Μεγαρικό ψήφισμα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η αρχαία Μεγαρίδα
Ο αρχαιολογικός χώρος της Ελευσίνας

Ως Μεγαρικό Ψήφισμα είναι γνωστή η απόφαση της Εκκλησίας του δήμου των Αθηναίων (πιθανόν γύρω στο 433/2 π.Χ.) να επιβάλει αυστηρό και καθολικό εμπάργκο στα προϊόντα των Μεγαρέων σε όλη την επικράτεια της Αθηναϊκής Συμμαχίας. Ο οικονομικός αποκλεισμός αποφασίστηκε με την αιτιολογία ότι οι Μεγαρείς υπέθαλπαν φυγάδες της Αθήνας και καλλιεργούσαν ιερά εδάφη στην Ελευσίνα, περιοχή που βρισκόταν στα όρια της αθηναϊκής και μεγαρικής επικράτειας και που ανήκε πάντως στην Αθήνα. Η βασικότερη ένσταση ήταν ότι παρέβησαν την εντολή «την ιεράν οργάδα μη εργάζεσθαι»[1] και δεν τέθηκε ζήτημα αμφισβήτησης εδαφών. Ορισμένοι θεωρούν το μέτρο ως μία από τις σημαντικές αφορμές του Πελοποννησιακού πολέμου, αλλά ο Θουκυδίδης το αντιμετωπίζει από δευτερεύον έως και ασήμαντο. Συχνά το Μεγαρικό ψήφισμα συγχέεται με το επίσης αντιμεγαρικό, ψήφισμα του Χορίνου, το οποίο φαίνεται μεταγενέστερο και αποτελεί πάντως πολεμικό ανακοινωθέν και όχι οικονομικά μέτρα. Τέλος, αναφέρεται από ορισμένους και τρίτο, προγενέστερο, ψήφισμα κατά των Μεγάρων.

Το περιεχόμενο του ψηφίσματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους οι ιστορικοί δυσκολεύονται να καταλήξουν στο πόσα και ποια ακριβώς ψηφίσματα θεσπίστηκαν κατά των Μεγαρέων είναι το γεγονός ότι δεν διασώζεται κανένα αυτούσιο κείμενο σε επιγραφή. Όλες οι πληροφορίες αναφέρονται σε πλάγιο λόγο από αρχαίους συγγραφείς, οι οποίοι μνημονεύουν αποσπάσματα του ή των ψηφισμάτων. Η σύγχυση όμως επιτείνεται και από τη στάση που τηρούν οι ιστορικοί έναντι των γεγονότων. Όσοι δηλαδή θεωρούν ότι για αυτό τον καταστροφικό πόλεμο έφταιγε κυρίως η προσωπικότητα και τα εσωτερικά προβλήματα που αντιμετώπιζε ο Περικλής, τείνουν να θεωρούν στο συγκεκριμένο σημείο τον Θουκυδίδη μεροληπτικό και δίνουν στο ψήφισμα μεγάλη σημασία. Όσοι απεναντίας βλέπουν τον πόλεμο κυρίως σαν λάθος της Σπάρτης ή ως φυσική συνέπεια της σύγκρουσης της εποχής, τείνουν να δίνουν στο ψήφισμα μικρότερη σημασία.

Σύμφωνα με κάποιους ιστορικούς, όπως ο Φράνσις Κόρνφορντ και ο Πίτερ Μπράντ, πριν από το βασικό και κυρίως γνωστό ως Μεγαρικό ψήφισμα, οι Αθηναίοι αυθόρμητα, με τη μορφή ενός μποϊκοτάζ, ήδη απέφευγαν να αγοράζουν μεγαρικά προϊόντα μέσα στην πόλη τους –προϋπήρξε δηλαδή ένα περιορισμένο εμπάργκο. Αυτό το αποδίδουν στο γεγονός ότι οι Αθηναίοι δεν είχαν συγχωρήσει όσα έκαναν οι Μεγαρείς το 446 π.Χ., τότε που για να φύγουν από την Αθηναϊκή Συμμαχία και να επανέλθουν στην Πελοποννησιακή σκότωσαν αιφνιδιαστικά όλους τους Αθηναίους φρουρούς που είχαν τοποθετηθεί στα λιμάνια τους.

Ανεξαρτήτως των ιστορικών εικασιών για το τι προηγήθηκε του Μεγαρικού Ψηφίσματος, όλοι συμφωνούν ότι εκείνο που πυροδότησε τα προβλήματα με τους Μεγαρείς και στη συνεχεία με τη Σπάρτη ήταν το ψήφισμα που ενέκρινε η αθηναϊκή Εκκλησία του δήμου κατά τις παραμονές του Πελοποννησιακού Πολέμου και που όριζε ότι δεν θα κυκλοφορούσαν πια μεγαρικά εμπορεύματα σε κανένα σημείο (αγορά ή λιμάνι) της επικράτειας της Αθηναϊκής Συμμαχίας.


