Μάνλιχερ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Mannlicher-Schönauer
M1903tf2.jpg
ΤύποςΤυφέκιον, Αραβίδα
ΠροέλευσηΑυστροουγγαρία
Ιστορία υπηρεσίας
Υπηρεσία1907-1941
ΧρήστεςΕλλάδα, Αυστροουγγαρία
ΠόλεμοιΑ΄,Β΄ Βαλκανικός, Ελληνοτουρκικός (1919-1922), Α΄,Β΄Π.Π.
Ιστορία παραγωγής
ΣχεδιαστήςOtto Schönauer και Ferdinand Mannlicher
Χρονολογία σχεδίασης1903
ΚατασκευαστήςSteyr
Χρονολογία παραγωγής1907
Ποσότητα~350.000
Κόστος μονάδας-
ΕκδόσειςM1903/14, Μ1903/14/27, Μ1903/14/30
Τεχνικά χαρακτηριστικά
Διαμέτρημα6,55 mm
Βάρος3,83 kg
Μήκος1.226 mm
Μήκος κάννης725 mm
Χαρακτηριστικά λειτουργίας
ΛειτουργίαΕπαναληπτικό κινητού ουραίου
Φυσίγγια6.5 mm × 54 Mannlicher-Schönauer
Ταχυβολία15 βολές/λεπτό
Ταχύτητα εξόδου βλήματος678 m/s
Βεληνεκές600μ
Μέγιστο βεληνεκές600μ
ΑναχορηγίαΕσωτερική, περιστροφική αποθήκη πυρομαχικών για συνδετήρα 5 φυσιγγίων
ΚλισιοσκόπιοΚινητός πίνακας κλιμάκωσης 200-2.000 m
Τυφέκιο Μ1903 και φυσιγγιοθήκες του Ε.Σ.
Αραβίδα M1903/14. Διακρίνονται το κινητό ουραίο και το κλισιοσκόπιο.
Mannlicher-Schoenauer 1903 drawing.gif

Το Mannlicher-Schönauer (Μάνλιχερ-Σέναουερ) υπήρξε ένας τύπος επαναληπτικού τυφεκίου, με περιστροφικό γεμιστήρα, που παρήχθη από τη Steyr-Mannlicher για τον Ελληνικό Στρατό και αργότερα χρησιμοποιήθηκε και από τον στρατό της Αυστροουγγαρίας.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα τέλη του 19ου αιώνα τα σχέδια τυφεκίων Μάνλιχερ του Αυστροουγγρικού στρατού χρησιμοποιούσαν την αρχή του κινητού ουραίου «ευθείας έλξης», που βασίζονταν σε παρωχημένα φυσίγγια μεγάλου διαμετρήματος. Γύρω στα 1900 το εργοστάσιο Steyr (προφερόμενο "Στάιερ", εντούτοις συχνά γραφόμενο "Στάγιερ") άρχισε να αναπτύσσει νέα σχέδια, με σύγχρονα πιο αποτελεσματικά πυρομαχικά, κυρίως για εξαγωγές.

