Λέο φον Κλέντσε

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Λέο φον Κλέντσε
Leo von Klenze 2.jpg
Προσωπογραφία του Λέο φαν Κλέντσε από τον Φραντς Χανφστένγκλ (1856)
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Leo von Klenze (Γερμανικά)
Γέννηση29  Φεβρουαρίου 1784[1][2][3][4][5][6][7][8][9]
Σλάντεν
Θάνατος26  Ιανουαρίου 1864[1][5]
Μόναχο
Τόπος ταφήςπαλαιό νότιο νεκροταφείο του Μονάχου (48°7′35″ s. š., 11°33′50″ v. d.)
ΕθνικότηταΓερμανοί
Χώρα πολιτογράφησηςΓερμανία
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΓερμανικά[10]
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητααρχιτέκτονας
ζωγράφος
συγγραφέας
Αξιοσημείωτο έργοΚαθολικός Καθεδρικός Ναός Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτη
Bavaria
Προπύλαια Μονάχου
Οικογένεια
ΣύζυγοςFelicitas Blangini-Klenze
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΒραβεύσειςΕπίτιμος πολίτης του Μονάχου (1862)
Βασιλικό Χρυσό Μετάλλιο του Βασιλικού Ινστιτούτο Βρετανών Αρχιτεκτόνων (1852)
Τάγμα της Αξίας για τις Τέχνες και Επιστήμες
Βαυαρικό Μαξιμιλιανό Τάγμα για τις Επιστήμες και Τέχνες (1853)
Commons page Σχετικά πολυμέσα

O Λέο φον Κλέντσε (πλήρες όνομα στα γερμανικά: Franz Karl Leopold Klenze, 1784-1864) ήταν Γερμανός νεοκλασικός αρχιτέκτονας, ζωγράφος και συγγραφέας. Μαζί με τον Καρλ Φρίντριχ Σίνκελ θεωρείται ο σημαντικότερος αρχιτέκτονας του Κλασικισμού[11].

Σχεδίασε και κατασκεύασε πολλά νεοκλασικά κτίρια στο Μόναχο, γενικότερα στην Βαυαρία, και στην Αθήνα.

Η ζωή του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λέο φον Κλέντσε γεννήθηκε στις 29 Φεβρουαρίου 1784 στο σημερινό "Boklah", κοντά στο χωριό Schladen am Harz της Κάτω Σαξονίας. Ήταν γιος του Gotthelf Friedrich Klenze, δημοσίου υπαλλήλου στο Schladen και της συζύγου του Gertrud Josefa Theresia, το γένος Meyer και κόρη γιατρού από το Οσναμπρύκ[12]. Η οικογένεια είχε επτά παιδιά. Ο Λέο ήταν το τρίτο παιδί και πρώτος γιος[12]. Η οικογένεια έζησε στο Schladen μέχρι το 1791 και μετά μετακόμισαν στο κτήμα Heißum κοντά στο Liebenburg.

Ο Λέο άρχισε να σπουδάζει αρχιτεκτονική στο Βερολίνο σε ηλικία 16 ετών. Μεταξύ άλλων, μαθήτευσε και στον Aloys Hirt, μέσω του οποίου ήρθε σε επαφή με τον αρχαίο κόσμο, ο οποίος τον επηρέασε αρχιτεκτονικά καθ'όλη τη διάρκεια της ζωής του. Εμβάθυνε τις εντυπώσεις του αυτές στο πρώτο του ταξίδι στην Ιταλία την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1806 και σε πολλά επόμενα[13]. Σπούδασε ξανά στην περίφημη Bauakademie του Βερολίνου για τρία χρόνια και αποφοίτησε με τον τίτλο του Kondukteur (ένα είδος επόπτη αρχιτεκτονικών έργων).

Από μικρός, ο Λέο έδινε μεγάλη έμφαση στην ανάπτυξη και τη διατήρηση σχέσεων. Στη Γένοβα, για παράδειγμα, γνώρισε τον Constantin La Flèche-Keudelstein, ο οποίος έγινε τελετάρχης του Βασιλιά της Βεστφαλίας Ιερώνυμου Βοναπάρτη και του έδωσε μια θέση που υπερέβαινε την εκπαίδευσή του. Την 1η Φεβρουαρίου 1808 ο Λέο φον Κλέτσε έγινε Αρχιτέκτων της Αυλής του βασιλιά Ιερώνυμου Βοναπάρτη στο Κάσελ. Εκεί πραγματοποίησε τα πρώτα του έργα και γνώρισε την μελλοντική του σύζυγο Felicitas Blangini, η οποία εργαζόταν ως τραγουδίστρια στο θέατρο της πόλης. Παντρεύτηκαν στις 28 Αυγούστου 1813.

