Λιπώδης ιστός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Λιπώδης ιστός (σπαν. αδιπικός ιστός) (Αγγλ. Adipose tissue) ονομάζεται στην ανατομία ο χαλαρός συνδετικός ιστός που αποτελείται από λιποκύτταρα (σπαν. αδιποκύτταρα, αγγλ. adipocytes). H κύρια λειτουργία του είναι η αποθήκευση ενέργειας με τη μορφή λίπους. Δευτερεύοντες ρόλοι είναι η μηχανική προστασία των οστών και των εσωτερικών οργάνων και η θερμομόνωση του σώματος. Σχετικά πρόσφατα ανακαλύφθηκε ότι ο λιπώδης ιστός έχει και σημαντική ενδοκρινή, παρακρινική και αυτοκρινική δραστηριότητα καθώς έχει την ικανότητα να παράγει ορμόνες όπως η λεπτίνη], η ρεζιστίνη κ.α., παράγοντες φλεγμονής όπως ο TNF-α και ιντερλευκίνες.

Ανατομικά Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο λιπώδης ιστός εντοπίζεται κυρίως κάτω από το δέρμα (υποδόρια), αλλά βρίσκεται επίσης να περιβάλλει εσωτερικά όργανα παρέχοντάς τους έτσι προστασία (απέναντι σε πιέσεις, κραδασμούς). Στο δέρμα συσσωρεύεται στην υποδόρια στιβάδα (subcutaneous layer) παρέχοντας μόνωση τόσο απέναντι στη θερμότητα όσο και το ψύχος. Ο λιπώδης ιστός χρησιμεύει επίσης ως αποθήκη θρεπτικών συστατικών. Μικρά αιμοφόρα αγγεία χωρίζουν το λιπώδη ιστό σε λοβούς.

Στα εξαιρετικά παχύσαρκα άτομα, ο περισσεύων λιπώδης ιστός που κρέμεται προς τα κάτω από την κοιλιακή χώρα ονομάζεται pannus ή panniculus. O pannus περιπλέκει την όποια εγχείρηση αυτών τον ατόμων και συχνά παραμένει σαν "ποδιά από δέρμα" (apron of skin) εάν το άτομο χάσει απότομα βάρος (όπως συμβαίνει συχνά σε άτομα που πρέπει να υποβληθούν σε εγχείρηση bypass).

Καφέ Λιπώδης Ιστός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένας ειδικός τύπος λιπώδη ιστού που συναντάται στα βρέφη είναι ο γνωστός ως καφέ λιπώδης ιστός ή καφέ λίπος (brown fat). Εντοπίζεται κυρίως γύρω από το λαιμό και τα μεγάλα αιμοφόρα αγγεία του θώρακα. Ο καφέ λιπώδης ιστός προκαλεί την έκλυση θερμότητας μέσω της συνεχούς λειτουργίας της αναπνευστικής αλυσίδας και άρα και της οξειδωτικής φωσφορυλίωσης μέσα στα μιτοχόνδρια των κυττάρων, που έχει ως τελικό αποτέλεσμα τη διάσπαση των λιπαρών οξέων. Αυτή η διαδικασία θερμογένεσης συχνά αποδεικνύεται ζωτικής σημασίας για την επιβίωση των βρεφών. Η διαδικασία αυτή υπάρχει η σκέψη να εφαρμοστεί και σε ενήλικες προκειμένου να προκληθεί απώλεια βάρους, όμως, προσπάθειες φαρμακολογικής ενεργοποίησης της θερμογένεσης δεν έχουν στεφθεί με επιτυχία μέχρι στιγμής.

Φυσιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης: λίπος (βιολογία)

Λιπαρά οξέα που είναι δεσμευμένα σε λιποπρωτεϊνες απελευθερώνονται με τη δράση του ενζύμου λιποπρωτεϊνική λιπάση (LPL, Lipoprotein lipase) και εισέρχονται στα λιποκύτταρα, όπου εστεροποιούνται με γλυκερίνη προς παραγωγή τριγλυκεριδίων (η γλυκερίνη έχει τρία υδροξύλια, κάθε ένα εκ των οποίων εστεροποιείται με ένα λιπαρό οξύ).

Τα λιποκύτταρα παίζουν ένα σπουδαίο φυσιολογικό ρόλο, ρυθμίζοντας τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων και των λιπαρών οξέων στο αίμα εντός ενός ορισμένου εύρους τιμών και καθορίζοντας την αντίσταση στην ινσουλίνη. Το κοιλιακό λίπος ιδιαίτερα έχει ένα διαφορετικό μεταβολικό προφίλ έχοντας την τάση να προκαλεί αντίσταση στην ινσουλίνη. Έτσι εξηγείται γιατί χρησιμοποιείται (το κοιλιακό λίπος) ως δείκτης ανεκτικότητας στη γλυκόζη και ως ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου εκδήλωσης καρδιαγγειακών παθήσεων (ακόμα και απουσία διαβήτη (diabetes mellitus) και υπέρτασης).

