Κούταλη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 40°32′08″N 27°29′01″E / 40.53556°N 27.48361°E / 40.53556; 27.48361

Κούταλη
Τουρκικά: Ekinlik
Γεωγραφία
Αρχιπέλαγος Θάλασσα του Μαρμαρά
Έκταση 3,27 χλμ2
Χώρα
Γεωγραφικό Διαμέρισμα Μαρμαρά
Επαρχία Μπαλικεσίρ

Η Κούταλη (σημερινή ονομασία Εκινλίκ, τουρκ. Ekinlik Adası) είναι νησί της Προποντίδας, στο σύμπλεγμα των νησιών της θάλασσας του Μαρμαρά βόρεια της Οφιούσης (Αφησιάς) με έκταση 3,27 τ.χλμ. Με μήκος δύο μίλια και πλάτος μισό μίλι, έχει στα Νοτιοδυτικά το ύψωμα του Προφήτη Ηλία, με ύψος πεντακόσια πόδια. Συνδέεται με την Αφησιά με υφαλισμό 24 ποδών. Στην Κούταλη κατοικούσαν Έλληνες ως το 1923. Από το 1922 ανήκει στην Τουρκία. Με την ανταλλαγή πληθυσμών οι Κουταλιανοί εγκαταστάθηκαν στη Λήμνο, όπου δημιούργησαν τη Νέα Κούταλη. Οι λιγοστοί κάτοικοι ασχολούνται με την αλιεία. Τουριστικές υποδομές δεν υπάρχουν.

Θέση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην αρχαιότητα ονομαζόταν Κύταλις και την αποίκησαν οι Μιλήσιοι τον 7ο αιώνα π.Χ. Είναι ιδιαίτερα μικρό νησί, με δύο μόλις μίλια μήκος και μισό μίλι περίπου πλάτος. Έχει εμβαδόν 3 τετρ.χλμ. Είναι ένα από τα τέσσερα κατοικημένα νησάκια της επαρχίας Προκονήσου ή Προικονήσου της Προποντίδας, τα λεγόμενα νησιά του Μαρμαρά, επειδή υπήρχαν εκεί λατομεία λευκού μαρμάρου στην αρχαιότητα. Τα προκονησιώτικα μάρμαρα ήταν φημισμένα κατά τους βυζαντινούς χρόνους και μ' αυτά κατασκευάστηκαν πολλοί ναοί, όπως η Αγία Σοφία της Τραπεζούντας τον ΙΓ' αιώνα.

Το όνομά της[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όνομά της κατά μία εκδοχή το οφείλει στο σχήμα που παρουσιάζει καθώς διαγράφεται στην προσέγγισή της από την Οφιούσα (Αφησιά) σαν ένα αντεστραμμένο κουτάλι.

Όμως, και σύμφωνα με ιστορικά στοιχεία, πιθανολογείται ότι το όνομά της το οφείλει στους Καταλάνους ναυτικούς – και πειρατές που πιθανόν να την χρησιμοποίησαν σαν ορμητήριο ή σταθμό. Το 1300 μ.Χ. η Καταλανική Εταιρεία, ένα πανίσχυρο και καλά οργανωμένο μισθοφορικό σώμα από Καταλανούς και Αραγώνιους, με αρχηγό τον Ρογήρο Ντε Φλόρ, υπέγραψε επίσημο συμβόλαιο με το Βυζαντινό Αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β’ Παλαιολόγο και του προσέφερε τις υπηρεσίες του.

Κατέπλευσαν με τριάντα έξι πλοία και με γυναίκες και παιδιά εξήμισι χιλιάδες Καταλανοί και Αραγώνιοι, για να πολεμήσουν μαζί με τους Βυζαντινούς τους Τούρκους. Μετά από επιτυχίες που είχαν τα στρατεύματα του Αυτοκράτορα το 1304 και 1305 μαζί με τους συμμάχους τους, που κατανίκησαν τους Τούρκους στην Αρτάκη, τον Αύλακα και την Λυδική Φιλαδέλφεια, η Καταλανική Εταιρία κατέλαβε την Καλλίπολη και οχυρώθηκε.

Έβαλαν φρουρές και στόλο σε επίκαιρα σημεία της Μικράς Ασίας αλλάζοντας τον ρόλο τους σε πειρατές της περιοχής. Ένα από τα επίκαιρα αυτά σημεία της περιοχής που χρησιμοποίησαν σαν σταθμό επιτήρησης και ορμητήριο, είναι πολύ πιθανό λόγω της θέσης της, να υπήρξε η Κούταλη. Οι χάρτες της ναυσιπλοΐας της περιοχής αυτής το δικαιολογούν απόλυτα. Το 1307 με την απομάκρυνση των Καταλανών το νησί κατοικείται μόνιμα από Έλληνες Χριστιανούς.

