Μπέρναρντ Μοντγκόμερυ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Στρατάρχης Μοντγκόμερυ

Ο Μπέρναρντ Λο Μοντγκόμερυ (αγγλικά: Bernard Law Montgomery, 17 Νοεμβρίου 1887 - 24 Μαρτίου 1976) ήταν Στρατάρχης, Διοικητής των Βρετανικών δυνάμεων στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ήταν άγγλο-ιρλανδικής καταγωγής. Όσοι τον γνώρισαν μιλούσαν για έναν άνθρωπο ματαιόδοξο και αλαζόνα αλλά παράλληλα τίμιο, εγκρατή, ανθρώπινο και επαγγελματία. Ήταν φανατικός αντικαπνιστής, πράγμα που τον έκανε αντιπαθή στον στρατηγό Αϊζενχάουερ, που ήταν το ακριβώς αντίθετο του Μοντγκόμερυ. Ακόμα ο «Μόντυ», όπως αλλιώς αποκαλούσαν τον στρατάρχη Μοντγκόμερυ, έγινε αντιπαθής στον στρατηγό Πάττον, επειδή ο τελευταίος θεωρούσε τους στρατιώτες του το ίδιο αναλώσιμους με τις σφαίρες, ενώ ο Μοντγκόμερυ είχε την εντελώς αντίθετη αντίληψη, πράγμα που τον έκανε αμέσως συμπαθή στους άντρες που διοικούσε.

Τα νεανικά χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μοντγκόμερυ γεννήθηκε στις 17 Νοεμβρίου του 1887, στο Κένσιγκτον του Λονδίνου. Ήταν το τέταρτο από τα εννέα παιδιά του αγγλικανού ιερέα Ερρίκου Μοντγκόμερυ και της Μάουντ Φαράρ, κόρη του ιερωμένου Φρειδερίκου Φαράρ. Το 1889 ο πατέρας του Μοντγκόμερυ έγινε επίσκοπος της νήσου Τασμανίας, που ήταν αποικία της Μεγάλης Βρετανίας τότε, αναγκάζοντας όλη την οικογένεια να μετακομίσει στο απομακρυσμένο νησί. Παρότι οι γονείς του δεν ενδιαφέρθηκαν για τη μόρφωση του, ο ίδιος ο Μπέρναρντ δοκίμασε το 1897 να πάει στο «Σχολείο του Βασιλιά», ένα εκκλησιαστικό εκπαιδευτικό ίδρυμα. Οι σπουδές του σταμάτησαν μετά από ένα χρόνο και ξανάρχισαν το 1901, όταν πήγε στο σχολείο του «Αγίου Παύλου», όπου φοίτησε για τέσσερα χρόνια και αργότερα το 1907 ο Μπέρναρντ αποφάσισε να φοιτήσει στη «Στρατιωτική Ακαδημία Σάντχερστ». Ύστερα από ένα χρόνο αποφοίτησε ως αξιωματικός στη 36η θέση σε σύνολο 170 μαθητών. Τοποθετήθηκε στο 1ο τάγμα στρατιωτών στην Ινδία μέχρι το 1913, όπου αρκετά συχνά έμπλεκε σε καυγάδες και σε οινοποσίες.

Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Μοντγκόμερυ μετατέθηκε ως διοικητής στρατιωτικής μονάδας στη Γαλλία. Στις 23 Αυγούστου του 1914, του ανέθεσαν να καταλάβει το ύψωμα Λε Κατό, που κατείχαν οι Γερμανοί, στα γαλλο - βελγικά σύνορα, χωρίς όμως να καταφέρει να φέρει σε πέρας την αποστολή του. Έχασε πολλούς άνδρες και ο ίδιος τραυματίστηκε πολύ σοβαρά. Πιο βαριά τραυματίστηκε στις 13 Οκτωβρίου στη μάχη του Ιπρ (Ypres), τόσο που συμπεριλήφθηκε στη λίστα των νεκρών αξιωματικών της εβδομάδας που αποστελλόταν από το μέτωπο στο Βρετανικό επιτελείο. Τελικά, ανάρρωσε από το τραύμα του στα μετόπισθεν, παρασημοφορήθηκε για την ανδρεία του με το μετάλλιο Διακεκριμένων Υπηρεσιών και κέρδισε το βαθμό του Λοχαγού. Όταν επέστρεψε στη Γαλλία, διορίστηκε επιτελικός αξιωματικός της 104ης Ταξιαρχίας και με αυτή πήρε μέρος στη μάχη του Σομμ. Με τη λήξη του πολέμου ο Μοντγκόμερυ κέρδισε το βαθμό του αντισυνταγματάρχη και τη συμπάθεια όλων των υφιστάμενων του για την ανδρεία και τη μεγαλοψυχία του.

