Μοναστήρι (θρησκεία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Βασιλικό Μοναστήρι του Σαν Λορέντσο του Εσκοριάλ, Ισπανία, χτισμένο 1563–1584.
Το Μοναστήρι της Παναγία Σουμελά, νότια της Τραπεζούντας στην Ανατολική Τουρκία, χτισμένο το τέταρτο αιώνα (εκτιμάται το 386).

Ένα μοναστήρι ή μονή είναι ένα κτίριο ή σύμπλεγμα κτιρίων που αποτελείται από καταλύματα και χώρους εργασίας μοναχών, που ζούνε είτε κοινόβια είτε μόνοι (ερημήτες). Ένα μοναστήρι γενικά περιλαμβάνει ένα χώρο για προσευχή το οποίο μπορεί να είναι παρεκκλήσιο, εκκλησία ή ναό.

Τα μοναστήρια ποικίλουν στο μέγεθος, αποτελούμενα είτε από μικρά καταλύματα που στεγάζουν ένα μόνο ερημίτη, ή σε περίπτωση κοινοβίου οτιδήποτε από ένα μόνο κτίριο που στεγάζει μόνο έναν ή δυο-τρεις μοναχούς ή μοναχές, μέχρι τεράστια κτηριακά συγκροτήματα που στεγάζουν δεκάδες ή εκατοντάδες μοναχούς ή μοναχές. Συνήθως αυτά περιλαμβάνουν ναό, χώρους όπου κοιμούνται οι μοναχοί, ηγουμενείο, τράπεζα, βιβλιοθήκη, εργαστήρια, μαγειρείο, νοσοκομείο κ.τ.λ.

Διαφορετικές γλώσσες και διαφορετικά δόγματα χρησιμοποιούν μια σειρά όρων για το «μοναστήρι».

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λέξη προέρχεται από το ελληνικό μοναστήριον, από το μονάζειν , το να ζει κάποιος μόνος του[1], από τη ρίζα (αρχικά οι Χριστιανοί μοναχοί ήταν ερημίτες) και –τήριον που σημαίνει μέρος που γίνεται κάτι. Η πρώτη εκτεταμένη χρήση του όρου μοναστήριον είναι από τον Εβραίο φιλόσοφο του 1ου αιώνα μετά Χριστόν Φίλων στο Περί βίου θεωρητικού ή ικέτων.

Στην Αγγλία η λέξη μοναστήρι επίσης χρησιμοποιούνταν για την κατοικία του επισκόπου και του καθεδρικού [[Κλήρος|κλήρου] που ζούσαν μακριά από την κοινότητα των λαϊκών.

Όροι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο μεγαλύτερο μέρος αυτού του λήμματος, ο όρος μοναστήρι χρησιμοποιείται γενικά για κάθε είδους θρησκευτικής κοινότητας. Στο Ρωμαιοκαθολικισμό και σε ένα βαθμό σε κάποιους κλάδους του βουδισμού, υπάρχουν πιο εξειδικευμένοι ορισμοί του όρου και πολλοί παρόμοιοι όροι.

Τα Βουδιστικά μοναστήρια γενικά λέγονται βιχάρα (Πάλι). Σε αυτά μπορούν να μονάζουν και μοναχοί και μοναχές. Ο όρος βιχάρα επίσης μπορεί να αναφέρεται και σε ναό. Στο Θιβετιανό Βουδισμό τα μοναστήρια αναφέρονται συχνά ως γκόμπα. Στην Ταϊλάνδη, Λάος και Καμπότζη το μοναστήρι λέγεται μπατ, ενώ στη Βιρμανία κιαούνγκ.

Στον Ινδουισμό τα μοναστήρια αποκαλούνται κοινώς άσραμ.

Ο Τζαϊνισμός χρησιμοποιεί το Βουδιστικό όρο βιχάρα.