Κοινωνία - Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι το 1922 στο νησί της Κούταλης ζούσαν περίπου 2.000 κάτοικοι, μόνο Έλληνες.(Οι λίγοι τούρκοι είχαν μεταφερθεί στα Ρόδα). Είχαν δικές τους εκκλησίες και σχολεία (αρρεναγωγείο και παρθεναγωγείο). Στο νησί υπήρχαν δυο βυζαντινοί ναοί του 15ου αιώνα: ο Άγιος Νικόλαος και η Κοίμηση της Θεοτόκου. Επίσης, ο ναός της Παναγίας Φανερωμένης ή Ρόδον το Αμάραντον, κτίσμα του 1867.

Οι περισσότεροι Κουταλιανοί ήταν ναυτικοί, αλιείς και κυρίως σπογγαλιείς. Ήταν οι βασικοί τροφοδότες αλιευμάτων της Κωνσταντινούπολης ενώ τα σφουγγαράδικα έφερναν τεράστιο πλούτο στο νησί. Αναφέρεται, πως το 1892 τα 30 σπογγαλιευτικά απέφεραν εισόδημα 25.000 λιρών.

Σπογγαλιεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά τη μεγάλη μετανάστευση που γνώριζε το προηγούμενο αιώνα το νησί, οι κάτοικοι κατάφεραν με τη ναυτοσύνη και την σπογγαλιεία σαν κύριο επάγγελμα να ξεπεράσουν τις δυσκολίες και να συμβάλλουν σημαντικά στην ανάπτυξή του.

Ο πληθυσμός της Κούταλης ήταν αποκλειστικά ελληνικός και στα μέσα του 19ου αιώνα ασχολιόταν ιδιαίτερα με τη ναυτιλία, διαθέτοντας και δικά του ναυπηγεία. Οι μαρτυρίες για τη ναυτιλία των Κουταλιανών αναφέρουν ότι το 1864 συνέβη ένα φοβερό ναυάγιο κουταλιανού πλοίου, στο οποίο χάθηκαν οι ικανότεροι καπεταναίοι του νησιού. Ύστερα από αυτό το γεγονός η εμπορική ναυτιλία της Κούταλης πέρασε σε μια περίοδο παρακμής. Ωστόσο εκτός από το τραγικό ναυάγιο η ναυτιλία της Κούταλης, όπως και άλλων ελληνικών ναυτότοπων είχε προσκολληθεί στα ιστιοφόρα και δεν κατάφερε να κάνει το οικονομικό και τεχνολογικό άλμα προς την ατμοκίνηση. Όποιοι κι αν ήταν οι λόγοι παρακμής της εμπορικής ναυτιλίας των Κουταλιανών, γεγονός είναι ότι στα τέλη του 19ου αιώνα οι Κουταλιανοί στρέφονται περισσότερο σε άλλα επαγγέλματα της θάλασσας, όπως τη σπογγαλιεία και την αλιεία. Τη σπογγαλιεία την εξασκούσαν κυρίως στο Αιγαίο, ενώ την αλιεία στα πλούσια σε αλιεύματα περάσματα της Προποντίδας.

Με τη μικρασιατική καταστροφή οι Κουταλιανοί ξεριζώθηκαν και οι σφουγγαράδες μαζί με τα καΐκια τους έφτασαν στο νησί της Λήμνου. Εκεί τους δόθηκε γη για να ιδρύσουν τη Νέα Κούταλη και συνέχισαν να ασκούν το επάγγελμα του σφουγγαρά με τα καΐκια τους που είχαν φέρει από την παλιά τους πατρίδα.

Οι Κουταλιανοί καταδύονταν αποκλειστικά με σκάφανδρο, μέχρι τη διάδοση της τεχνικής του ναργιλέ. Τα σπογγαλιευτικά καΐκια τους αρχικά ήταν μπότηδες (τύπος μικρού οξύπρυμνου σκάφους) που τους είχαν φέρει κυρίως από την παλιά τους πατρίδα και στη συνέχεια χρησιμοποίησαν μεγαλύτερα τρεχαντήρια, κατασκευασμένα ειδικά για σπογγαλιεία (τους λεγόμενους αχταρμάδες ή μηχανοκάικα), που είχαν σκαρωθεί στην Κάλυμνο, στη Σύμη και στην Ύδρα. Τη δεκαετία 1980 - 1990 η σπογγαλιεία συρρικνώθηκε σε όλα τα νησιά του Αιγαίου και, φυσικά, και στη Νέα Κούταλη. Στο τέλος της δεκαετίας είχε σχεδόν εγκαταληφθεί από τους κατοίκους του νησιού που στράφηκαν σε άλλες δραστηριότητες, είτε ναυτικές είτε όχι.

Εκπαίδευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι εύποροι Κουταλιανοί αγαπούσαν τα γράμματα. Από τις αρχές του 18ου αιώνα αναφέρονται διδάσκαλοι ή μαθητές σε σχολεία του ευρύτερου ελληνικού χώρου, όπως ο Βασίλειος Κουταληνός, σχολάρχης της Πατμιάδος Σχολής το 1740-70 και ο Ιωακείμ Κουταλινός, σπουδαστής στην Πάτμο το 1719-20.

Από τα μέσα του 19ου αιώνα λειτουργούσαν στο νησί εξατάξιο αρρεναγωγείο και τριτάξιο παρθεναγωγείο, τα οποία από το 1870 χρηματοδοτούσε η Φιλεκπαιδευτική Κοινότητα «Ευαγγελισμός», ένα είδος κοινού ταμείου που είχαν ιδρύσει οι Κουταλιανοί της Πόλης. Μεταξύ άλλων χορηγούσε δωρεάν τα βιβλία κι έκτισε νέα διδακτήρια το 1883 (αρρεναγωγείο) και το 1912 (παρθεναγωγείο). Το 1905 στα δυο σχολεία φοιτούσαν 110 μαθητές και 50 μαθήτριες.

Μεγάλοι ευεργέτες των σχολείων και του νησιού γενικότερα υπήρξαν:

  • Η οικογένεια Ζαχάρωφ, που ήταν έμποροι στη Μόσχα: ο Ιωάννης Γ. Ζαχάρωφ, δώρισε εν ζωή στην κοινότητα του νησιού 300 λίρες και το 1888 κληροδότησε 10.000 ρούβλια ενώ ο Γρηγόριος Ζαχάρωφ κληροδότησε 700 λίρες και
  • Η οικογένεια των Μολδαβών ηγεμόνων Καντεμίρ, πρόγονοι της οποίας είχαν ζήσει στην Κούταλη.

Προσωπικότητες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το νησί ανέδειξε σημαντικές προσωπικότητες το 19ο και στις αρχές του 20ου αιώνα. Διάσημοι Κουταλιανοί υπήρξαν, κατά τα τέλη του 16ου αρχάς 17ου αιώνα οι ηγεμόνες της Μολδαβίας Κωνσταντίνος και Δημήτριος Κανδεμίρ (1673-1723), στον 17ο αιώνα και τις αρχές του 18ου ο Πατριάρχης Άνθιμος ο Κουταλιανός (1777-1877) , ο Παναγής Κουταλιανός (1847-1916) - γνωστός για την ηράκλεια δύναμή του - και στα νεώτερα χρόνια, ο γλωσσολόγος και λόγιος Φώτιος Φωτιάδης (1849-1936), ο λογοτέχνης Δημήτρης Οικονομίδης και ο Κλεόβουλος Κλώνης, σκηνογράφος του Εθνικού Θεάτρου και ιδρυτής του λογοτεχνικού περιοδικού «Διανόησις». Κουταλιανοί ήσαν:

  • Ο πατριάρχης Άνθιμος Στ΄ Ιωαννίδης ή Κουταλιανός (1790-1878), ο οποίος ανέβηκε τρεις φορές στον πατριαρχικό θρόνο, κατά τις περιόδους 1845-1848, 1853-1855 και 1871-1873.
  • Ο μητροπολίτης Μοσχονησίων κι έπειτα Προικονήσου Νικόδημος Παπαδόπουλος (1850-1920).
  • Ο ιατρός και λόγιος, πρωτοπόρος δημοτικιστής της Κωνσταντινούπολης, Φώτιος Φωτιάδης (1849-1940).
  • Οι συγγραφείς Κλεόβουλος Κλώνης και Δημήτριος Οικονομίδης.
  • Οι τραπεζίτες Βλαστός και Χριστοδούλου.
  • Ο ηγεμόνας της Κρήτης Βλαστός.
  • Ο Παναγής Κουταλιανός (1847-1916), φημισμένος παλαιστής και αρσιβαρίστας.
  • Ο Κλεόβουλος Κλώνης (1907-1988) σκηνοθέτης του Εθνικού Θεάτρου.