Το διάστημα του Μεσοπολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μοντγκόμερυ αποφάσισε, μετά τον πόλεμο, να αφοσιωθεί στη καριέρα του και για αυτό αποφάσισε να εμπλουτίσει τις γνώσεις του φοιτώντας στο κολέγιο του Κάμπερλι και, με την αποφοίτηση του, το 1920, δυο εκπλήξεις τον περίμεναν. Ο διορισμός του ως ανώτατου διοικητή της 17ης Μεραρχίας Πεζικού και η δολοφονία του εξαδέλφου του λοχαγού Χιου Μοντγκόμερυ από Ιρλανδούς του IRA. Το 1927 γνώρισε και νυμφεύτηκε μια χήρα του πολέμου, την Ελισάβετ Κάρβερ, σε ηλικία 39 ετών, με την οποία απέκτησε έναν γιο, τον Ντέιβιντ, τον Αύγουστο του 1928. Το 1931 διορίσθηκε ως αποικιακός επιτελικός διοικητής του 1ου τάγματος της Ινδίας, ενώ ύστερα υπηρέτησε στην Ιρλανδία, στη Παλαιστίνη και στην Αίγυπτο. Το 1938 η γυναίκα του Μοντγκόμερυ πέθανε, έχοντας προσβληθεί από μια σπάνια λοίμωξη στο αίμα της, βυθίζοντας στο πένθος τον υποστράτηγο πλέον Μοντγκόμερυ, που για να ξεχαστεί άρχισε να προετοιμάζει το στρατό του για τον πόλεμο με τους Ναζί.