Είναι σημαντικό, ωστόσο, ότι δεν υπάρχει καμία ομοφωνία στη χρονολογία του ψηφίσματος: οι περισσότεροι ιστορικοί το τοποθετούν στο 433, άλλοι στο 432 και κάποιοι επιμένουν ότι μπορεί και να είναι πολύ μεταγενέστερο, πιθανόν επειδή υπήρξαν και άλλα αντιμεγαρικά ψηφίσματα των Αθηναίων με αποτέλεσμα οι αρχαίοι ιστορικοί να τα συγχέουν.


Το ψήφισμα αυτό κλιμάκωνε σε εχθρικό επίπεδο την προϋπάρχουσα ένταση μεταξύ των δύο πόλεων και όριζε αυστηρότατες ποινές για όσους παραβίαζαν το νόμο στις αγορές ή διευκόλυναν παράνομα στους λιμένες το διαμετακομιστικό εμπόριο προϊόντων της Μεγαρίδας. Απέκλειε έτσι ακόμη και λιμάνια πόλεων που ήταν αποικίες των Μεγαρέων, όπως το Βυζάντιο και η Χαλκηδόνα επειδή ανήκαν πια στη Συμμαχία της Δήλου, δηλαδή την Αθηναϊκή.

Το ψήφισμα και το τελεσίγραφο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυτό το ψήφισμα φαίνεται να επικαλέστηκαν οι Λακεδαιμόνιοι μεταξύ των διαφόρων πολεμικών ενεργειών που καταμαρτυρούσαν στους Αθηναίους όταν τους επέδιδαν το τελεσίγραφό τους προ του Πελοποννησιακού Πολέμου. Έθεταν στην Αθήνα συγκεκριμένα ως βασικούς όρους για να αποφευχθεί ο πόλεμος, να αρθεί η πολιορκία της Ποτίδαιας, να αποδοθεί στην Αίγινα η ανεξαρτησία της και να επιτραπεί το διαμετακομιστικό εμπόριο των μεγαρικών προϊόντων στα λιμάνια της Αθηναϊκής Συμμαχίας.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το Θουκυδίδη[2] τέθηκαν τα εξής:

Λακεδαιμόνιοι ...φοιτῶντες παρ' Ἀθηναίους Ποτειδαίας τε ἀπανίστασθαι ἐκέλευον καὶ Αἴγιναν αὐτόνομον ἀφιέναι, καὶ μάλιστά γε πάντων καὶ ἐνδηλότατα προύλεγον τὸ περὶ Μεγαρέων ψήφισμα καθελοῦσι μὴ ἂν γίγνεσθαι πόλεμον, ἐν ᾧ εἴρητο αὐτοὺς μὴ χρῆσθαι τοῖς λιμέσι τοῖς ἐν τῇ Ἀθηναίων ἀρχῇ μηδὲ τῇ Ἀττικῇ ἀγορᾷ. οἱ δὲ Ἀθηναῖοι οὔτε τἆλλα ὑπήκουον οὔτε τὸ ψήφισμα καθῄρουν, ἐπικαλοῦντες ἐπεργασίαν Μεγαρεῦσι τῆς γῆς τῆς ἱερᾶς καὶ τῆς ἀορίστου καὶ ἀνδραπόδων ὑποδοχὴν τῶν ἀφισταμένων.

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο[3] το τελεσίγραφο ανέφερε τα εξής:

Μία σελίδα από την έκδοση του 1470 από τους «Παράλληλους Βίους» του Πλούταρχου στα λατινικά

...χαλεπαίνουσι δὲ τοῖς Κορινθίοις καὶ κατηγοροῦσι τῶν Ἀθηναίων ἐν Λακεδαίμονι προσεγένοντο Μεγαρεῖς, αἰτιώμενοι πάσης μὲν ἀγορᾶς, πάντων δὲ λιμένων, ὧν Ἀθηναῖοι κρατοῦσιν, εἴργεσθαι καὶ ἀπελαύνεσθαι παρὰ τὰ κοινὰ δίκαια καὶ τοὺς γεγενημένους ὅρκους τοῖς Ἕλλησιν: Αἰγινῆται δὲ κακοῦσθαι δοκοῦντες καὶ βίαια πάσχειν ἐποτνιῶντο κρύφα πρὸς τοὺς Λακεδαιμονίους, φανερῶς ἐγκαλεῖν τοῖς Ἀθηναίοις οὐ θαῤῥοῦντες. ἐν δὲ τούτῳ καὶ Ποτίδαια, πόλις ὑπήκοος Ἀθηναίων, ἄποικος δὲ Κορινθίων, ἀποστᾶσα καὶ πολιορκουμένη μᾶλλον ἐπετάχυνε τὸν πόλεμον.