Το πλέον επιτυχημένο από αυτά τα πειραματικά τυφέκια ήταν το ελληνικό Mannlicher-Schönauer M1903 των 6,5 mm. Το χαρακτηριστικό κινητό ουραίο ευθείας έλξης καταργήθηκε προς χάριν ενός πιο κλασσικού στρεφόμενου ουραίου, όπως εκείνα των σχεδίων Μάουζερ (Mauser). Αντιγράφοντας τη μέθοδο Mauser, αρκούσε να σηκωθεί και να ξανακατέβει το κινητό ουραίο για να οπλιστεί ο επικρουστήρας. Η αρχή λειτουργίας είχε σχεδιαστεί από τον διάσημο Αυστριακό οπλουργό Φέρντιναντ Μάνλιχερ (Ferdinand Mannlicher), εφευρέτη του γεμιστήρα και δημιουργού πολλών τύπων τυφεκίων που χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες από τους στρατούς πολλών κρατών σε μεγάλους αριθμούς. Η πρωτότυπη, περιστροφική αποθήκη πυρομαχικών σχεδιάστηκε από τον Ότο Σέναουερ (Otto Schönauer), διευθυντή τότε της Österreichische Waffenfabriksgesellschaft (Αυστριακής οπλοβιομηχανίας), της σημερινής Steyr Mannlicher. Το κοίλο κάννης έφερε 4 ραβδώσεις με στροφή από αριστερά προς τα δεξιά, με βάθος 0,15 mm και βήμα (συμπλήρωση στροφής) μήκους 200 mm. H περιστροφική αποθήκη πυρομαχικών προοριζόταν να δώσει λύσεις σε προβλήματα τροφοδοσίας φυσιγγίων στη θαλάμη, που παρουσίαζαν τότε τα φυσίγγια με προεξέχουσα στεφάνη (προεξέχοντα χείλη βάσεως κάλυκα). Το επιτυχημένο σχέδιο Σέναουερ, που χρησιμοποιήθηκε στο ελληνικό τυφέκιο, προσέφερε πράγματι ασφαλέστερη τροφοδοσία, αλλά το φυσίγγιο που επέλεξε ο ελληνικός στρατός δεν διέθετε προεξέχοντα χείλη βάσεως κάλυκα, έτσι που ο περίπλοκος περιστροφικός μηχανισμός δεν προσέφερε ουσιαστικά οφέλη στην προκειμένη περίπτωση.

Ο περιστροφικός μηχανισμός της αποθήκης πυρομαχικών Σέναουερ, που θεωρήθηκε ευπαθής για στρατιωτική χρήση από τις περισσότερες χώρες στις αρχές του αιώνα, δεν παρουσίασε ιδιαίτερα προβλήματα και η απαλή λειτουργία του κομψού και ελαφρού ελληνικού όπλου συμπληρωνόταν από διάφορες καινοτομίες και πρωτοποριακά εξαρτήματα, που του έδιναν κάποιο προβάδισμα σε σχέση με άλλα πιο διαδεδομένα όπλα. Το ελληνικό Μάνλιχερ διέθετε επιπρόσθετα μέτρα ασφάλειας και αξιοπιστίας, προερχόμενα από τις υψηλές απαιτήσεις των αγοραστών της κυνηγετικής έκδοσης, που τότε θεωρούνταν το «όπλο ενός τζέντλεμαν» και τα οποία δεν είχαν προλάβει να συμπεριληφθούν π.χ. στα διάσημα Γερμανικά Mauser, που όπλιζαν τους περισσότερους στρατούς της εποχής. Από αυτή την άποψη η καθυστερημένη αγορά όπλων νέας γενεάς από την Ελλάδα αποδείχθηκε προνομιακή.

Η Ελλάδα θέσπισε τα τυφέκια και τις αραβίδες Μάνλιχερ-Σέναουερ σαν πρωτεύοντα όπλα του στρατού το 1904. Το πρώτο συμβόλαιο για 60.000 τεμάχια με την κατασκευάστρια εταιρία υπογράφηκε στα τέλη του 1905. Το 1907 άρχισαν οι πρώτες παραλαβές, ενώ μέχρι το ξέσπασμα του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, το Φθινόπωρο του 1912 ο ελληνικός στρατός είχε παραλάβει συνολικά 130.000 τυφέκια και αραβίδες, καθώς και 100 εκατομμύρια φυσίγγια, κατασκευασμένα τόσο στην Αυστροουγγαρία, όσο και στην Ελλάδα από το ΕΠΚ. Το Μάνλιχερ αποτέλεσε το βασικό όπλο των Ελλήνων κατά τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-13.