Μετά την πτώση του Ναπολέοντα, το ζευγάρι κατέφυγε στο Μόναχο μαζί με τον Felix Blangini (αδελφό της Felicitas) στα τέλη Οκτωβρίου 1813. Εκεί ο Felix Blangini κατάφερε να απευθυνθεί στον βασιλιά Μαξιμιλιανός Α΄, καθώς κατείχε τη θέση του βαυαρικού μαέστρου από το 1805. Εκτός αυτού, η αδερφή του Therese Blangini ήταν τραγουδίστρια στα Βαυαρικά ανάκτορα και προσωπική δασκάλα τραγουδιού της Καρολίνας του Μπάντεν, Βασίλισσας της Βαυαρίας από το 1806.

Μετά από μια πρώτη επαγγελματικά ανεπιτυχή επαφή με τον πρίγκιπα Λουδοβίκο, ο Λέο φον Κλέντσε μετακόμισε με τη σύζυγό του στο Παρίσι, όπου γεννήθηκε ο πρώτος γιος τους Ιππόλυτος (Hippolyt) στις 21 Ιουλίου 1814. Όταν, μετά από δύο ακόμη συναντήσεις με τον Βαυαρό βασιλιά, τελικά προσελήφθη ως αρχιτέκτονάς του το 1815, η οικογένεια μετακόμισε οριστικά στο Μόναχο[14]. Εκεί έκτισε επί δεκαετίες πολλά κτίρια που εξακολουθούν να διαμορφώνουν το αστικό τοπίο της πόλης μέχρι και σήμερα.

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τον γάμο του με την Felicitas Blangini (1790–1844) απέκτησε δύο γιους και τρεις κόρες:

  • Hippolyt (21 Ιουλίου 1814 - 6 Μαρτίου 1880)
  • Karoline (1817–1829)
  • Eugen Lothar (1819–1822)
  • Sophie Maria Leongilde Olympia (28 Φεβρουαρίου 1821 - 25 Δεκεμβρίου 1849)
  • Ludwig Heliodor (1825–1851)
  • Athenaide Walburga Maria (1828–1924)

Θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πέθανε το 1864 και ετάφη στο Νεκροταφείο Alter Südlicher Friedhof του Μονάχου. Στον ίδιο τάφο ετάφη και η γυναίκα του, παιδιά και άλλοι απόγονοι.

Καθώς η προτομή φέρει την χρονολογία 1865, φαίνεται ότι τότε ανεγέρθηκε και η αναμνηστική πλάκα[15].

Το έργο του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα Προπύλαια (Königsplatz) σε αναμνηστικό γραμματόσημο για τα 225 χρόνια από την γέννησή του

Αρχιτεκτονική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρώτο του κτίριο ήταν το κτίριο χορού στο Ανάκτορο του Βίλχελμσχεε κοντά στο Κάσελ. Το κλασικό κτήριο χτίστηκε το 1809/1810 κατά την βασιλεία του Ιερώνυμου Βοναπάρτη, αδελφού του Ναπολέοντα, ως θέατρο του ανακτόρου. Από το 1828 έως το 1830, ο Johann Conrad Bromeis το μετέτρεψε σε αίθουσα χορού κατ'εντολήν του Γουλιέλμου της Έσσης.

Ο Λέο φον Κλέντσε απέκτησε ιδιαίτερη φήμη ως αρχιτέκτονας του βασιλιά Λουδοβίκου Α΄ της Βαυαρίας (μαζί με τον ανταγωνιστή του Φρίντριχ φον Γκέρτνερ). Οι τομείς ευθύνης του περιελάμβαναν τον κλασικιστικό επανασχεδιασμό του Μονάχου. Με την κατασκευή της Königsplatz σχεδίασε ίσως το γνωστότερο σύγχρονο ελληνιστικό αρχιτεκτονικό σύνολο. Το ιδεαλιστικό του όραμα για μια σύγχρονη αναγέννηση της ελληνικής αρχιτεκτονικής συνάντησε εντούτοις αντιδράσεις, όπως προκύπτει από ταξιδιωτικές αναφορές της εποχής.

Το Παλάτι Leuchtenberg, το οποίο κατασκεύασε κατά τα έτη 1817-1821 στην κεντρική οδό Ludwigstraße του Μονάχου, περιέλαβε την πρώτη άοσμη τουαλέτα, μια καινοτομία στις εγκαταστάσεις υγιεινής που αναπτύχθηκε για πρώτη φορά στο Παρίσι. Για το σκοπό αυτό, ο Λέο φον Κλέντσε επισκέφθηκε τη γαλλική πρωτεύουσα προκειμένου να μελετήσει αυτό το τεχνικό επίτευγμα επί τόπου και να το ενσωματώσει στα έργα του.