Σύμφωνα με τον Διόδωρο το Σικελιώτη[4] που αναφέρει ότι ο Περικλής έβαλε τη χώρα σε πόλεμο για να αποφύγει τα οικονομικά σκάνδαλα που τον βάρυναν, έγιναν τα εξής:

... ὄντος δὲ ψηφίσματος παρὰ τοῖς Ἀθηναίοις Μεγαρέας εἴργεσθαι τῆς τε ἀγορᾶς καὶ τῶν λιμένων, οἱ Μεγαρεῖς κατέφυγον ἐπὶ τοὺς Σπαρτιάτας. οἱ δὲ Λακεδαιμόνιοι πεισθέντες τοῖς Μεγαρεῦσιν ἀπέστειλαν πρέσβεις ἐκ τοῦ προφανεστάτου ἀπὸ τῆς τοῦ κοινοῦ συνεδρίου γνώμης προστάττοντες τοῖς Ἀθηναίοις ἀνελεῖν τὸ κατὰ τῶν Μεγαρέων ψήφισμα, μὴ πειθομένων δὲ αὐτῶν ἀπειλοῦντες πολεμήσειν αὐτοῖς μετὰ τῶν συμμάχων. συναχθείσης οὖν περὶ τούτων ἐκκλησίας, ὁ Περικλῆς, δεινότητι λόγου πολὺ διαφέρων ἁπάντων τῶν πολιτῶν, ἔπεισε τοὺς Ἀθηναίους μὴ ἀναιρεῖν τὸ ψήφισμα, λέγων ἀρχὴν δουλείας εἶναι τὸ πείθεσθαι

Μετά την παρέμβαση των Λακεδαιμονίων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Αθηναίοι δεν δέχτηκαν κανένα σημείο του τελεσιγράφου και σε ό,τι αφορούσε ειδικά στο Μεγαρικό ψήφισμα, έστειλαν στη Σπάρτη και στα Μέγαρα τον κήρυκα Ανθεμόκριτο[5] για να αναφέρει διεξοδικά τους λόγους για τους οποίους επιβλήθηκε καταρχήν το εμπάργκο, δηλαδή να αναφέρει την υπόθαλψη φυγάδων της Αθήνας και την αγροτική εκμετάλλευση των ιερών γαιών των Ελευσινίων. Η αποστολή κήρυκα και όχι πρεσβευτών δείχνει ότι οι Αθηναίοι είχαν πρόθεση να κάνουν πάντως ανακοινώσεις και όχι διαπραγματεύσεις.

Κατά άλλους ιστορικούς η αποστολή κήρυκα έδειχνε την καλή πρόθεση των Αθηναίων να δώσουν εξηγήσεις ή πάντως να νομιμοποιήσουν και να δικαιολογήσουν το μέτρο, ώστε να πάψει αυτό να παρουσιάζεται ως αυθαιρεσία ή μνησικακία των Αθηναίων εις βάρος ενός μέλους της πελοποννησιακής συμμαχίας.

Τρίτη εκδοχή είναι ότι στάλθηκε κήρυκας επειδή η Αθήνα δεν είχε περιθώριο αποστολής πρέσβη, δηλαδή στάλθηκε ο Ανθεμόκριτος όταν πια ο πόλεμος είχε κηρυχθεί και δεν υπήρχαν περιθώρια διαπραγματεύσεων. Τα χρόνια εκείνα συνηθιζόταν όταν πια ο πόλεμος ήταν κηρυγμένος, η επικοινωνία μεταξύ των πόλεων να γίνεται μόνον με κήρυκες επειδή ανήκαν στον ιερατικό κλάδο και θεωρούνταν απαραβίαστα πρόσωπα –ήταν δηλαδή ανοσιούργημα να τους θίξουν ή να τους συλλάβουν οι εχθροί και αυτή η αρχή ήταν διεθνώς σεβαστή.[6]