Ενδοκρινική, Παρακρινική και αυτοκρινική λειτουργία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο λιπώδης ιστός δεν είναι μόνο μια απλή αποθήκη ενέργειας με τη μορφή λίπους. Παράγει και εκκρίνει πληθώρα παραγόντων με ποικιλία δράσεων και όχι μόνο μεταβολικών. Η εκκριτική δραστηριότητα του λευκού λιπώδους ιστού (WAT) δεν είναι ίδια σε όλες τις ανατομικές περιοχές του σώματος. Το λίπος π.χ. της περιτοναϊκής κοιλότητος, ως περισσότερο ‘ευαίσθητο’ στα λιπολυτικά ερεθίσματα, έχει σημαντικότερη ευθύνη για την εμφάνιση ινσουλινοαντίστασης, διαβήτη 2 και καρδιο-αγγειακών νόσων. Είναι πολύ πιθανόν, το κεντρικό νευρικό σύστημα να παίρνει και να ακολουθεί τις ‘εντολές΄του λιπώδους ιστού όσον αφορά τη διατροφική αλλά και τη γενικότερή του συμπεριφορά.

- Κυτταροκίνες: TNFα, IL-1β, IL-4, IL-6, IL-8, IL-10, IL-18, macrophage migration inhibitory factor (MIF)

- Παράγοντες ανάλογοι του συμπληρώματος: adiponectin, adipsin, acylation stimulating protein (ASP)

- Παράγοντες μεταβολικών οδών και ενδοκυττάριας μεταφοράς ερεθίσματος: leptin, resistin, omentin, vaspin, apelin, visfatin, adipocyte fatty acid binding protein (aP2), apolipoprotein E (apoE), retinol binding protein 4 (RBP4), παράγωγα της COX μεταβολικής οδού (prostacyclin PGE2 & PGI2), nitric oxide synthase pathway, σύστημα renin-angiotensin, ιστικοί ανατολείς των μεταλλοπρωτεϊνών (TIMPs)

- Αυξητικοί και αγγειογενετικοί παράγοντες: IGF-1, angiopotein factor 1 & 2, FGFs (fibroblast qrowth factors), hepatocyte growth factor (HGF), nerve growth factor (NGF), vascular endothelial cell growth factor (VEGF), transforming growth factor-β (TGFβ), tissue factor 3 (TF-3)

- Μόρια προσκόλησης και συστατικά του συνδετικού ιστού: α2-macroglobulin, vascular cell adhesion molecule-1 (VCAM-1), intercellular adhesion molecule-1 (ICAM-1), κολλαγόνο I, III, IV και VI, fibronectin, matrix metalloproteinase (ΜΜΡ) 1, 7, 9, 10, 11, 14, 15, lysyl oxidase

- Πρωτεϊνες οξείας φάσης: C αντιδρώσα πρωτεϊνη (CRP), serum amyloid A3 (SAA3), plasminogen activator inhibitor-1 (PAI-1), Ηaptoglobin Χυμοκίνες: chemerin, monocyte chemotactic protein-1 (MCP-1), macrophage inhibitory protein-1 alpha (MIP-1α), regulated upon activation, normally T cell expressed and secreted (RANTES)

- Μεμβρανικοί και πυρηνικοί υποδοχείς: Μεμβρανικοί= Ινσουλίνης, γλυκαγόνης, γαστρίνης, αντιπονεκτίνης, αυξητικής ορμόνης και αγγειοτενσίνης ΙΙ. Πυρηνικοί= Θυρεοειδικές ορμόνες, PPARγ, οιστρογόνα, ανδρογόνα, προγεστερόνη, γλυκοκορτικοειδή, βιταμίνη D.

Κοινωνικά και Ιστορικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ιδιαίτερα αναπτυγμένος λιπώδης ιστός λόγω του ότι ήταν συνυφασμένος με υψηλά επίπεδα κατανάλωσης τροφής και χαμηλά επίπεδα άσκησης από το άτομο, θεωρούνταν παλαιότερα ένδειξη πλούτου και προνομίων.

Πρόσφατη πρόοδος της βιοτεχνολογίας επέτρεψε την απομόνωση και καλλιέργεια (harvesting) πολυδύναμων βλαστοκυττάρων (stem cells) από λιπώδη ιστό ενηλίκων. Με αυτό τον τρόπο είναι δυνατή η διέγερση αυτών των αδιαφοροποίητων κυττάρων προς παραγωγή οποιουδήποτε τύπου ιστού από τα κύτταρα του ίδιου του ασθενούς (εναλλακτική μέθοδος ως προς την απομόνωση πολυδύναμων βλαστοκυττάρων από το μυελό των οστών). Η χρήση των πολυδύναμων βλαστοκυττάρων του ίδιου του ασθενούς μειώνει κατά πολύ την πιθανότητα απόρριψης του μοσχεύματος από τον οργανισμό του ασθενούς και επίσης δεν εγείρει θέματα βιοηθικής (όπως στην περίπτωση των εμβρυονικών βλαστοκυττάρων).

Σχετικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]