Μπιγκόρ (φυσική περιοχή)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Το κάστρο Μωβεζάν, 11ος αιώνας

Η Μπιγκόρ (γαλλικά: Bigorre, γασκωνικά: Bigòrra) είναι ιστορική και πολιτισμική περιοχή της νοτιοδυτικής Γαλλίας, στον σημερινό νομό Άνω Πυρηναία, στην Οξιτανία. Υπήρξε ιστορικά ανεξάρτητη κομητεία της Γασκώνης και αργότερα  γαλλική επαρχία.

Οι κάτοικοι της περιοχής ονομάζονται Μπιγκουρντάν.[1]

Γεωγραφική θέση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μπιγκόρ τον 18ο αιώνα και οι σημερινοί νομοί και κοινότητες

Η Μπιγκόρ βρίσκεται στην άνω λεκάνη απορροής του ποταμού Αντούρ, στις βόρειες πλαγιές των Πυρηναίων και είναι τμήμα της ευρύτερης περιοχής της Γασκώνης.

Πρόκειται για ορεινή περιοχή που συνορεύει με την Ισπανία και της οποίας το υψηλότερο σημείο βρίσκεται στην κορυφή Βινιεμάλ στα 3.298 μέτρα. Σήμερα η Μπιγκόρ αποτελεί το κεντρικό και δυτικό τμήμα του νομού Άνω Πυρηναία, με δύο μικρούς θύλακες στα γειτονικά Ατλαντικά Πυρηναία.

Πριν από τη Γαλλική Επανάσταση, η επαρχία Μπιγκόρ είχε έκταση 2.574 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Πρωτεύουσα είναι η Ταρμπ. Στη γαλλική απογραφή του 1999, ο πληθυσμός ανέρχονταν σε 177.575 κατοίκους στην επικράτεια της πρώην επαρχίας Μπιγκόρ, με πυκνότητα 69 κατοίκων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο. Οι μεγαλύτερες αστικές περιοχές είναι η Ταρμπ, η Λουρντ και η Μπανιέρ-ντε-Μπιγκόρ.

Στην περιοχή ομιλείται ακόμη η μπιγκουρντάν, μια διάλεκτος της οξιτανικής γλώσσας.

Ρωμαϊκή κατάκτηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εκστρατεία των Ρωμαίων στην Ακουιτανία

Την εποχή της ρωμαϊκής κατάκτησης, η περιοχή κατοικούνταν από μία φυλή της Ακουιτανίας, τους Βιγερρίονες[2] (λατινικά: Bigorri ή Bigerriones), που έδωσαν το όνομά τους στην περιοχή. Οι Βιγερρίονες πιθανόν ομιλούσαν Ακουιτανικά, γλώσσα που σχετίζεται με τη Βασκική. Το οχυρό Βιγκόρρα, υπερασπίζονταν την περιοχή από τους εχθρούς του και χρησίμευσε ως καταφύγιο για τους κατοίκους της υπαίθρου, όταν ο πόλεμος τους ανάγκαζε να εγκαταλείψουν τις κατοικίες τους.[3]

Η Μπιγκόρ κατακτήθηκε από τον Λικίνιο Κράσσο, στρατηγό του Ιούλιου Καίσαρα το 56 π.Χ. και ενσωματώθηκε στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Το 27 μ.Χ., επί Οκταβιανού Αυγούστου, εντάχθηκε στη ρωμαϊκή επαρχία Γαλατική Ακουιτανία (Gallia Aquitania). Τον 4ο αιώνα, η Ακουιτανία χωρίστηκε σε τρεις διοικητικές περιοχές. Η περιοχή που αργότερα ονομάστηκε Μπιγκόρ ήταν τμήμα του νοτιότερου τομέα, της Νοβεμποπουλάνα (Aquitania tertia ή Novempopulana).

Μεσαίωνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης των φέουδων της Γασκώνης, 1150
Η Γαλλία και οι περιοχές της,1477

Κατά τον 5ο αιώνα, όπως και η υπόλοιπη Ακουιτανία, η Μπιγκόρ εντάχθηκε στο Βησιγοτθικό βασίλειο. Μετά τη μάχη του Βουιγιέ (507), όπου οι Φράγκοι υπό τον Κλόβι Α΄ νίκησαν τους Βησιγότθους και τους εξεδίωξαν από την Ακουιτανία προς την Ισπανία και τη Σεπτιμανία, η περιοχή έγινε μέρος του Φραγκικού βασιλείου. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας της Μεροβίγγιας δυναστείας (5ος-8ος αιώνας), η Μπιγκόρ ήταν δήμος (civitas), η πρωτεύουσα του οποίου ήταν το Σιετά. Ο Χιλπέριχος Α΄ την χάρισε σαν γαμήλια δωρεά το 568 στη σύζυγό του Γκαλσβίνθα. Μετά τη δολοφονία της Γκαλσβίνθα τον ίδιο χρόνο, η περιοχή πέρασε στην αδελφή της Μπρουνχίλντα ως μέρος της διαιτησίας που επιβλήθηκε από τον Γκούντραμ της Βουργουνδίας. Με τη Συνθήκη του Αντελό (587) ο Γκούντραμ απέκτησε την κατοχή της περιοχής, η οποία παρέμεινε εξαρτημένη στη Βουργουνδία μέχρι την επανένωση διαφόρων φραγκικών βασιλείων το 613.

Η ιστορία της περιοχής Μπιγκόρ στον 7ο και τον 8ο αιώνα δεν παρέχει αρκετά στοιχεία. Ήταν προφανώς μέρος του βασκικού δουκάτου της Γασκώνης που βρισκόταν συχνά σε αντίθεση με το φραγκικό δουκάτο της Ακουιτανίας. Η κομητεία της Μπιγκόρ σχηματίστηκε από τους δούκες της Γασκωνίας στον 9ο αιώνα και πέρασε στον οίκο της Φουά στις αρχές του 11ου αιώνα. Εξακολουθούσε να είναι ημι-ανεξάρτητη από τη δουκική εξουσία στους επόμενους δύο αιώνες, και συνδέθηκε πρόσκαιρα με την υποκομητεία του Μπεάρν (1080-1097). Ακολούθως οι κόμητες της Μπιγκόρ, είχαν έντονη παρουσία και συμμετοχή στην ανακατάκτηση των μουσουλμανικών εδαφών της Ιβηρικής χερσονήσου από τα χριστιανικά βασίλεια του βορρά, στις Σταυροφορίες και στον πόλεμο εναντίον των Καθαρών και επιβεβαίωσαν έντονα την ανεξαρτησία τους, αν και σε λίγες περιπτώσεις συνειδητά αναγνώρισαν την κυριαρχία ενός άλλου, όπως του Αλφόνσου Β΄ της Αραγωνίας το 1187.

Το 1292 ο βασιλιάς Φίλιππος Δ' της Γαλλίας, παρεμβαίνοντας σε μια διαμάχη για τη διαδοχή της περιοχής, κατέσχεσε τη Μπιγκόρ. Τον επόμενο αιώνα, η περιοχή παραδόθηκε στον Εδουάρδο Γ΄ της Αγγλίας βάσει της Συνθήκης του Μπρετινί (1360), η οποία σήμανε το τέλος της πρώτης φάσης του Εκατονταετούς πολέμου. Η κομητεία της Φουά ανακαταλήφθηκε από τους Γάλλους και τους συμμάχους τους μεταξύ 1370 και 1406 και η Μπιγκόρ παραχωρήθηκε από τον βασιλιά Κάρολο Ζ' της Γαλλίας στον κόμη Ιωάννη Α' της Φουά το 1426. Έτσι, η Μπιγκόρ ενσωματώθηκε για δεύτερη φορά στις κτήσεις του οίκου Φουά-Γκραιγί, που περιλάμβαναν την κομητεία της Φουά, Μπεάρν και Νεμπουζάν.

Γαλλική επαρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έμβλημα της Μπιγκόρ

Αργότερα και μέσω κληρονομικών διαδοχών και επιγαμιών, οι κτήσεις του οίκου Φουά-Μπεάρν πέρασαν στον οίκο του Αλμπρέ και τελικά στο οίκο των Βουρβώνων με τον Ερρίκο Γ' της Ναβάρας.