Το ψήφισμα του Χορίνου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο κήρυκας Ανθεμόκριτος όμως δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει την αποστολή του και θεωρείται βέβαιο ότι τον σκότωσαν Μεγαρείς. Μετά το έγκλημα σε βάρος του κήρυκά τους, οι Αθηναίοι αποφάσισαν να τον θάψουν τιμητικά στην Ιερά Οδό (ο τάφος του σώζεται στο βόρειο κράσπεδο της Ιεράς Οδού) και να τιμωρήσουν τους Μεγαρείς με ακόμη πιο εχθρικά μέτρα. Τότε φαίνεται πως προτάθηκε ή και ψηφίστηκε το λεγόμενο ψήφισμα του Χορίνου, σύμφωνα με το οποίο θα εκτελούνταν οποιοσδήποτε Μεγαρέας συλλαμβανόταν στην αθηναϊκή επικράτεια. Σύμφωνα με το ίδιο σχέδιο ψηφίσματος -ή εν τέλει ψήφισμα-, οι δέκα στρατηγοί των Αθηναίων στο εξής έπρεπε να δεσμεύονται κάθε χρόνο με τον όρκο ανάληψης των καθηκόντων τους, ότι θα έκαναν οπωσδήποτε και δύο επιδρομές το χρόνο στη Μεγαρίδα απαρεγκλίτως.

Η επικρατέστερη άποψη είναι ότι ένα τόσο πολεμικό ψήφισμα δεν μπορεί να είχε προηγηθεί του Πελοποννησιακού Πολέμου[7] και ότι ψηφίστηκε ή προτάθηκε μετά την έναρξη των εχθροπραξιών.

Άλλη εκδοχή, του Λ. Χολτσάπφελ αναφέρει[8] ότι το ψήφισμα του Χορίνου είναι ανύπαρκτο ή πλαστό. Ο ιστορικός αποδίδει τη φημολογία για την ύπαρξή του στη σύγχυση των μεταγενέστερων ιστορικών. Θεωρεί ότι αυτή η σύγχυση που συσκότισε ή και παραποίησε το αρχικό και ίσως μοναδικό κείμενο ψηφίσματος οφειλόταν στα έργα του Αριστοφάνη (όπως τους Αχαρνείς) και του Πλούταρχου[9] αλλά και στη συγκεχυμένη αντίληψη του κόσμου που ήθελε να ερμηνεύσει με νομοθετικό διάταγμα τις εισβολές των Αθηναίων δύο φορές το χρόνο στη Μεγαρίδα.

Το ιστορικό πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ψήφισμα εναντίον των Μεγαρέων ήταν αυστηρό, αλλά δεν αποτελούσε και κεραυνό εν αιθρία αφού η Αθήνα είχε πάντα κακές σχέσεις με τους δωρικής καταγωγής κατοίκους των Μεγάρων.

Ο βασικότερος λόγος παλιότερα ήταν η διεκδίκηση της Σαλαμίνας: ανήκε στους Αθηναίους, την κατέλαβαν περίπου το 650 π.Χ. οι Μεγαρείς και το θέμα έληξε το 570 π.Χ. με εικοσαετή πόλεμο που κατοχύρωσε το νησί στην Αθήνα. Όμως η αντιπαράθεση δεν τελείωσε, γιατί οι Μεγαρείς ταυτίστηκαν γρήγορα με την Πελοποννησιακή Συμμαχία που είχαν αρχίσει να διαμορφώνουν οι Λακεδαιμόνιοι από τα μέσα του 6ου αιώνα. Οι εχθρικές σχέσεις Αθήνας και Μεγάρων βελτιώθηκαν μόνον για έξι χρόνια, το 459 π.Χ., όταν οι Κορίνθιοι επεκτάθηκαν σε βάρος της Μεγαρίδας και οι Σπαρτιάτες δεν υπερασπίστηκαν τα Μέγαρα, παρότι ήταν κι αυτά μέλος της συμμαχίας τους. Τότε οι Μεγαρείς αποφάσισαν να αποχωρήσουν από την Πελοποννησιακή συμμαχία και να προσχωρήσουν στην Αθηναϊκή.


Τμήμα τείχους του λιμένα στα Αιγόσθενα

Αυτό έγινε δεκτό με μεγάλη χαρά από την Αθήνα, πρώτον γιατί αποκτούσε άλλο ένα οχύρωμα ανάμεσα σε εκείνη και τη Σπάρτη, και δεύτερον γιατί είχε πια πρόσβαση επιτέλους σε λιμάνια του Κορινθιακού Κόλπου. Τώρα οι Αθηναίοι είχαν στη διάθεσή τους τα δύο λιμάνια των Μεγαρέων στον κόλπο των Αλκυονίδων, στον Κορινθιακό, δηλαδή τις Παγές και τα Αιγόσθενα (κοντά στο σημερινό Πόρτο Γερμενό) που άρχισαν και να τα τειχίζουν. Αυτά ήταν εξαιρετικά τόσο για εμπορικούς όσο και για στρατιωτικούς σκοπούς. Δεν απαιτούνταν πια ο περίπλους της Πελοποννήσου για να ενισχύσουν οι Αθηναίοι με το στόλο τους στρατιωτικά τις συμμαχικές τους πόλεις στη δυτική Ελλάδα και επιπλέον ήταν ανοιχτός ο δρόμος του εμπορίου για τη Μεγάλη Ελλάδα και τη Σικελία.