Το 1914, όταν η εισαγωγή όπλων από την Αυστροουγγαρία διεκόπη απότομα, η ουδέτερη Ελλάδα διέθετε στο οπλοστάσιό της 190.069 τυφέκια και αραβίδες Μάνλιχερ-Σέναουερ Μ1903 και Μ1903/14, ενώ το υπόλοιπο της παραγωγής της εμπόλεμης Αυστρίας διοχετεύθηκε στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας. Μέρος εξ αυτών δόθηκε μετά τον πόλεμο στην Ελλάδα από τους συμμάχους. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922, το σύνολο των όπλων που είχε απομείνει σε ελληνικά χέρια έφτανε μόλις τα 96.000 τυφέκια και τις 8.650 αραβίδες, όλα όπλα φθαρμένα, χρήζοντα επισκευής και με παντελή έλλειψη ανταλλακτικών. Η Ιταλία μετά τον πόλεμο είχε παραλάβει ποσότητες πολεμικού υλικού από την Αυστρία ως μέρος των πολεμικών της αποζημιώσεων, ενώ άφθονα εξαρτήματα και υλικά ελληνικών όπλων καθώς και μηχανές παραγωγής πέρασαν στα χέρια της ιταλικής βιομηχανίας Societa Industria Ernesto Breda. Το 1925, με την Αυστρία προσωρινά να αδυνατεί να παραγάγει όπλα λόγω των περιοριστικών όρων της συνθηκολόγησης, η Ελλάδα παρήγγειλε 100.000 νέα τυφέκια στην ιταλική εταιρία, με κάποιες τροποποιήσεις σε σχέση με τα παλαιότερα όπλα και έτσι δημιουργήθηκε το υπόδειγμα Μ1903/14/27, που άρχισε να παραλαμβάνεται το 1927 από τον ελληνικό στρατό. Μια τελευταία παραγγελία έγινε προς την αυστριακή Steyr Werke AG (SWAG) το 1930 για 25.000 αραβίδες Μ1903/14/30, οπότε και ολοκληρώθηκε η παραγωγή του όπλου. Συνολικά η Ελλάδα παρέλαβε περίπου 320.000 όπλα Μάνλιχερ-Σέναουερ όλων των τύπων, εκ των οποίων λιγότερα από 230.000 απέμεναν πλέον στο ελληνικό οπλοστάσιο τις παραμονές του πολέμου με την Ιταλία.

Το Μάνλιχερ αποτέλεσε το κύριο όπλο του ελληνικού στρατού σχεδόν για όλο το πρώτο μισό του 20ου αιώνα και οπωσδήποτε τον βασικότερο σύντροφο του Έλληνα στρατιώτη στις πλέον σημαντικές πολεμικές περιπέτειες που γνώρισε η χώρα στη σύγχρονη ιστορία της. Κατά τις περιόδους 1912-1922 και 1940-1949 η Ελλάδα βρισκόταν σχεδόν ακατάπαυστα σε κατάσταση πολέμου και μετά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο το τουφέκι αυτό χρησιμοποιήθηκε συστηματικά στην εκστρατεία της Ανατολικής Θράκης, την Εκστρατεία της Κριμαίας, τη Μικρασιατική Εκστρατεία, αλλά και εναντίον των Ιταλών και Γερμανών κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά τη συνθηκολόγηση του ελληνικού στρατού δεν ήταν λίγοι οι στρατιώτες που επιστρέφοντας στις ιδιαίτερες πατρίδες τους πήραν μαζί τους τα όπλα τους, οπότε πολλά πέρασαν στα χέρια της Εθνικής Αντίστασης προσφέροντας ανεκτίμητες υπηρεσίες, κυρίως σαν όπλα ακροβολιστών, λόγω της μεγάλης ακρίβειάς τους, ενώ σε πολλές περιπτώσεις Γερμανοί στρατιώτες προσπαθούσαν να τα αγοράσουν από τη μαύρη αγορά ως δεύτερο όπλο και αργότερα χρησιμοποιήθηκαν και από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές στον Ελληνικό Εμφύλιο.