Ένα (δυτικό) Χριστιανικό μοναστήρι μπορεί να λέγεται και αβαείο (υπό την επιστασία Αβά), ή prior (υπό την επιστασία Ηγουμένου (prior)), ή ερημητήριο (hermitage). Μπορεί να είναι κοινότητα μοναχών αντρών ή γυναικών. Μοναστήρι των Καθρουσιανών λέγεται charterhouse. Στον Ανατολικό Χριστιανισμό, μια πολύ μοναστική κοινότητα μπορεί να αναφέρεται σκήτη, και ένα πολύ μεγάλο ή σημαντικό μοναστήρι μπορεί να αναφέρεται με τον όρο λάβρα.

Η κοινόβια ζωή σε ένα Χριστιανικό μοναστήρι ονομάζεται κοινοβιακή, σε αντίθεση με την αναχωρητική ζωή του αναχωρητή ή την ερημητική ζωή του ερημίτη.

Βουδισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Βουδιστικό μοναστήρι Τίκσε στην Λαντάκ, Ινδία.

Τα βουδιστικά μοναστήρια, γνωστά ως βιχάρα, εμφανίστηκαν περίπου το 4ο αιώνα προ Χριστού, από την πρακτική της Βάσα, περίοδος διαλογισμού που διένυαν Βουδιστές μοναχοί και μοναχές κατά την περίοδο των βροχών στη Νότια Ασία. Για να αποφευχθεί η διατάραξη της ανάπτυξης των νέων φυτών ή του αποκλεισμού από τον κακό καιρό, οι Βουδιστές μοναχοί και μοναχές παρακινούνταν να παραμείνουν σε σταθερό τόπο για περίπου τρεις μήνες, αρχίζοντας συνήθως από τα μέσα του Ιουλίου. Εκτός της περιόδου βάσα, οι μοναχοί ζούσαν περιφερόμενοι, από πόλη σε πόλη αναζητώντας καταφύγιο και τροφή. Οι πρώτες αυτές αποχωρίσεις βάσα γίνονταν σε κιόσκια και πάρκα που δωρίζανε πλούσιοι υποστηρικτές. Μετά χρόνια, το έθιμο αυτό της βάσα εξελίχθηκε σε πιο οργανωμένη κοινοβιακή ζωή, όπου μοναχοί ζούσαν όλο το χρόνο σε μοναστήρια.

Κάποια από τα πιο γνωστά Βουδιστικά μοναστήρια είναι τα Ντονγκλίν-Κίνα, Τζεταβάνα-Ινδία, Ναλάντα-Ινδία, και Σαολίν-Νεπάλ.

Μερικά από τα μεγαλύτερα μοναστήρια στον κόσμο είναι Βουδιστικά. Το Μοναστήρι Ντρεπούνγκ στο Θιβέτ φιλοξενούσε περίπου 10.000 μοναχούς πριν την Κινεζική εισβολή[2][3].

Ινδουισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ινδουιστικό μοναστήρι.

Από την περίοδο των Βέδες άνθρωποι που ακολουθούσαν μοναστική ζωή υπήρξαν στην Ινδική χερσόνησο. Σε αυτό που σήμερα αποκαλείται Ινδουισμός, υπήρχαν μοναχοί για μεγάλη περίοδο και μαζί με αυτούς τα μοναστήρια τους τα οποία αποκαλούνται matha. Μεταξύ αυτών είναι τα μοναστήρια chatur-amnaya mathas που ίδρυσε ο Άντι Σάνκαρα και τα οποία αποτέλεσαν κομβικά σημεία υπό την καθοδήγηση των οποίων αναδιοργανώθηκε το αρχαίο τάγμα τον μοναχών Αντβαϊτίν (Advaitin) .

Χριστιανισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με την παράδοση, ο Χριστιανικός μοναχισμός άρχισε στην Αίγυπτο με τον Μέγα Αντώνιο. Αρχικά όλοι οι Χριστιανοί μοναχοί ήταν ερημίτες που σπάνια συναντούσαν άνθρωπο. Αλλά λόγω της δυσκολίας της ερημητικής πολλοί μοναχοί αποτύγχαναν.

Μια μεταβατική μορφή μοναχισμού δημιουργήθηκε αργότερα από τον Αμμούν όπου οι ερημίτες μοναχοί ζούσαν ο ένας στον άλλον τόσο κοντά ώστε να μπορούν να προσφέρουν ο ένας στον άλλον υποστήριξη, καθώς και να μαζεύονται όλοι μαζί τις Κυριακές για την τέλεση από κοινού της λειτουργίας.