Επίσης σημαντικό ήταν και το μεγαρικό λιμάνι στο Σαρωνικό, η Νίσαια (στη σημερινή Πάχη), την οποία επίσης οι Αθηναίοι άρχισαν να τειχίζουν στο πρότυπο των δικών τους Μακρών Τειχών. Και όχι μόνον το τείχισαν, αλλά έβαλαν και φρουρά.

Στο μεταξύ όμως το μεγαρικό εμπόριο ήδη διερχόταν κρίση και οι πόλεμοι συνεχίζονταν στα εδάφη του με πολλές απώλειες. Η οικονομική κατάσταση των Μεγαρέων επιδεινώθηκε πιθανά και για άλλους λόγους –ο Πειραιάς ήταν ένα ραγδαία ανερχόμενο λιμάνι που υποσκέλιζε όλα τα άλλα, έλκοντας όλη την κίνηση από το Αιγαίο, τον Πόντο και πιθανά την Αίγυπτο. Ο Περικλής είχε επιπλέον πραγματοποιήσει περιοδεία με τον αθηναϊκό στόλο στον Πόντο και την Προποντίδα, περιοχές σημαντικών μεγαρικών αποικιών με στόχο να κάνει επίδειξη δύναμης των Αθηνών και να πάρει με το μέρος της Αθηναϊκής Συμμαχίας όλα αυτά τα λιμάνια –το οποίο και κατάφερε. Αυτά τα γεγονότα, σε συνδυασμό πιθανόν και με άλλα, να έστρεψαν τους Μεγαρείς προς την Πελοποννησιακή Συμμαχία στην οποία παραδοσιακά ανήκαν ως Δωριείς και να πήραν την απόφαση να σκοτώσουν τη φρουρά των Αθηναίων.

Στη συνέχεια οι μεν Αθηναίοι είναι βέβαιο ότι διακατέχονταν από πικρία, οι δε Μεγαρείς ήταν βέβαιο πως δεν έτρεφαν θετικά αισθήματα για την Αθήνα. Από πλευράς τους προκάλεσαν την Αθήνα το 434 π.Χ. όταν έστειλαν 12 πλοία να βοηθήσουν τους Κορίνθιους στην εκστρατεία τους εναντίον της Κέρκυρας.[10] Πιθανόν και αυτό το γεγονός να έπαιξε ρόλο στην απόφαση των Αθηναίων να προβούν σε εκτεταμένο εμπάργκο των μεγαρικών προϊόντων ένα χρόνο αργότερα.

Στόχος του εμπάργκο λογικά ήταν να εκβιαστούν οικονομικά οι Μεγαρείς και να επανέλθουν στην Αθηναϊκή Συμμαχία, αν και υπάρχουν ιστορικοί που αποδίδουν το Μεγαρικό ψήφισμα σε προσωπικές μικρότητες.

Οι Σπαρτιάτες από πλευράς τους δεν μπορούσαν να μείνουν ουδέτεροι και, πιθανόν, το Μεγαρικό ψήφισμα, αν ήταν όντως νωπό, να αποτέλεσε για εκείνους τη σταγόνα που ξεχείλιζε το ποτήρι. Αισθάνονταν ότι είχαν ήδη «χαριστεί» πρόσφατα στην Αθήνα για τη στάση της στη διαμάχη Κορίνθου και Κέρκυρας και έκριναν ότι δεν είχαν περιθώριο να αδιαφορήσουν και για δεύτερο σύμμαχο, τη Μεγαρίδα. Επιπλέον η εκβίαση των Μεγάρων μπορεί να τα ξανάφερνε την αθηναϊκή σφαίρα επιρροής κάτι σημαντικό για όλη την Πελοποννησιακή Συμμαχία και κατεξοχήν την Κόρινθο. Όταν λοιπόν έθεσαν τελεσίγραφο στους Αθηναίους, περιέλαβαν στους όρους και την ανάκληση του ψηφίσματος.