Τα έτη 1826-28 έκτισε το Odeon (αίθουσα συναυλιών στο Μόναχο) και το Παλάτι Biederstein στο Schwabing του Μονάχου. Δικό του έργο είναι και η Μονόπτερος (1832-37) στον «Αγγλικό κήπο» της πόλης, η οποία θεωρείται σημαντικό αρχιτεκτονικό σύμπλεγμα[16]. Τέλος, όταν ο βασιλιάς Λουδοβίκος Α΄ παραχώρησε στην ελληνική κοινότητα του Μονάχου τον ναό Salvatorkirche του Μονάχου, τον μετέτρεψε από ρωμαιοκαθολικό σε ορθόδοξο και σχεδίασε το τέμπλο του[17].


Το 1816, ο Λέο φον Κλέντσε μετέτρεψε το Παλάτι του Ismaning σε κλασικό στιλ κατόπιν αιτήματος του θετού γιού του Ναπολέοντα, του Ευγένιου του Μπωαρναί, Δούκα του Leuchtenberg και της συζύγου του, Αυγούστας. Δημιουργήματά του είναι επίσης η Στήλη του Συντάγματος στο Gaibach (1821-23), η Liebfrauenkirche στη Fürth (1826-29), η Βαλχάλα (Walhalla) έξω από το Ρέγκενσμπουργκ (1831-42), η Αίθουσα της Απελευθέρωσης (Befreiungshalle) έξω από το Kelheim (1847) και άλλα.


Κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης στο Μόναχο, ο Τσάρος Νικόλαος Α΄ της Ρωσίας ενθουσιάστηκε τόσο με την Παλαιά Πινακοθήκη, ώστε ανέθεσε στον Λέο φον Κλέντσε την κατασκευή του Νέου Ερμιτάζ στην Αγία Πετρούπολη, το οποίο χτίστηκε μεταξύ των ετών 1839 και 1852.

Ο βασιλιάς Όθων της Ελλάδας ανέθεσε στον Λέο φον Κλέντσε τον κλασικό επανασχεδιασμό της πόλης των Αθηνών και την επιλογή της τοποθεσίας των ανακτόρων. Έτσι, επισκέφτηκε την Αθήνα από τις 14 Αυγούστου ως τις 15 Σεπτεμβρίου 1834, και ενώ πρωτεύουσα της Ελλάδας ήταν ακόμα το Ναύπλιο[18]. Τελικά, δεσμευόμενος από τα σχέδια των Κλεάνθη και Σάουμπερτ, έκανε απλώς μια απόπειρα προσαρμογής τους στην πολιτική και οικονομική πραγματικότητα του νέου κράτους. Έργο του είναι ο Άγιος Διονύσιος Αρεοπαγίτης, ο Καθεδρικός Ναός των Καθολικών στην Αθήνα. Πολλές άλλες προτάσεις και σχέδιά του για την Αθήνα, όπως ένα πρώτο αρχιτεκτονικό σχέδιο για αρχαιολογικό μουσείο κοντά στην Ακρόπολη, δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ[19]. Παρά ταύτα, σε ενέργειές του οφείλεται η έναρξη καταγραφής των αρχαιοτήτων της Ελλάδας, καθώς και η επίσημη έναρξη αναστηλωτικών εργασιών στην Ακρόπολη της Αθήνας, με εποπτεία του ιδίου, που γιορτάστηκαν στις 10 Σεπτεμβρίου 1834 επάνω στον ιερό βράχο, με συμμετοχή σχεδόν ολόκληρου του πληθυσμού της Αθήνας. Ανάμεσα στις προτάσεις του για τη διαμόρφωση του χώρου ήταν και η όσο το δυνατόν γρηγορότερη απομάκρυνση των ύστερων κτισμάτων και τειχών[19].


Ζωγραφική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O Λέο φον Κλέντσε δεν ήταν μόνον αρχιτέκτονας, αλλά επίσης καταξιωμένος ζωγράφος και συγγραφέας. Ήταν γοητευμένος από τη ζωγραφική, η οποία εκείνη την εποχή χρησίμευε για την αναπαράσταση των κατασκευαστικών έργων. Ωστόσο, ο ίδιος δημιούργησε ελαιογραφίες με ανεξάρτητη θεματολογία, όπως δείχνει η μικρή επιλογή:


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Γερμανική Εθνική Βιβλιοθήκη, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 9  Απριλίου 2014.
  2. 2,0 2,1 «Leo von Klenze». RKDartists. 44747.
  3. 3,0 3,1 «Leo von Klenze». (Αγγλικά) Benezit Dictionary of Artists. 2006. B00099327. ISBN-13 978-0-19-977378-7.
  4. 4,0 4,1 (Αγγλικά) SNAC. w6fr0szh. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  5. 5,0 5,1 5,2 (Αγγλικά, Τσεχικά, Σλοβακικά, Σλοβενικά, Πολωνικά, Ουγγρικά, Γερμανικά, Ιταλικά, σουηδικά, Κροατικά, Ισπανικά, Πορτογαλικά) European Theatre Architecture. Arts and Theatre Institute. 2450. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  6. 6,0 6,1 Biografisch Portaal. 41115446. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  7. 7,0 7,1 (Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά) Structurae. Ράτιγκεν. 1004987. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  8. 8,0 8,1 Ακαδημία τεχνών του Βερολίνου. 53321. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  9. 9,0 9,1 (Γερμανικά) Εγκυκλοπαίδεια Μπρόκχαους. klenze-franz-karl-leo.
  10. Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας: (Γαλλικά) BnF authorities. data.bnf.fr/ark:/12148/cb13616364b. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  11. Πρόλογος στο: Adrian von Buttlar, Leo von Klenze. Leben – Werk – Vision. 2η Έκδοση. Verlag C.H.Beck, Μόναχο 2014, ISBN 978-3-406-66364-2, σελ. 7–9.
  12. 12,0 12,1 Lehr- und Reisejahre 1784–1807 στο: Adrian von Buttlar: Leo von Klenze. Leben – Werk – Vision. 2η έκδοση. Verlag C.H.Beck, Μόναχο 2014, ISBN 978-3-406-66364-2, σελ. 26.
  13. Daniela Crescenzio: Italienische Spaziergänge in München, Band I – Florenz Venedig Rom. 3η έκδοση. IT-INERARIO, Rosenheim 2012, ISBN 978-3-9813046-5-7, σελ. 42.
  14. Daniela Crescenzio: Italienische Spaziergänge in München, Τόμος III – Italienische Frauen in München. IT-INERARIO, Rosenheim 2013, ISBN 978-3-9813046-6-4, σελ. 79 κ.ε.
  15. Claudia Denk, John Ziesemer: Grabstätte 161 στο: Kunst und Memoria, Der Alte Südliche Friedhof in München. 2014, σελ. 463 κ.ε.
  16. Hans Kratzer: Dickschädel am Bau – Der Briefwechsel von Ludwig I. und Leo von Klenze ist nun vollständig ediert. στην: Süddeutsche Zeitung. 25 Ιανουαρίου 2011.
  17. «Τιμήθηκε η μνήμη του Λέο φον Κλέντσε». euro2day.gr. 9 Ιανουαρίου 2014. Ανακτήθηκε στις 26 Απριλίου 2020. 
  18. Μαρία Θερμού (24 Νοεμβρίου 2008). «Λέο φον Κλέντσε». tovima.gr. Ανακτήθηκε στις 26 Απριλίου 2020. 
  19. 19,0 19,1 Μουστάκα, Αλίκη (Αύγουστος 1986). «Ένα ελληνικό όνειρο: Λέο φον Kλέντσε, ο Αρχαιολόγος». «Αρχαιολογία και Τέχνες» (20). https://argolikivivliothiki.gr/2012/02/16/klenze-2/. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κατάλογος έκθεσης Μονάχου: Ein grie­chischer Traum Leo von Klenze. Der Archäologe. Ausstellung von 6 Dezember 1985 – 9 Februar 1986 Glyplothek München
  • Κατάλογος της έκθεσης Leo von Klenze als Maler und Zeichner. Bayerische Aka­demie der Schönen Künste. Ausstellung vom 2 Oktober 1977 – 29 Januar 1978
  • Βενέτας-Παπαγεωργίου, Αλέξανδρος (2000). Ο Leo von Klenze στην Ελλάδα. Οδυσσέας. ISBN 9789602103777. 
  • Buttlar, Adrian von (1999). Leo von Klenze: Leben – Werk – Vision (στα Γερμανικά). München: Verlag C.H.Beck. ISBN 3-406-45315-5. OCLC 43903895. 
  • Freitag, Wolfgang M., επιμ. (1997) [1985]. Art Books: A Basic Bibliography of Monographs on Artists (2nd έκδοση). New York, London: Garland Publishing. σελ. 202. ISBN 0-8240-3326-4. OCLC 959084737 – μέσω Google Books. 
  • Hederer, Oswald (1964). Leo von Klenze, Persönlichkeit und Werk (στα Γερμανικά). München: Callwey. OCLC 557795976. 
  • Lieb, Norbert; Hufnagl, Florian (1979). Leo von Klenze, Gemälde und Zeichnungen (στα Γερμανικά). München: Callwey. ISBN 3-7667-0457-5. OCLC 6109933. 
  • Wiegmann, Rudolf (1839). Der Ritter Leo von Klenze und unserer Kunst. Düsseldorf: Schreiner. OCLC 44657025 – μέσω the Internet Archive. 


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Leo von Klenze της Γερμανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).