Κρηστωνία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Κρηστωνία

Η Κρηστωνία ήταν αρχαία επαρχία της Μακεδονίας. Εκτεινόταν στα βοειοανατολικά της Μυγδονίας, νότια της Παιονίας και Μαιδικής, και δυτικά της Βισαλτίας, δίπλα στις πηγές του Εχέδωρου ποταμού (του σημερινού Γαλλικού), δηλαδή από το Δύσωρο όρος (Κρούσσια όρη μέχρι το Βερτίσκος[1]. Ήταν πλούσια περιοχή τόσο από τις γεωργικές καλλιέργειες ελιάς, αμπελιών και σύκων όσο και από εκμετάλευση της ξυλείας και των βοσκοτόπων , των πεδινών εκτάσεων ΝΑ της λίμνης Δοϊράνης όσο και από εκμετάλλευση της ξυλείας και των βοσκοτόπων του όρους Δυσώρου[2].

Το όνομά της οφείλεται στους Κρηστωναίους Πελασγούς ή οι Κρηστώνες που άλλοτε κατοικούσαν γύρω από την Όλυνθο και τη χερσόνησο του Άθω. Στην αρχή έφερε δύο ονόματα, Κρηστωνία και Βισαλτία, και βρισκόταν κάτω από αυτόνομο βασιλέα. Μετά όμως την ήττα των Περσών στη μάχη των Πλαταιών (479 π.Χ.), τόσο η Κρηστωνία όσο και η Βισαλτία κατακτήθηκαν από τον Αλέξανδρο Α' και αποτέλεσαν επαρχίες του Μακεδονικού Βασιλείου, στο οποίο και παρέμειναν μέχρι τη ρωμαϊκή κατάκτησή τους το 168 π.Χ.[1].

Από όλη τη Κρηστωνία οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν μόνο τη πρωτεύουσά της που ήταν η Κρηστώνα (αρχ.: Κρηστών). Νεότεροι όμως, περιλαμβάνουν σε αυτήν τη Μυγδονία με τις πόλεις: Αντιγόνεια, Ξυλόπολις, Τέρπυλος, Καραβία και Γυναικόκαστρο.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Εγκυκλοπαίδεια Νέα Δομή. Τεγόπουλος - Μανιατέας: Τεγόπουλος - Μανιατέας. 1996, σελ. 277, τομ. 18. 
  2. Αναγνωστοπούλου - Χατζηπολυχρόνη, Ηλέκτρα. «ΙΣΤ' ΕΚΠΑ». Περιοδικό Αρχαιολογία. http://www.archaiologia.gr/wp-content/uploads/2011/07/64-8.pdf. 

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

[7.124.1] Ὁ μὲν δὴ ναυτικὸς στρατὸς αὐτοῦ περὶ Ἄξιον ποταμὸν καὶ πόλιν Θέρμην καὶ τὰς μεταξὺ πόλιας τούτων περιμένων βασιλέα ἐστρατοπεδεύετο, Ξέρξης δὲ καὶ ὁ πεζὸς στρατὸς ἐπορεύετο ἐκ τῆς Ἀκάνθου τὴν μεσόγαιαν τάμνων τῆς ὁδοῦ, βουλόμενος ἐς τὴν Θέρμην ἀπικέσθαι. ἐπορεύετο δὲ διὰ τῆς Παιονικῆς καὶ Κρηστωνικῆς ἐπὶ ποταμὸν Ἐχείδωρον, ὃς ἐκ Κρηστωναίων ἀρξάμενος ῥέει διὰ Μυγδονίης χώρης καὶ ἐξίει παρὰ τὸ ἕλος τὸ ἐπ᾽ Ἀξίῳ ποταμῷ. - Ηρόδοτος, "Ἱστορίαι"