Τα βασικά γεγονότα χρονολογικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χρονολογικά τα γεγονότα που πιθανά επηρέασαν τις σχέσεις Αθηναίων-Μεγαρέων ήταν τα εξής:

  • Δεύτερος ιερός πόλεμος το 448 π.Χ.
  • Επέμβαση Αθηναίων στην Καλλίπολη 447 π.Χ.
  • Επιβολή αθηναϊκού νομίσματος σε όλη τη συμμαχία 447/446 π.Χ.
  • Αποστασία Εύβοιας από Αθηναϊκή Συμμαχία 446 π.Χ.
  • Εκστρατεία Αθηνών για την «επανένταξη» της Εύβροιας 446 π.Χ.
  • Αποστασία Μεγαρέων και εκτέλεση της αθηναϊκής φρουράς 446 π.Χ.
  • Εισβολή Σπαρτιατών Πλειστοάνακτα και Κλεανδρίδα στην Αττική 446 π.Χ.
  • Αποχώρηση Σπαρτιατών χωρίς μάχη 446 π.Χ.
  • Υποταγή Εύβοιας από Αθηναίους 446 π.Χ.
  • Τριακονταετής ειρήνη με Σπάρτη 446/445 π.Χ.
  • Σαμιακός Πόλεμος 440 π.Χ.
  • Περιοδεία Περικλή στον Πόντο 438/436 π.Χ.
  • Αποστολή Μεγαρικών πλοίων εναντίον Κέρκυρας (και Αθήνας) 434 π.Χ.
  • Μεγαρικό Ψήφισμα ;433/432 π.Χ.
  • Εκτέλεση κήρυκα Ανθεμοκρίτου από Μεγαρείς ;432 π.Χ.
  • Κήρυξη Πελοποννησιακού Πολέμου 431 π.Χ.
  • Ψήφισμα Χορίνου ;431 π.Χ.

Η στάση του Περικλή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μαρμάρινη προτομή του Αθηναίου στρατιωτικού και πολιτικού Περικλή, ρωμαϊκό αντίγραφο έργου του Κρεσίλα, Μουσείο του Βατικανού

Ορισμένοι ιστορικοί επιμένουν μεροληπτικά ότι η ανάκληση του ψηφίσματος θα απέτρεπε τον πόλεμο και ότι ο Περικλής τράβηξε το σκοινί για προσωπικούς του λόγους. Ωστόσο, η προφανής αλήθεια είναι ότι ακόμη και αν αληθεύει η προσωπική οργή του Περικλή και αν όντως το ψήφισμα ανακαλούνταν, αυτό δεν θα αρκούσε για αποτροπή του πολέμου: οι Λακεδαιμόνιοι θα παρέμεναν ανικανοποίητοι στους δύο άλλους πολύ ζωτικότερους όρους του τελεσιγράφου τους, δηλαδή την Ποτίδαια και την Αίγινα.

Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, ο Περικλής υποστήριξε το ψήφισμα ακριβώς επειδή το θωρούσε ασήμαντη αφορμή και έκρινε πλέον τον πόλεμο αναπόφευκτο.

Πολλοί ιστορικοί επισημαίνουν ότι ο Θουκυδίδης, τόσο αναλυτικός στα αίτια και τις υπόλοιπες αφορμές του Πελοποννησιακού πολέμου, έδωσε ελάχιστη έκταση στο Mεγαρικό Ψήφισμα. Οι περισσότεροι αποδίδουν αυτή τη στάση του στο γεγονός ότι το ψήφισμα ήταν σχετικά παλιό και οι Λακεδαιμόνιοι απλώς το ανακίνησαν ως ζήτημα για να υποστηρίξουν περισσότερο την επιχειρηματολογία τους εναντίον των Αθηνών. Όσοι όμως θεωρούν ότι ο Θουκυδίδης υπήρξε μεροληπτικός στο συγκεκριμένο θέμα, πιστεύουν ότι το υποβάθμισε συνειδητά για να μετριάσει τις ευθύνες των Αθηναίων και ειδικότερα του Περικλή.

Θουκυδίδης

Ο Φράνσις Κόρνφορντ [11] επιμένει ότι ο Περικλής επιπλέον δεν είχε πολιτικά περιθώρια για υποχωρήσεις, επειδή τον πίεζε ο εμπορικός κόσμος και ειδικότερα οι πολιτικές δυνάμεις του ανερχόμενου Πειραιά, που ξεκαθάριζαν ότι αν δεν έπαιρνε εκείνος κάποια μέτρα για τα Μέγαρα, θα τον υποσκέλιζαν και θα τα έπαιρναν εκείνοι. Παράλληλα οι Αθηναίοι ήξεραν ότι αν υποχωρουσαν στο μεγαρικό ζήτημα, τότε θα αναθαρρούσαν πολλά μέλη της Συμμαχίας των Αθηνών και με την αποσκίρτησή τους αυτή θα διαλυόταν.