Ο Ερρίκος Γ' της Ναβάρας έγινε βασιλιάς ως Ερρίκος Δ' της Γαλλίας το 1589 και το 1607 ένωσε με το γαλλικό στέμμα όσα από τα προσωπικά του φέουδα βρίσκονταν υπό γαλλική κυριαρχία (κομητεία της Φουά, Μπιγκόρ, Κατρ-Βαλέ και Νεμπουζάν, αλλά όχι το Μπεάρν και την Κάτω Ναβάρα, που ήταν κυρίαρχες χώρες εκτός του βασιλείου της Γαλλίας) και έτσι η Μπιγκόρ έγινε κτήση του βασιλικού τομέα.

Πριν από τη Γαλλική Επανάσταση, η Μπιγκόρ έγινε μέρος της κυβέρνησης (στρατιωτικής περιοχής) της Γκιγιένης-Γασκώνης, ενώ για γενικά θέματα εξαρτώνταν από την Ως, πρωτεύουσα της Γασκώνης, όπως και η υπόλοιπη Γασκώνη. Όσον αφορά τα δικαστικά θέματα, η Μπιγκόρ εξαρτώνταν από το Κοινοβούλιο της Τουλούζης.

Νομός Άνω Πυρηναίων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πικ ντυ Μιντί ντε Μπιγκόρ, κορυφή στα Πυρηναία με αστρονομικό παρατηρητήριο
Παραδοσιακές ενδυμασίες της περιοχής

Σε αντίθεση με άλλες γαλλικές επαρχίες, η Μπιγκόρ διατήρησε το επαρχιακό κοινοβούλιο, τις Τάξεις, μέχρι την Επανάσταση. Οι επαρχιακές Τάξεις της Μπιγκόρ αποφάσιζαν το επίπεδο φορολογίας και πόσα χρήματα θα δίνονταν στον βασιλιά της Γαλλίας. Το 1789 η περιοχή έστειλε τέσσερις αντιπροσώπους στη Συνέλευση των Τάξεων των Βερσαλλιών. Οι εκπρόσωποι της Μπιγκόρ άσκησαν με μεγάλη επιτυχία στην αποστολή τους επειδή το 1790, κατά τη δημιουργία των γαλλικών νομών, αποφασίστηκε ότι η περιοχή θα γίνει γαλλικός νομός (αντί να ενσωματωθεί στη γειτονική επαρχία Μπεάρν, όπως είχε αρχικά προγραμματιστεί). Ωστόσο, θεωρήθηκε ότι η Μπιγκόρ δεν ήταν αρκετά μεγάλη για να ικανοποιήσει τα κριτήρια ενός νομού, επομένως αποφασίστηκε ότι η επαρχία Κατρ-Βαλέ και ένα κομμάτι της επαρχίας Νεμπουζάν, θα ενωθούν με τη Μπιγκόρ για να δημιουργήσουν το νέο νομό των Άνω Πυρηναίων. Οι Κατρ-Βαλέ και Νεμπουζάν διαμαρτυρήθηκαν έντονα κατά της απόφασης, λέγοντας ότι επιθυμούσαν να ενταχθούν στην επαρχία Κομμάνζ με την οποία είχαν ιστορικούς και οικονομικούς δεσμούς, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Η Ταρμπ, πρωτεύουσα της Μπιγκόρ, έγινε η πρωτεύουσα του νέου νομού.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επίσημη σελίδα του νομού Άνω Πυρηναία (γαλλικά)

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. « Noms des habitants des départements et pays de la France », in Édouard Charton, Le Magasin pittoresque, no 49, Paris, 1881
  2. κεφ 3, σελ. 78. «Απομνημονεύματα περί του Γαλατικού πολέμου /Γαϊου Ιουλίου Καίσαρος, μεταφρασθέντα μεν υπό Γρηγ. Ν. Βερναρδάκη Δ. Φ. εκδοθέντα δε υπό Ν. Δ. Νάκη βιβλιοπώλου». 
  3. Jean-Marie-Joseph Deville, Annales de la Bigorre, Tarbes, Lavigne, 1818