Κοκατίλ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κοκατίλ
Αρσενικό
Αρσενικό
Θηλυκό
Θηλυκό
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα
Συνομοταξία: Χορδωτά
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Ψιττακόμορφα
Οικογένεια: Κακατουείδες
Γένος: Νυμφικός
Είδος: N. Hollandicus

Το Κοκατίλ (Επιστημονική ονομασία: Nymphicus hollandicus - Νυμφικός ο Ολλανδικός), είναι είδος ψιττακόμορφων πουλιὠν (παπαγάλων) που αποτελεί μέλος της οικογένειας των Κακατούα, Ταξινομήθηκαν για πρώτη φορά από τον Σκοτσέζο συγγραφέα και φυσιοδίφη Ρόμπερτ Κερρ το 1793. Πωλούνται ως οικιακά κατοικίδια ζώα και παπαγάλοι συντροφιάς σε όλο τον κόσμο και είναι σχετικά εύκολο να αναπαραχθούν. Ως πουλί σε κλουβί, τα Κοκατίλ είναι δεύτερα σε δημοτικότητα μόνο μετά τα Μπαντζεριγκάρ.[1]. Τα Κοκατίλ είναι ενδημικά στην Αυστραλία, σε υγροβιότοπους, δασικές εκτάσεις, και θαμνώδεις εκτάσεις.

Το Κοκατίλ είναι το μοναδικό μέλος του γένους Nymphicus (Νυμφικός). Προηγουμένως θεωρούταν παπαγάλος με λοφίο ή μικρό Κακατούα, ωστόσο, πιο πρόσφατες μοριακές μελέτες έχουν το έχουν ανατάξει στη δική του υποοικογένεια, τις Νυμφικίνες. Είναι, ως εκ τούτου, τώρα ταξινομημένο ως το μικρότερο από τις Κακατουίδες (Οικογένεια των Κακατούα).

Ταξινόμηση και ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχικά περιγράφεται ως Psittacus hollandicus (Πσίττακος ο Ολλανδικός), αλλά το Κοκατίλ (cockatiel ή cockateel) μεταφέρθηκε σε δικό του γένους, τους Νυμφικούς, από τον Γουάγκλερ το 1832.[εκκρεμεί παραπομπή] Το όνομα του γένους αντανακλά την εμπειρία από τις πρώτες ομάδες Ευρωπαίων που είδαν τα πουλιά στο φυσικό τους περιβάλλον, οι ταξιδιώτες νόμιζαν ότι τα πουλιά ήταν τόσο όμορφα, που τα ονόμασαν από τις μυθικές νύμφες. Το συγκεκριμένο όνομα hollandicus (Ολλανδικός) αναφέρεται στην Νέα Ολλανδία, ένα ιστορικό όνομα για την Αυστραλία.


Ταξινομούνται στην υποοικογένεια Νυμφικίνες, αλλά είχε μερικές φορές στο παρελθόν ταξινομηθεί εσφαλμένα στις Πλατικερκίνες, τους παπαγάλους ευρείας ουράς. Αυτό το ζήτημα έχει διευθετηθεί με μοριακές μελέτες. Το 1984, μελέτη πρωτεϊνών allozymes σηματοδότησε την πιο στενή τους σχέση στα Κακατούα αντί τους παπαγάλους,[2] και τα δεδομένα ακολουθίας rRNA του Μιτοχονδριακόυ 12S[3] το τοποθετεί κοντά στην υποοικογένεια Καλυπτορυνχίνες (τα σκούρα Κακατούα). Το μοναδικό μορφολογικό χαρακτηριστικό παπαγαλακίου είναι το μικρό μέγεθος και η συνοδευτικό αλλαγή οικοθέσης.


Το Κοκατίλ είναι τώρα βιολογικά χαρακτηρισμένο ως ένα γνήσιο μέλος των Κακατουείδων καθώς διαθέτει όλα τους τα βιολογικά χαρακτηριστικά, δηλαδή, λοφίο, χοληδόχο κύστη, κλπ.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ζωγραφιά του 1927. Απεικονίζει Κοκατίλ στο φυσικό τους περιβάλλον.