Ο ιστορικός Τζέφρι ντε Σαν Κρουά (Geoffrey de Ste. Croix), αν και γενικά αναλύει μαρξιστικά ή πάντως οικονομικά τα γεγονότα της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, ειδικά στο Μεγαρικό ψήφισμα διακρίνει κάποια ειλικρίνεια στα θρησκευτικά κίνητρα των Αθηναίων –κάτι που ελάχιστοι ιστορικοί συμμερίζονται. Αναφέρει ότι η θαλασσοκρατορία των Αθηνών έπληττε άμεσα τα οικονομικά συμφέροντα των Μεγαρέων, επειδή υποβάθμιζε τα λιμάνια τους, και αυτό ευνοούσε τους εμπόρους του Πειραιά, όμως το Μεγαρικό ψήφισμα κατά τη γνώμη του ήταν προϊόν ειλικρινούς θρησκευτικής αγανάκτησης για το ανοσιούργημα των Μεγαρέων να φυτεύουν οπωροκηπευτικά σε ιερή γη. Τονίζει ότι είναι λάθος των σύγχρονων ιστορικών να ερμηνεύουν όλες τις ενέργειες των αρχαίων με τα σημερινά κριτήρια, που είναι κυρίως οικονομοκεντρικά.

Ο Καρλ Γιούλιος Μπέλοχ θεωρεί ότι ο Περικλής σκόπιμα τράβηξε το σκοινί για να προκαλέσει τον Πελοποννησιακό Πόλεμο και να ξεφύγει από τα εσωτερικά προβλήματα που αντιμετώπιζε, δηλαδή την απώλεια πολιτικής επιρροής από άλλες δυνάμεις και οικονομικά και προσωπικά σκάνδαλα σε σχέση με τον Φειδία και την Ασπασία. Επικαλείται για αυτά, τον Διόδωρο το Σικελιώτη[12] και τον Πλουταρχο.[13]

Ο Πλούταρχος που γενικά εμφανίζεται ως θαυμαστής του Περικλή, εντούτοις ειδικά στο θέμα του μεγάλου πολέμου και στο Μεγαρικό ψήφισμα ρίχνει το φταίξιμο κυρίως σε εκείνον.

Άλλοι επικαλούνται επίμονα ότι ο Περικλής ήταν προσωπικά οργισμένος με τα Μέγαρα, επειδή όταν οι Αθηναίοι άρπαξαν ένα κορίτσι των Μεγαρέων, ο Μεγαρείς άρπαξαν δύο φίλες της συντρόφου του Περικλή Ασπασίας, τις οποίες ο Αριστοφάνης[14] χαρακτηρίζει πόρνες.[15]

Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης είναι επίσης κατηγορηματικά εναντίον του Περικλή και αποδίδει τη «μανία του με το ψήφισμα» στο ότι ήθελε να αποφύγει εσωτερικές τριβές και οικονομικά σκάνδαλα. Αναφέρει ότι

"ὁ δὲ Περικλῆς, εἰδὼς τὸν δῆμον ἐν μὲν τοῖς πολεμικοῖς ἔργοις θαυμάζοντα τοὺς ἀγαθοὺς ἄνδρας διὰ τὰς κατεπειγούσας χρείας, κατὰ δὲ τὴν εἰρήνην τοὺς αὐτοὺς συκοφαντοῦντα διὰ τὴν σχολὴν καὶ φθόνον, ἔκρινε συμφέρειν αὑτῷ τὴν πόλιν ἐμβαλεῖν εἰς μέγαν πόλεμον, ὅπως χρείαν ἔχουσα τῆς Περικλέους ἀρετῆς καὶ στρατηγίας μὴ προσδέχηται τὰς κατ´ αὐτοῦ διαβολάς, μηδ´ ἔχῃ σχολὴν καὶ χρόνον ἐξετάζειν ἀκριβῶς τὸν περὶ τῶν χρημάτων λόγον. ὄντος δὲ ψηφίσματος παρὰ τοῖς Ἀθηναίοις Μεγαρέας εἴργεσθαι τῆς τε ἀγορᾶς καὶ τῶν λιμένων...

Δεν μπορεί να γνωρίζει κανένας με σιγουριά ποια ήταν τότε η κοινή γνώμη των Αθηναίων και ποιες δυνάμεις ήθελαν να υποχωρήσει η πόλη τους στις απαιτήσεις της Σπάρτης και πόσες πιέσεις ασκούνταν προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση και από ποιούς. Το μόνο βέβαιο είναι ότι ο Περικλής δεν ήθελε να ενδώσουν οι Αθηναίοι.

Το βασικό επιχείρημα που χρησιμοποίησε στην Εκκλησία του Δήμου σύμφωνα με τον Διόδωρο τον Σικελό ήταν πως η υποχώρηση για το θέμα των Μεγάρων «θα αποτελούσε το πρώτο βήμα για τη σκλαβιά».[16]

Ο Θουκυδίδης είναι πιο εκτενής στα επιχειρήματα που χρησιμοποίησε ο Περικλής και αναφέρει ότι οι Λακεδαιμόνιοι είχαν θέσει τρία ζητήματα μαζί στο τελεσίγραφό τους ως όρους για να μην κηρύξουν τον πόλεμο στην Αθήνα: το θέμα της Ποτίδαιας, την ανεξαρτησία της Αίγινας και το Μεγαρικό Ψήφισμα.

Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, ο Περικλής ξεκαθάρισε ότι θεωρεί τον πόλεμο αναπόφευκτο και μίλησε για τις απαιτήσεις των Λακεδαιμονίων εν γένει, αναφορικά δε με τα Μέγαρα είπε ειδικότερα[17] ότι «αν πολεμήσουμε για το ψήφισμα αυτό μην το θεωρήσετε ασήμαντο (βραχύ), και πείτε αργότερα ότι για ασήμαντα ζητήματα χάθηκαν ζωές, διότι υποχωρώντας στο ασήμαντο θα δώσουμε την εντύπωση ότι φοβόμαστε και τότε θα απαιτηθούν από εμάς ακόμη σημαντικότερα». Είπε επίσης ότι οι Αθηναίοι θα υποχωρούσαν στο ζήτημα των Μεγάρων, μόνον εφόσον και οι Λακεδαιμόνιοι έπαυαν την ξενηλασία, δηλαδή δέχονταν ξένους στη γη τους, εννοώντας με αυτό ότι το Μεγαρικό ψήφισμα ήταν εσωτερική υπόθεση των Αθηναίων και, πιθανόν, ότι τα εμπορεύματά τους ήταν προϊόντα εχθρών. Σύμφωνα με το Θουκυδίδη είπε μάλιστα στους Αθηναίους ότι «πρέπει να επιμείνουν στις αρχές τους, παρότι αντιμετωπίζοντας τον άμεσο κίνδυνο του πολέμου ο άνθρωπος αλλάζει γνώμη και σκέφτεται διαφορετικά»

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ο Πατριάρχης Φώτιος στο «Λεξικόν» του αναφέρει στο λήμα για τον κήρυκα Ανθεμόκριτο: Αθηναίος μεν ην κήρυξ, απεσφάγη δε υπό Μεγαρέων, απαγορεύων αυτοίς την ιεράν οργάδα μη εργάζεσθαι. σελ. 189 στο βιβλίο του Χρίστου Θεοδωρίδη Photii Patriarchae Lexicon Τόμος 1
  2. Ιστορία Α, 139
  3. Βίος Περικλή, εδάφιο 29-31
  4. 12ο βιλίο
  5. Παυσανίας, 1.36: "...κήρυκα ἐλθόντα, ὡς μὴ τοῦ λοιποῦ τὴν χώραν ἐπεργάζοιντο, κτείνουσιν"
  6. Ο José Calvet de Magalhães στο βιβλίο του «The pure concept of diplomacy» (σελίδα 24)
  7. “The outbreak of the Peloponnesian War“ του Donald Kagan
  8. Untersuchungen uber die darstellung der griechischen Geschichte (1879) σελίδες 176 έως 186
  9. Πλούταρχος, Βίος Περικλή 29-31
  10. Θουκυδίδης Ιστορία Α', εδάφιο 24-25
  11. Francis MacDonald Cornford «Thucydides Mythistoricus», σελίδες 25 έως 38
  12. Διόδωρος ο Σικελός, Βιβλίο 12ο, εδάφιο 39
  13. Πλούταρχος, Βίος Περικλή, εδάφια 29-31
  14. κᾆθ᾽ οἱ Μεγαρῆς ὀδύναις πεφυσιγγωμένοι ἀντεξέκλεψαν Ἀσπασίας πόρνα. Kἀντεῦθεν ἀρχὴ τοῦ πολέμου κατεῤῥάγη Ἕλλησι πᾶσιν ἐκ τριῶν λαικαστριῶν. Eντεῦθεν ὀργῇ Περικλέης οὑλύμπιος ἤστραπτ᾽ ἐβρόντα ξυνεκύκα τὴν Ἑλλάδα, ἐτίθει νόμους ὥσπερ σκόλια γεγραμμένους, ὡς χρὴ Μεγαρέας μήτε γῇ μήτ᾽ ἐν ἀγορᾷ μήτ᾽ ἐν θαλάττῃ μήτ᾽ ἐν οὐρανῷ μένειν
  15. Αριστοφάνης, Αχαρνής, στίχοi 500-540
  16. Διόδωρος ο Σικελός, 12ο βιβλίο, εδάφιο 39.4
  17. Θουκυδίδης, ιστοριών Α΄, εδάφιο 139 και 144 ειδικά για τα Μέγαρα