Ήταν ο Παχώμιος που ανέπτυξε την ιδέα να ζούνε οι μοναχοί μαζί και να λατρεύουν μαζί κάτω από την ίδια στέγη. Κάποιοι αποδίδουν τον κοινοβιακό τρόπο αυτό στα στρατόπεδα του Ρωμαϊκού στρατού, όπου είχε υπηρετήσει ο Παχώμιος νέος[4]. Σύντομα στην έρημο της Αιγύπτου εμφανίστηκαν μοναστήρια, ειδικά κοντά στην περιοχή της Νιτρίας (Ουάντι αλ Νατρούν), η οποία ονομαζόταν "Αγία Πόλη". Οι εκτιμήσεις είναι ότι περίπου μέχρι και 50.000 μοναχοί ζούσαν σε εκείνη την περιοχή εκείνη την περίοδο.

Ο ερημητισμός δεν εξαφανίστηκε, αλλά περιορίστηκε σε εκείνους τους μοναχούς που είχαν προχωρήσει στην μοναστηριακή ζωή και είχαν ξεπεράσει τα πνευματικά τους ζητήματα ζώντας σε κοινοβιακό μοναστήρι . Κάποιοι πρώτοι σταθμοί του μοναχισμού είναι:

Τα μοναστήρια των Ταγμάτων αυτών, μεταξύ των οποίων οι Κιστερκιανοί, οι Βενεδικτίνοι, οι Ιερωνυμίτες, οι Φραγκισκανοί και πολλοί άλλοι, αποτέλεσαν πνευματικά και οικονομικά κέντρα των κοινοτήτων στις οποίες είχαν ιδρυθεί.

Στον Ορθόδοξο μοναχισμό τα «είδη» των μοναστικών οικημάτων μπορούν να διακριθούν σε κοινόβια, όπου οι μοναχοί ζούνε, προσεύχονται, εργάζονται μαζί και ακολουθούν τις εντολές του Ηγούμενου, σε σκήτες, όπου συνήθως ζει ένας γέροντας και δυο-τρεις νέοι μοναχοί, και όπου η προσευχή και εργασία γίνονται συνήθως κατά μόνας και συναντούνται την Κυριακή όλοι για τη λειτουργία, και τα ερημητήρια, όπου ο αποχωριτής ζει ασκητική ζωή μόνος του.

Ένα από τα μεγαλύτερα μοναστικά κέντρα της Ορθοδοξίας είναι το Άγιο Όρος με 20 μοναστήρια.

Στα τελευταία χρόνια του 18ου αιώνα σημειώθηκε η αρχή της ανάπτυξης του μοναχισμού στα Προτεσταντικά δόγματα. Το 19ο αιώνα αναβίωσε ο μοναχισμός στην Εκκλησία της Αγγλίας, οδηγώντας στην ίδρυση μοναστικών ταγμάτων. Τέλος, υπάρχει μια ανάπτυξη νεό-μοναχισμού, ειδικά μεταξύ των Ευαγγελιστών[7].

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Monastery της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Online Etymology Dictionary
  2. «Tibet in Louisville». Spiritual Travels. Lori. 
  3. Macartney, Jne (March 12, 2008). «Monks under siege in monasteries as protest ends in a hail of gunfire». The Sunday Times. http://www.timesonline.co.uk/tol/news/world/asia/article3528078.ece. 
  4. Dunn, Marilyn. The Emergence of Monasticism: From the Desert Fathers to the Early Middle Ages. Malden, Mass.: Blackwell Publishers, 2000. p29.
  5. Η Μονή του Αγίου Αθανασίου στο Τσιρπάν είναι η πιο παλιά στην Ευρώπη
  6. «Манастирът в с. Златна Ливада – най-старият в Европа» (στα Bulgarian). LiterNet. 30 April 2004. Ανακτήθηκε στις 18 May 2012. 
  7. Bill Tenny-Brittian, Hitchhiker's Guide to Evangelism, page 134 (Chalice Press, 2008). (ISBN 978-0-8272-1454-5)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]