Πολυβόλο ΕΠΚ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Πολυβόλο ΕΠΚ
EPK Machine Gun.jpg
Τύπος ΕΠΚ
Προέλευση Ελλάδα
Ιστορία παραγωγής
Χρονολογία σχεδίασης 1939
Κατασκευαστής ΕΠΚ
Ποσότητα 10-15
Τεχνικά χαρακτηριστικά
Διαμέτρημα 7.92 mm
Βάρος 4,15 κιλά
Μήκος 900 mm
Μήκος κάνης 400 mm
Χαρακτηριστικά λειτουργίας
Λειτουργία Αυτόματη,Με πίεση των αερίων
Φυσίγγια ΕΠΚ 7,92mm x 36mm
Ταχυβολία 720 βολές/λεπτό
Βεληνεκές 750 m

Το πολυβόλο της Εταιρίας Ελληνικού Πυριτιδοποιείου Καλυκοποιείου (ΕΕΠΚ ή ΕΠΚ), σημερινής ΠΥΡΚΑΛ, αποτέλεσε ένα πρωτοποριακό για την εποχή του όπλο, που ωστόσο έμεινε άγνωστο, λόγω των συγκυριών που εμπόδισαν την παραγωγή του.

Ιστορικό Πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τα μέσα του 19ου αιώνα και την τυποποίηση των μέτρων και σταθμών μέσα στα πλαίσια της βιομηχανικής επανάστασης, έγινε σαφές πως ο πόλεμος θα άλλαζε ριζικά την παραδοσιακή μορφή του. Αμήχανοι οι στρατιωτικοί πειραματίστηκαν με τις ζωές των υφισταμένων τους προκειμένου να βρουν τον καλύτερο τρόπο για να αξιοποιούν τις νέες τεχνολογικές καινοτομίες που τους προσέφεραν οι βιομηχανίες. Μα οι εφευρέτες βρίσκονταν πάντα ένα βήμα πιο μπροστά και τα συντηρητικά μυαλά ποτέ δεν κατάφερναν να παρακολουθήσουν τις εξελίξεις, κάτι που μοιάζει να συμβαίνει και σήμερα.

Το πρώτο αυτόματο πολυβόλο εμφανίστηκε ήδη στα 1885 και η δημιουργία ενός ανάλογου φορητού όπλου ήταν καθαρά θέμα χρόνου. Τα αρχικά σχέδια απέτυχαν κυρίως λόγω πρακτικών προβλημάτων, αλλά ήδη μέχρι τις αρχές του νέου αιώνα κάποια πρώτα αυτόματα τυφέκια (Madsen, Cei-Rigotti)είχαν εμφανιστεί αν και δεν μπήκαν σε υπηρεσία και πολύ δικαιολογημένα. Η τεχνολογία και η στρατιωτική φιλοσοφία της εποχής οδήγησε κατ’ αρχάς στη δημιουργία του οπλοπολυβόλου, ενώ στη Ρωσία το πρώτο αυτόματο τουφέκι (Fedorov Avtomat) μπήκε κιόλας σε υπηρεσία στα 1915.

Η εμπειρία του πολέμου είχε αποδείξει αβάσιμη την πεποίθηση γύρω από την οποία είχαν αναπτυχθεί όλα τα όπλα της εποχής, που χρησιμοποιούσαν άκαπνη πυρίτιδα σαν προωθητική γόμωση των φυσιγγίων τους και είχαν μέγιστο βεληνεκές άνω των δύο χιλιομέτρων. Τα μακρύκαννα τυφέκια με το βάρβαρο κλώτσημα διέθεταν περιττή ισχύ που πήγαινε χαμένη σε βολές που σπάνια στόχευαν μακρύτερα των 200 μέτρων. Ακόμα και τα πολυβόλα που σύμφωνα με τα νέα δόγματα έπρεπε να παρέχουν πυρά κάλυψης στο πεζικό και για λόγους ομοιογένειας και επιμελητείας ήταν φρόνιμο να χρησιμοποιούν κοινά πυρομαχικά με τα τυφέκια, δε χρειάζονταν βεληνεκές άνω των 800 μέτρων.

Η χρήση φυσιγγίων πιστολιού σε ελαφρά αυτόματα όπλα, δημιούργησε το υποπολυβόλο, που χρησιμοποιείται ευρύτατα μέχρι και σήμερα, άλλα το υπερβολικά μικρό βεληνεκές του και η έλλειψη διατρητικής ισχύος το κατέστησαν απογοητευτικό για στρατιωτική χρήση. Μια χρυσή τομή απαιτούνταν και στη δεκαετία του ’30, φυσίγγια μέσου βεληνεκούς αναζητήθηκαν σε πολλές χώρες και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία, αν και παραδόξως κανένα δεν έφτασε σε επίπεδο παραγωγής.

Η ιστορία έχει καταγράψει τους Γερμανούς ως το πρώτο έθνος που, αφομοιώνοντας τις εμπειρίες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, δημιούργησε στα μέσα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου το πρώτο επιτυχημένο ατομικό οπλοπολυβόλο (StG 44), που ένας ενθουσιασμένος Χίτλερ βάφτισε Sturmgewehr-τουφέκι εφόδου, όρος που παραμένει ακόμα σε πολλές χώρες. Τέλος ακολούθησε το θρυλικό ρωσικό οπλοπολυβόλο Καλάσνικοφ (ΑΚ-47) και σήμερα πλέον τα όπλα αυτού του είδους αποτελούν θεσμό σε κάθε στρατό του κόσμου.

Ανάπτυξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1937, η ΕΕΠΚ πρότεινε στην Ελληνική κυβέρνηση να επεκτείνει τις δραστηριότητες της και στον τομέα της παραγωγής όπλων. Τα ανθηρά οικονομικά της εταιρίας και η επίκαιρη τότε προσπάθεια της Ελλάδας να επανεξοπλιστεί, καθιστούσαν τη στιγμή ιδανική. Αμέσως ξεκίνησε η ανάπτυξη ενός σύγχρονου όπλου Ελληνικής σχεδίασης, που θα ακολουθούσε το πνεύμα της εποχής. Ένας μικρός αριθμός πρωτοτύπων κατασκευάστηκε στα 1939 και παραδόξως μαρτυρούν ένα Ελληνικό τουφέκι εφόδου, τρία χρόνια πριν από το πρώτο αντίστοιχο Γερμανικό σχέδιο.

Κατά πάσα πιθανότητα, τα πυρομαχικά που θα χρησιμοποιούσε το όπλο, αποτελούσαν απλή τροποποίηση του κάλυκα Μάνλιχερ (6,5mm x 54mm) μειωμένου σε μήκος στα 36 mm και προσαρμοσμένου να δέχεται βολίδες Γερμανικού τύπου, των 7,92 mm, διαμέτρημα προς το οποίο ήδη στρεφόταν την εποχή εκείνη ο Ελληνικός Στρατός. Δημιουργήθηκε έτσι το φυσίγγιο ΕΕΠΚ 7,92mm x 36mm, το οποίο έμοιαζε πολύ με το Γερμανικό 7.92x33mm Kurz, που αποτέλεσε το αρχέτυπο φυσιγγίου όλων των όπλων αυτής της κατηγορίας. Η ανάπτυξη των δύο φυσιγγίων υπήρξε παράλληλη, αλλά συνεργασία της ΕΠΚ με τη Γερμανική POLKE που δημιούργησε το 7.92x33mm Kurz δεν είναι γνωστό να υπήρξε, αν και ούτε μπορεί να αποκλειστεί. Πάντως η POLKE ξεκίνησε τις εργασίες της πάνω στο πρόγραμμα αυτό στα 1938, με φιλοσοφία ακριβώς ανάλογη της ΕΠΚ: αρχικά μείωσαν το μήκος κάλυκα του βασικού Γερμανικού φυσιγγίου 7,92 x 57mm Mauser στα 35 mm και κατόπιν στα 30 mm για να καταλήξουν στα 33 mm.

Το όλο πρόγραμμα περιελάμβανε την κατασκευή νέων εγκαταστάσεων και υποδομής για την παραγωγή του όπλου σε μεγάλες ποσότητες, αλλά κατά την είσοδο της Ελλάδας στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στις 28 Οκτωβρίου 1940 οι εγκαταστάσεις αυτές βρισκόταν ακόμα υπό κατασκευή και το όπλο δεν πρόλαβε να μπει ποτέ σε μαζική παραγωγή. Ο πόλεμος και η Κατοχή εμπόδισαν τα σχέδια της εταιρίας και η καταστροφή των εργοστασίων από τους υποχωρούντες Γερμανούς, μαζί με την οικονομική κατάσταση της μεταπολεμικής Ελλάδας κατέστησε αδύνατη την αξιοποίηση του Ελληνικού πολυβόλου, φαινόμενο συνηθισμένο για όπλα Ελληνικής ανάπτυξης μέχρι και σήμερα.

Η αναχορηγία θα πρέπει να γινόταν με αποσπώμενο γεμιστήρα, οριζοντίως από τα αριστερά, προκειμένου να μην εμποδίζει το χειριστή κατά την εκ του πρηνηδόν βολή. Οι άδειοι κάλυκες εξολκύονταν προς τα δεξιά. Διέθετε συμβατικό κλισιοσκόπιο και ανοικτή σκοπευτική ακίδα. Ο μοχλός κλείστρου βρισκόταν στα δεξιά. Πιστολοειδής λαβή σκανδάλης και δεύτερη λαβή στη θέση του απόντος χειροφυλακτήρα σημαίνουν ότι ο χειριστής θα το κρατούσε όπως τα μεσοπολεμικά υποπολυβόλα Τόμσον. Ο αορτήρας τοποθετούνταν στην κάτω πλευρά του όπλου. Με ιδανικό βάρος και διαστάσεις, εμπεριείχε τις προδιαγραφές της επιτυχίας στο σχέδιό του, αν και δε θα μάθουμε ποτέ κατά πόσο επρόκειτο για μία πραγματικά υγιή και χωρίς σοβαρά λειτουργικά ελαττώματα κατασκευή. Ωστόσο, όλα σχεδόν τα πρωτοποριακά σχέδια όπλων χρειάστηκε να περάσουν κάποιες «παιδικές ασθένειες» και να ενηλικιωθούν, διδασκόμενα από την εμπειρία. Ευκαιρία που έχασε το πολυβόλο της ΕΠΚ.

Στην Κατοχή, η ΕΕΠΚ πέρασε στα χέρια των Γερμανών, μαζί με τις εγκαταστάσεις της άθικτες. Υποχωρώντας στα 1944, οι Γερμανοί κατέστρεψαν ό,τι δεν μπορούσαν να πάρουν μαζί τους. Από τα 10 με 15 πρωτότυπα τεμάχια που κατασκευάστηκαν, κανένα δεν είναι γνωστό να σώζεται σήμερα.

Άλλα Ελληνικά Όπλα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Christos Sazanidis, "Ta opla ton Ellinon (Arms of the Greeks)", Maiandros, Thessaloniki (1995)
  • W. Smith - J. Smith, "Small Arms of the World", 10th rev.ed., Stackpole, Harrisburg (1973)