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μεγάλη Βρετανία κήρυξε τον πόλεμο στη Ναζιστική Γερμανία στις 3 Σεπτεμβρίου του 1939. Ο υποστράτηγος Μοντγκόμερυ αποβιβάστηκε με τις δυνάμεις του, στη Γαλλία, στις 30 Σεπτεμβρίου και υπερασπίσθηκε την Λέουβεν του Βελγίου και ήταν υπεύθυνος για την συντονισμένη Συμμαχική υποχώρηση στη Δουνκέρκη ως διοικητής της οπισθοφυλακής στη διάρκεια της εκκένωσης, το 1940. Το 1942, ο Ουίνστων Τσώρτσιλ, διόρισε τον στρατηγό Γκορτ, διοικητή της 8ης στρατιάς της Αφρικής, αλλά ο άτυχος Βρετανός πέθανε σε αεροπορικό δυστύχημα και την θέση του πήρε ο στρατηγός Μοντγκόμερυ. Όταν έφτασε στη βόρειο Αφρική, ο στρατάρχης Αλεξάντερ του έδωσε διαταγή να αναχαιτίσει τον Έρβιν Ρόμμελ. Από τις 31 Αυγούστου έως τις 2 του Σεπτεμβρίου, κατάφερε στη μάχη του Άλαμ Χάλφα, να καθηλώσει τον Ρόμελ ενώ στις 23 Οκτωβρίου τον νίκησε στη μάχη του Ελ Αλαμέιν. Οι απώλειες των Γερμανών ήταν τρομακτικές, 59.000 στρατιώτες νεκροί και 500 άρματα μάχης κατεστραμμένα. Στις 12 Μαΐου 1943, ενώθηκε με τις δυνάμεις των Αμερικανών και να καταλάβει και τη Τυνησία. Στη συνέχεια πήρε μέρος στην απόβαση στη Σικελία, στις 19 Ιουνίου 1943, αλλά πάντοτε ως υφιστάμενος των Αμερικανών στρατηγών, συγκεκριμένα των Τζόρτζ Πάττον και Όμαρ Μπράντλεϊ. Η φήμη που είχε αποκτήσει νικώντας τον Ρόμελ, σε συνδυασμό με τη ματαιοδοξία του, τον οδήγησε συχνά σε συγκρούσεις με τους Αμερικανούς, που τους θεωρούσε κατώτερους του σε φήμη και ικανότητες. Παρόλα αυτά η απόβαση στέφθηκε με επιτυχία, ο ίδιος ο Μοντγκόμερυ εξασφάλισε το νησί της Σικελίας και γι' αυτό κατόπιν προτάθηκε να συμμετάσχει στην απόβαση της Νορμανδίας. Στην αρχή ανατέθηκε στον Μοντγκόμερυ, από το Συμμαχικό επιτελείο, η ανώτατη διοίκηση των χερσαίων δυνάμεων, που έφθαναν τους 1.000.000 άντρες, χωρισμένους σε 45 μεραρχίες, αλλά ύστερα από πολιτική απόφαση του Τσώρτσιλ να ανατεθεί η διοίκηση της επιχείρησης «Όβερλορντ» σε Αμερικανό, αυτή ανατέθηκε στον Αμερικανό στρατηγό Αϊζενχάουερ. Ο Μοντγκόμερυ ανέλαβε την δεύτερη θέση διοίκησης. Ο Μοντγκόμερυ προήχθη, όμως από τη Μεγάλη Βρετανία, σε στρατάρχη, απελευθέρωσε το Παρίσι και αντιμετώπισε με επιτυχία την γερμανική αντεπίθεση στις Άρδεννες τον Δεκέμβριο του 1944, ενώ, ενισχυμένος από αυτή του την επιτυχία, εξαπέλυσε νέα λεκτική επίθεση εναντίον της μαχητικής ικανότητας των Αμερικανών, πράγμα που παραλίγο να του κοστίσει τη θέση του. Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ τότε είπε για τον ιδιόρρυθμο στρατάρχη: «Ατρόμητος στην υποχώρηση, ανίκητος στην προέλαση, ανυπόφορος στη νίκη!». Ο Μοντγκόμερυ απελευθέρωσε την Ολλανδία, τη Δανία, τη Βόρεια Γερμανία και δέχτηκε την παράδοση των γερμανικών δυνάμεων στο Λίνενμπουργκ Χιθ, στις 4 Μαΐου του 1945.

Τα τελευταία χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το τέλος του πολέμου διορίσθηκε διοικητής των βρετανικών δυνάμεων κατοχής στη Γερμανία. Στα τέλη του 1945 ανέλαβε τη θέση του αρχηγού του Αυτοκρατορικού Επιτελείου, τον Ιανουάριο του 1946 έλαβε το τίτλο του υποκόμητος του Αλαμέιν και τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους χρίστηκε Ιππότης της Περικνημίδας. Από το 1951 έως το 1958 ήταν υπαρχηγός του ΝΑΤΟ, κάτω από τις διαταγές του Αϊζενχάουερ. Το 1958 αποστρατεύθηκε και δημοσίευσε τα απομνημονεύματα του εις απάντηση της έκδοσης των απομνημονευμάτων που έκδωσε ο Αϊζενχάουερ. Ο Μοντγκόμερυ πέθανε στις 25 Μαΐου 1976, σε ηλικία 88 ετών.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Lanning L. Michael, ΟΙ 100 ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΙ ΣΤΡΑΤΗΓΟΙ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΕΠΟΧΩΝ, εκδόσεις ΕΝΑΛΙΟΣ, Αθήνα, 2005
  • Στρατιωτική Ιστορία: Σειρά Μεγάλες Μάχες: Ελ Αλαμέιν, Αντίπαλοι Διοικήτες, Β΄ έκδοση, Δημήτρης Γεδεών, Εκδόσεις Περισκόπιο, Σεπτέμβριος 2008


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Bernard Montgomery, 1st Viscount Montgomery of Alamein της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).