Η Κουτάλη από το 1800 έως το 1922[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κούταλη ήταν φημισμένη για τον εμπορικό της στόλο που η φήμη του έφτανε μέχρι την άκρη της Ευρώπης. Κουταλιανοί καπεταναίοι από πολύ νωρίς ασχολήθηκαν με το εμπόριο και τις μεταφορές μέσα στην Προποντίδα, στην Μαύρη Θάλασσα, στο Αρχιπέλαγος, στη Μεσόγειο. Από την Ελλάδα, πέρναγαν στην Ιταλία, και μέσα από τα φιλόξενα νερά των στενών της Σικελίας, έφθαναν στα Γαλλικά παράλια και συνέχιζαν για τις ακτές της Ισπανίας και στην Αγγλία. Στα 1800 η ναυτιλία της Κούταλης διέθετε 40 ποντοπόρα εμπορικά πλοία. Το 1890 προστίθεται στις δραστηριότητες των Κουταλιανών και η σπογγαλιεία και κατορθώνει να εξοπλίσει πέρα από τα ποντοπόρα και 30 σπογγαλιευτικά. Λίγο πριν τους Βαλκανικούς πολέμους η Κούταλη είχε καταγραφεί με 2.607 κατοίκους – αποκλειστικά Έλληνες Χριστιανούς , με 3 εκκλησίες, 1 αρρεναγωγείο με 6 τάξεις, 2 διδασκάλους και 110 μαθητές και ένα παρθεναγωγείο με 3 τάξεις, 1 διδασκάλισσα και 50 μαθήτριες.

Με την εκστρατεία των Συμμάχων στα Στενά (Δαρδανέλια) δίδεται εντολή από τις Τουρκικές αρχές, μετακίνησης των Χριστιανών και ιδιαίτερα των Ελλήνων και των Αρμενίων από τις περιοχές που συνόρευαν με τις πολεμικές ζώνες και η "μεταφορά" τους στο εσωτερικό της Τουρκίας. Στις 2 Ιουνίου 1915 μέσα σε έξι ώρες η Κούταλη αδειάζει από τους κατοίκους της οι οποίοι μεταφέρονται σε άλλες περιοχές (Μιχαλήτσι, Μαγνησία, Αφιόν Καραχισάρ κ.α).

Το 1918 επιστρέφουν στην ρημαγμένη Κούταλη αλλά το 1/3 των κατοίκων της ήταν το τίμημα που πλήρωσε το νησί στην εξορία. Οι προσπάθειές τους για την επούλωση όλων των πληγών θα έσβηναν σύντομα, όταν το 1922 μετά την Μικρασιατική Καταστροφή όσοι είχαν απομείνει στην Κούταλη θα έπαιρναν το δρόμο της οριστικής εξορίας. Ένας σημαντικός αριθμός πήγε στην Λήμνο όπου αργότερα έχτισε την Νέα Κούταλη, ενώ αρκετοί εγκαταστάθηκαν στην Θεσσαλονίκη και στον Πειραιά. Σημαντική παροικία Κουταλιανών είχε σχηματισθεί και στην Αμερική όπου αρκετοί είχαν μεταναστεύσει μετά το 1914-1915.

Ο ξεριζωμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1915 η ανθούσα κοινότητα του νησιού δέχτηκε το πρώτο πλήγμα, όταν οι κάτοικοι εξαναγκάστηκαν να το εγκαταλείψουν μέσα σε έξι ώρες, διότι το νησί προοριζόταν για στρατώνας. Εγκαταστάθηκαν στο Μιχαλίτσι της Προύσας. Το 1919 που επέστρεψαν το βρήκαν λεηλατημένο, ενώ διακόσια σπίτια είχαν κατεδαφιστεί.

Οι κάτοικοι του μικρού νησιού ξανάχτισαν το σχολείο και τα σπίτια τους αλλά το 1923 κρίθηκαν ανταλλάξιμοι και αναγκάστηκαν να εκπατριστούν. Όταν ορίστηκε ότι θα έρθουν στη Λήμνο, οι Κουταλιανοί φόρτωσαν την κινητή τους περιουσία στα καΐκια τους και ήρθαν στη νέα πατρίδα τους, εντυπωσιάζοντας τους Λημνιούς.

Τον ξεριζωμό και την ερήμωση της Κούταλης αποτύπωσε ο σπουδαίος Τούρκος (Κούρδος) συγγραφέας Γιασάρ Κεμάλ στο μυθιστόρημα «Η ιστορία ενός νησιού».

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]