Το χαρακτηριστικό των Κοκατίλ είναι το λοφίο που δείχνει την συναισθηματική του κατάσταση. Το λοφίο είναι κάθετο όταν το Κοκατίλ ξαφνιάζεται ή ενθουσιάζεται, πλάγιο σε ουδέτερη ή χαλαρή κατάσταση, και οριζόντιο όταν είναι θυμωμένο ή αμύνεται. Το λοφίο είναι επίσης οριζόντιο, αλλά προεξέχει προς τα έξω στο πίσω μέρος, όταν το Κοκατίλ προσπαθεί να φαίνεται δελεαστικό ή ερωτύλο. Σε αντίθεση με τα περισσότερα Κακατούα, το Κοκατίλ έχει μακριά φτερά ουράς περίπου το ήμισυ του συνολικού του μήκους. Στα 30 με 33 εκατοστά, το Κοκατίλ είναι το μικρότερο από τα Κακατούα, το οποίο είναι γενικά μεγαλύτερο μεταξύ 30 και 60 εκατοστά.

Άγρια Κοκατίλ στην Αυστραλία

Το φτέρωμα του "κανονικό γκρι" ή "άγριου τύπου" Κοκατίλ είναι κυρίως γκρι, με λευκά σημεία σε κάθε φτερό. Το πρόσωπο του αρσενικού είναι κίτρινο ή λευκό, ενώ το πρόσωπο του θηλυκού είναι κυρίως γκρι ή ανοιχτό γκρι, και τα δύο φύλα διαθέτουν ένα στρογγυλές πορτοκαλί περιοχές και στα δύο αυτιά, που συχνά αναφέρεται ως "μάγουλα τσένταρ". Αυτό το πορτοκαλί χρώμα είναι γενικά ζωντανό σε ενήλικα αρσενικά, και συχνά αρκετά υποτονικό στα θηλυκά. 

Τα Κοκατίλ είναι σχετικά φωνητικά πουλιά, τα καλέσματα του αρσενικού είναι πιο πλούσια από αυτό του θηλυκού. Τα Κοκατίλ μπορούν να μάθουν να κελαηδήσουν συγκεκριμένες μελωδίες και μιλούν πολλές λέξεις και φράσεις.

Φυλετικός διμορφισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όλοι οι άγριοι νεοσσοί και νεαρά Κοκατίλ μοιάζουν με θηλυκά και κατά την εκκόλαψή τους δεν διαφέρουν σημαντικά. Εμφανίζονται οριζόντιες κίτρινες ρίγες ή μπάρες στην κοιλιακή επιφάνεια του ουραίου φτερώματος, κίτρινες κηλίδες στην κοιλιακή επιφάνεια των φτερών πτήσης, ένα γκρι λοφίο και πρόσωπο, και από μία θαμπή πορτοκαλί κηλίδα σε κάθε μάγουλο.

Τα ενήλικα Κοκατίλ είναι διμορφικά, αν και σε μικρότερο βαθμό από ό, τι πολλά άλλα είδη πτηνών. Αυτό είναι μόνο εμφανές μετά την πρώτη πτερροροία, που εμφανίζεται συνήθως περίπου έξι έως εννέα μήνες μετά την εκκόλαψη: το αρσενικό χάνει τις λευκές ή κίτρινες μπάρες και κηλίδες στο κάτω μέρος των φτερών. Τα γκρίζα φτερά στα μάγουλά του και το λοφίο αντικαθίστανται από φωτεινά κίτρινα φτερά, ενώ η πορτοκαλί κηλίδα στα μάγουλα γίνεται πιο φωτεινή και διακριτή. Το πρόσωπο και το λοφίο του θηλυκού συνήθως παραμένουν ως επί το πλείστον γκρι, αλλά επίσης εμφανίζονται πορτοκαλί κηλίδες στα μάγουλα. Επιπλέον, το θηλυκό συνήθως διατηρεί την οριζόντια μπάρα κάτω από την ουρά.

