη λοίμωξη εξ αυτών ονομάζεται παρασίτωση.

Από μικροβιολογική άποψη (δηλαδή με εξέταση μικροσκοπίου) τα παράσιτα αποτελούν μία από τις 4 μεγάλες ομάδες μικροοργανισμών, και διακρίνονται σε πρωτόζωα και μετάζωα.

Τα πρωτόζωα είναι μονοκύτταροι οργανισμοί που έχουν τη δομή των κυττάρων μεγαλοοργανισμών. Πολλά από αυτά χαρακτηρίζονται από ζωηρή κίνηση που γίνεται με διάφορους τρόπους. Έχουν ποικίλο σχήμα και μέγεθος. Στα πρωτόζωα υπάγονται αρκετά παράσιτα, όπως η αμοιβάδα και το τοξόπλασμα.

Τα μετάζωα είναι πολυκύτταροι οργανισμοί, με σαφή κυτταρική διαφοροποίηση, σχήμα και μέγεθος. Σε αυτά υπάγονται και παράσιτα ιατρικού ενδιαφέροντος, όπως ο εχινόκοκκος και η ασκαρίδα.

Σημείωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αξίζει ν΄ αναφερθεί ότι το μεγαλύτερο μέρος των εξελιγμένων παρασίτων ήταν ουσιαστικά άγνωστα μέχρι την ανακάλυψη του μικροσκοπίου στα μέσα του 17ου αιώνα.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αντωνιάδης Α, Καρτάλη Σ. και συν., Ιατρική Μικροβιολογία, Ιατρικές Εκδόσεις Π.Χ. Πασχαλίδης, 3η έκδοση, (c) 2005, ISBN 960-399-333-6

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα: