Νεώριο Σύρου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Άποψη του Νεωρίου το 2009.

Το Νεώριο Σύρου είναι ναυπηγείο που λειτουργεί από το 1861 στο νησί της Σύρου με μεγάλη ιστορία στον τομέα των κατασκευών και των επισκευών. Είναι η μεγαλύτερη βιομηχανική μονάδα της Ερμούπολης και ένα από τα παλαιότερα μηχανουργεία της Ελλάδας.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δημιουργία και ίδρυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ναυπηγείο δημιουργήθηκε στη θέση του παλαιού λοιμοκαθαρτηρίου, που κατεδαφίστηκε στα 1857-58. Χτίστηκε το 1860, με σχέδια που έγιναν στην Ευρώπη και με την επίβλεψη του Ρ. Sampo. Ιδρύθηκε τον Απρίλιο του 1861 από την πρώτη Ατμοπλοϊκή Εταιρεία που διηύθυνε επί χρόνια ο Ηλίας Κεχαγιάς.

Η πρώτη ξύλινη αναβάθρα για την ανέλκυση των πλοίων κατασκευάστηκε το 1857 από τον Χιώτη ναυπηγό Νικόλαο Παγίδα. Αρχικά, το εργοστάσιο κατασκεύαζε μικρές ατμομηχανές, αντλίες, λέβητες, πιεστήρια, ακόμα και μικρά ραβδωτά κανόνια κατά την Κρητική Επανάσταση του 1866-1869. Ακόμη, περιελάμβανε τμήματα μηχανουργείου, λεβητοποιείου και χυτηρίου.

Τη δεύτερη αναβάθρα κατασκεύασε η γαλλική Compagnie des Forges et Chantiers στα 1883-1885. Το κτίριο της παλαιάς εισόδου χτίστηκε το 1885, όταν έγινε η πρώτη επέκταση της μονάδας. Απλό, με συμμετρική διάταξη και μεγάλο διαμπερές άνοιγμα-πύλη στο ισόγειο, αποκτά μνημειακότητα με το υπερυψωμένο κεντρικό τμήμα, με αετωματική απόληξη.

Το πρώτο μεταλλικό εμπορικό πλοιο στην Ελλάδα ναυπηγήθηκε στο Νεώριο το 1892 και το δεύτερο στα 1903-1904, με σχέδια του Ερμουπολίτη ναυπηγού Αλέξανδρου Κρυστάλλη.

Πτώχευση και αλλαγές στα διοικητικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη μακρόχρονη ιστορία του το ναυπηγείο άλλαξε πολλά χέρια και πέρασε από διαδοχικές φάσεις ακμής και παρακμής. Τα πρώτα χρόνια την τεχνική διεύθυνση είχαν Άγγλοι και Γάλλοι μηχανικοί (D. Smith, D. Thomas, Ed. Eyssartier), ενώ οι σημαντικότεροι Ερμουπολίτες διατέλεσαν μέτοχοι, σύμβουλοι, αλλά και δανειστές ή προμηθευτές της εταιρείας, που πτώχευσε το 1893.

Το 1898 ανέλαβε το εργοστάσιο η εταιρεία «Νεώριον & Μηχανουργεία Σύρου» των Κ. Τσιροπινά, Υιών Ε. Λαδοπούλου, Νικ. και Σταμ. Βαφιαδάκη, Ιωάν. Ζ. και Θεμ. Ι. Πετροκόκκινου.

Τον έλεγχο απέκτησε το 1925 ο Κασσιώτης εφοπλιστής Μηνάς Διακάκης. Το 1926 το ναυπηγείο επισκεύασε δύο αντιτορπιλικά του Πολεμικού Ναυτικού.

Το 1950 ανέλαβε την επιχείρηση ο εφοπλιστής Μηνάς Ρεθύμνης. Το 1955 παραχωρήθηκε στο Νεώριο μια σιδερένια πλωτή δεξαμενή, που είχε αποκτήσει το Ελληνικό Δημόσιο μέσω των γερμανικών επανορθώσεων. Η δεξαμενή εγκαταστάθηκε στην ανατολική πλευρά του λιμανιού της Ερμούπολης.

Το E 8000 Bicini (1973)
Το Neorion Chicago 4x4 (1974)

Διαφοροποίηση στην παραγωγή λόγω Γουλανδρή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1968 οι Ανδριώτες εφοπλιστές αδελφοί Γουλανδρή (Γιάννης, Αλέξανδρος και Λεωνίδας) αγόρασαν την εταιρεία. Στα 1970-73 η επιφάνεια της εγκατάστασης υπερδιπλασιάστηκε και κατέφθασαν στο Νεώριο οι δύο πλωτές δεξαμενές "ΒΙΟΛΑΝΤΩ ΓΟΥΛΑΝΔΡΗ" και "ΕΡΜΟΥΠΟΛΙΣ", που υπάρχουν και σήμερα. Παράλληλα, ανεγείρονται νέα μηχανουργεία με σύγχρονα για την εποχή μηχανήματα, επεκτείνονται οι προβλήτες και αυξάνεται σημαντικά η απασχόληση.

Λόγω της πετρελαϊκής κρίσης του 1973, ο Γιάννης Γουλανδρής ενσωμάτωσε την Ένφιλντ (εταιρεία παραγωγής ηλεκτρικών αυτοκινήτων του Ηνωμένου Βασιλείου στην οποία ήταν επίσης ιδιοκτήτης) στην εταιρεία του Νεωρίου και μετέφερε την γραμμή παραγωγής των αυτοκινήτων (τα οποία σχεδιάζονταν στο Ηνωμένο Βασίλειο από έλληνες και βρετανούς σχεδιαστές) στο νησί της Σύρου, δημιουργώντας έτσι μία νέα εταιρεία με την ονομασία «Ένφιλντ-Νεώριον Ε.Π.Ε.».

Παράλληλα, προσλήφθηκε στη νέα εταιρεία ένας νεαρός Έλληνας σχεδιαστής, ο Γεώργιος Μιχαήλ, ο οποίος την ίδια χρονιά παρουσίασε το μοντέλο E 8000 Bicini, ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο τύπου jeep που λειτουργούσε με μπαταρίες, με μέγιστη τελική τα 65 χλμ/ώρα και αυτονομία 110-130 χλμ. Παρήχθησαν παραπάνω από 100 τέτοια οχήματα, τα οποία όμως δεν μπορούσαν να πουληθούν στην Ελλάδα λόγω γραφειοκρατικών προβλημάτων. Παρ'όλα αυτά το σύνολο της παραγωγής εξάχθηκε στο εξωτερικό (αγοράσθηκαν αρκετά από τα Αγγλικά Ταχυδρομεία).

Το 1974, ο Γιάννης Γουλανδρής είχε την ιδέα υλοποίησης ενός νέου μοντέλου πολυτελούς λιμουζίνας το οποίο θα είχε έντονο χαρακτήρα οχήματος 4x4. Μία ομάδα ελλήνων μηχανικών καθώς και ο Γεώργιος Μιχαήλ δούλεψαν στη Σύρο για 8 μήνες, με αποτέλεσμα να δημιουργήσουν το Neorion Chicago, μία μεγάλη λιμουζίνα με ρετρό αισθητική η οποία είχε στιβαρό σασί από αλουμίνιο κατασκευασμένο στο ναυπηγείο και ατσάλινο σκελετό, V8 κινητήρες, ενώ είχαν ενσωματωθεί και συγκεκριμένες ενισχύσεις για την προστασία των επιβατών. Πρόκειται για το δεύτερο πολυτελές SUV αυτοκίνητο στον κόσμο μετά το Range Rover.

Μία παραγωγική διαδικασία που περιείχε 4 τέτοια οχήματα είχε ξεκινήσει, όταν μία αλλαγή στα ελληνικά νομοσχέδια καταδίκασε τις προοπτικές αγοράς του αυτοκινήτου. Δύο από τα τέσσερα οχήματα πρόλαβαν να ολοκληρωθούν, πριν διακοπεί οριστικά η παραγωγή το 1976. Το ένα από αυτά εκτίθεται σήμερα στο Κέντρο Διάδοσης Επιστημών & Μουσείο Τεχνολογίας της Θεσσαλονίκης.

Εγκατάλειψη από αδελφούς Γουλανδρή και κλείσιμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Toν Σεπτέμβριο του 1976, σε ελάχιστο χρόνο κατά την διάρκεια δεξαμενισμού του φορτηγού πλοίου Almansour, μία από τις δεξαμενές βυθίστηκε αιφνιδίως παίρνοντας κλίση προς την πρύμη, με βύθισμα πλώρης εκείνη τη στιγμή 16 μέτρα και πρύμης 21 μέτρα. Από τους 37 εργαζόμενους δεν έπαθε κανείς κάτι.

Το 1979 οι αδελφοί Γουλανδρή εγκαταλείπουν την επιχείρηση εξαιτίας των συνθηκών που είχαν δημιουργηθεί από την οικονομική κρίση της εποχής. Η εταιρεία περιήλθε στον έλεγχο των τραπεζών και του κράτους, που ανέθεσαν τη διαχείριση του στην αγγλική εταιρεία Appledore.

Το Νεώριο παραμένει υπό τον έλεγχο των τραπεζών έως το 1992, όταν η τότε κυβέρνηση Μητσοτάκη αποφασίζει το κλείσιμο του, στο πλαίσιο των ιδιωτικοποιήσεων.

Επαναλειτουργία υπό νέα διοίκηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το κλείσιμο του επί δύο σχεδόν χρόνια, το Νεώριο αγοράστηκε το 1994 από τη σημερινή «Νεώριoν Νέα Α.Ε.» και άρχισε να λειτουργεί ξανά. Το 1997 η εταιρεία προέβη στην αγορά και των ναυπηγείων της Ελευσίνας.

Τα πρώτα χρόνια (1994-1995), η νέα εταιρεία έδωσε προτεραιότητα στη συντήρηση των εγκαταστάσεων του ναυπηγείου και στη βελτίωση της εικόνας του λόγω της πολύχρονης εγκατάλειψης που είχε προηγηθεί. Συντηρήθηκαν και χρωματίσθηκαν δεξαμενές και γερανοί, αναδείχθηκαν τα κτίρια του Νεωρίου τα οποία αποτελούν σημαντικά μνημεία βιομηχανίας και εγκαταστάθηκε μονάδα αφαλάτωσης για να καλυφθούν οι ανάγκες του ναυπηγείου και να μην υπάρξουν επιπτώσεις στην ομαλή υδροδότηση του νησιού.

Το ναυπηγείο σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ναυπηγείο απασχολεί σε μόνιμη βάση εξειδικευμένους τεχνίτες, τεχνικούς, μηχανικούς, στελέχη και υπαλλήλους, ενώ περιστασιακά προσλαμβάνει έκτακτο προσωπικό ανάλογα με τις ανάγκες της παραγωγής. Λόγω οικονομικών προβλημάτων τα τελευταία χρόνια έχουν μείνει ελάχιστοι υπάλληλοι, οι οποίοι προσπαθούν να "σώσουν" τη βιομηχανία από άλλο ένα κλείσιμο. Υπάρχει ο σκληρός ανταγωνισμός των ναυπηγείων της Τουρκίας και της Μάλτας.[1] Εξυπηρετεί κυρίως ακτοπλοϊκά πλοία με ελληνική σημαία των γραμμών του Αιγαίου για τον ετήσιο τακτικό δεξαμενισμό και συντήρησή τους.

Σήμερα, στο κέντρο της εγκατάστασης υπάρχει ακόμη το αρχικό εργοστάσιο, περικυκλωμένο από νεότερα κτίσματα. Σε μία πτέρυγά του εξακολουθεί να στεγάζεται το παλαιό χυτήριο.

Εγκαταστάσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι χερσαίες εγκαταστάσεις του ναυπηγείου απαρτίζονται από επί μέρους εργοστάσια και εργαστήρια, τμήματα, σταθμούς και μονάδες καθώς και από διευθύνσεις και γραφεία.

Αναλυτικά:

  • Εργοστάσια και εργαστήρια: Σχεδιαστήριο, Ξυλουργείο, Χυτήριο, Καμινευτήριο, Ελαφρύ Μηχανουργείο, Λεβητοποιείο, Βαρύ Μηχανουργείο, Ελαφρύ Ελασματουργείο, Βαρύ Ελασματουργείο, Ηλεκτρολογείο, Χημείο, Εργαλειοδοτήριο, Σωληνουργείο.
  • Τμήματα: Ηλεκτροσυγκολλητών, Φλογοχειριστών, Προμηθειών, Αμμοβολιστών, Υφαλοχρωματιστών, Αρμαδόρων, Προπελάδων, Εφαρμοστών, Χειριστών ανυψωτικών μηχανημάτων.
  • Σταθμοί: Παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (εξοπλισμένος με πέντε γεννήτριες), Αεροσυμπιεστών.
  • Μονάδες: Αφαλάτωσης θαλασσινού νερού (με την μέθοδο της αντίστροφης όσμωσης), Επεξεργασίας χημικών αποβλήτων.
  • Διευθύνσεις και γραφεία: Ηead Office, Γενική τεχνική Διεύθυνση, Διεύθυνση Προσωπικού, Πυρασφάλεια, Οικονομική διεύθυνση, Παραγωγή, Γραφείο μελετών, Λογιστήριο, Κοστολόγηση.

Δεξαμενές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

H μεγαλύτερη πλωτή δεξαμενή "Βιολάντω Γουλανδρή" είναι 75.000 τόνων, έχει ολικό μήκος 230 μέτρα, πλάτος 35 μέτρα και μπορεί να εξυπηρετήσει πλοία με ολικό μήκος έως 245 μέτρα και πλάτος έως 32,4 μέτρα. Φέρει δύο γερανούς των 10 τόνων καθώς και έναν των 10 τόνων. Η διαδικασία άντλησης του έρματος για την βύθιση ή την ανάδυση της διαρκεί 160 λεπτά.

Η μικρότερη πλωτή δεξαμενή "Ερμούπολις" είναι 40.000 τόνων. Έχει ολικό μήκος 195 μέτρα και πλάτος 33,5 μέτρα. Μπορεί να εξυπηρετήσει πλοία ολικού μήκους έως 215 μέτρων και πλάτους έως 32,4 μέτρων. Η διαδικασία άντλησης του έρματος διαρκεί 100 λεπτά και φέρει τρεις γερανούς: 10, 12,5 και 15 τόνων.

Και οι δύο δεξαμενές είναι εφοδιασμένες με υδραυλικούς βραχίονες, ρυθμιζόμενα πλευρικά μπλοκ. Διαθέτουν γλυκό και θαλασσινό νερό, παροχή συμπιεσμένου αέρα, ατμού, υγροποιημένου προπανίου καθώς και τροφοδοτικά συνεχούς και εναλλασσόμενου ρεύματος.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • L.S. Skartsis, Greek Vehicle & Machine Manufacturers 1800 to present: A Pictorial History, Bookstars, Athens 2013. ISBN 978-960-571-009-5