Το 1950 πουλήθηκαν στις ΗΠΑ αποσυρθέντα αποθέματα του ελληνικού στρατού, πολλά Μάνλιχερ μετατράπηκαν σε όπλα κυνηγίου και κάποια κυκλοφορούν ακόμα στη διεθνή αγορά για ιδιωτική χρήση, από συλλέκτες και σκοπευτές. Η χρήση των ελληνικών πυρομαχικών στο κυνήγι σήμερα δεν επιτρέπεται πλέον, αλλά τεράστιες ποσότητες μιας ευρείας ποικιλίας κυνηγετικών εκδόσεων σε άλλα διαμετρήματα συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται σε όλο τον κόσμο.

Το 1903 εμφανίστηκε και μια ιδιωτικής χρήσης κυνηγετική εκδοχή του όπλου, που έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής παγκοσμίως στο κυνήγι μεγάλων θηραμάτων. Η χρήση μιας μακριάς, βαριάς βολίδας μικρού διαμετρήματος εξασφάλιζε τρομερή διατρητική ισχύ στο Μάνλιχερ, που μπορούσε έτσι να εξασφαλίζει φονικά πλήγματα επί ογκωδών ζώων με μεγάλη μυϊκή μάζα και χοντρά κόκαλα, που άλλα, θεωρητικά ισχυρότερα όπλα δεν μπορούσαν να εγγυηθούν. Η δε χαμηλή ανάκρουση του χαμηλής κινητικής ενέργειας φυσιγγίου, καθιστούσε το όπλο ευχάριστο και ξεκούραστο στη χρήση, ενώ έκανε και ευκολότερη την εκτέλεση βολών ακριβείας. Η θρυλική κυνηγετική έκδοση κυκλοφόρησε σε πληθώρα διαμετρημάτων για διάφορα φυσίγγια και διάσημοι κυνηγοί, μεταξύ άλλων ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ, κυριολεκτικά το εξύμνησαν για την αποτελεσματικότητά του.

Βελτιώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ξιφολόγχη M1903
Κινητό ουραίο αραβίδας M1903/14. Διακρίνεται το κομβίο απελευθέρωσης φυσιγγίων του γεμιστήρα.
Κλισιοσκόπιο αραβίδας M1903/14.

Δύο βελτιώσεις ελληνικής σχεδίασης του όπλου προτάθηκαν χωρίς ποτέ να υλοποιηθούν. Το σχέδιο «Φιλιππίδη» άργησε να κατατεθεί στην ιταλική εταιρία Breda, που ανέλαβε την κατασκευή μιας συμπληρωματικής ποσότητας όπλων για τον ελληνικό στρατό το 1925. Η δεύτερη βελτίωση σχεδιάστηκε από τον έφεδρο ανθυπολοχαγό Ρήγα Ρηγόπουλο, μετά την εμπλοκή της Ελλάδας στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Περιλάμβανε ριζικές αλλαγές, με τροποποιημένα ή και επανασχεδιασμένα εξαρτήματα, που αύξαναν δραστικά τις δυνατότητες του όπλου, επιτρέποντας βολή κατά ριπάς. Το νέο σχέδιο εγκρίθηκε από την ελληνική στρατιωτική ηγεσία και τα αντίστοιχα εξαρτήματα επρόκειτο να κατασκευαστούν στο Βόλο, αλλά η γερμανική εισβολή στην Ελλάδα εμπόδισε την υλοποίησή του.[1]

Αραβίδα M1903/14 και ξιφολόγχη Μάνλιχερ
Αραβίδα M1903/14 στο Πολεμικό Μουσείο Θεσσαλονίκης
Τυφέκιον M1903 στο Πολεμικό Μουσείο Θεσσαλονίκης

Άλλα ελληνικά όπλα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ρηγόπουλος, Ρήγας (1973). Μυστικός Πόλεμος. Ελλάδα - Μ. Ανατολή 1940-1945. Αθήνα: Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Ι.Δ. Κολλάρος. σελ. 336. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Χρήστος Ζ. Σαζανίδης, Τα Όπλα των Ελλήνων, Εκδόσεις Μαίανδρος
  • Ian V. Hogg & John Weeks, Military Small Arms of the 20th century, ISBN 0-85368-456-1

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]