Το χρώμα στα Κοκατίλ προέρχονται από δύο χρωστικές ουσίες: την μελανίνη (η οποία παρέχει το γκρι χρώμα στα φτερά, τα μάτια, το ράμφος και τα πόδια), και λιποχρώματα (τα οποία παρέχουν το κίτρινο χρώμα στο πρόσωπο και την ουρά και το πορτοκαλί χρώμα του στις κηλίδες των μάγουλων). Το γκρίζο χρώμα της μελανίνης υπερισχύει του κίτρινου και το πορτοκαλί των λιποχρωμάτων όταν και οι τα δύο παρουσιάζονται.

Το περιεχόμενο μελανίνης μειώνεται στο πρόσωπο των αρσενικών καθώς ωριμάζουν, επιτρέποντας το κίτρινο και το πορτοκαλί να είναι πιο ορατά, ενώ μια αύξηση στην περιεκτικότητα σε μελανίνη στην ουρά προκαλεί την εξαφάνιση της οριζόντιας κίτρινη ουραίας μπάρας.

Εκτός από αυτά τα ορατά χαρακτηριστικά, η προσφώνηση των ενήλικων αρσενικών είναι συνήθως πιο δυνατή και πιο πολύπλοκη από αυτήν των θηλυκών.

Μεταλλάξεις χρωμάτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δύο αρσενικά Κοκατίλ διαφορετικών χρωμάτων
Θηλυκό Κοκατίλ Lutino

Σε όλο τον κόσμο υπάρχουν σήμερα είκοσι δύο (22) μεταλλάξεις χρωματικές μεταλλάξεις εφαρμοσμένες στην πτηνοτροφία με οκτώ αποκλειστικότητα στην Αυστραλία. Μεταλλάξεις σε αιχμαλωσία έχουν προκύψει σε διάφορα χρώματα, μερικἐς αρκετά διαφορετικές από αυτές που παρατηρούνται στη φύση. Τα άγρια Κοκατίλ είναι γκρι με ορατές διαφορές μεταξύ αρσενικών και θηλυκών. Αρσενικά γκρι Κοκατίλ έχουν συνήθως κίτρινα κεφάλια, ενώ τα θηλυκά έχουν γκρίζα.  Τα νεαρά έχουν την τάση να μοιάζουν με τα θηλυκά με κόκκινα ράμφη. Η μετάλλαξη Pied εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην Καλιφόρνια το 1949. Μπορεί να είναι γκρι κηλίδες σε ένα κίτρινο Κοκατίλ.

Τα Lutino εμφανίστηκαν για πρώτη φορά το 1958. Αυτά τα πουλιά στερούνται του γκρι χρώματος από τα αντίστοιχά άγρια και είναι λευκά έως ελαφρά κίτρινα. Αυτό είναι ένα δημοφιλές χρώμα, λόγω ενδογαμίας, αυτά τα Κοκατίλ έχουν συχνά ένα μικρή φαλακρή κηλίδα πίσω από τα λοφία. Η μετάλλαξη Cinnamon (""Κανέλλα"), εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη δεκαετία του 1950, είναι πολύ παρόμοια σε εμφάνιση με το γκρι, ωστόσο, αυτά τα πουλιά έχουν καφέ χρωστικές Τα Pearling εμφανίστηκαν για πρώτη φορά το 1967. Εμφανίζονται με μονόχρωμα φτερά με άκρες διαφόρων χρωμάτων, όπως γκρίζα φτερά με κίτρινες άκρες. Αυτό το χαρακτηριστικό μοτίβο στα φτερά ή το πίσω μέρος. Η μετάλλαξη  Αλμπίνο είναι η έλλειψη χρωστικών ουσιών. Αυτά τα πουλιά είναι λευκά με κόκκινα μάτια. Τα Fallow εμφανίστηκαν για πρώτη φορά κάποια στιγμή στη δεκαετία του 1970. Αυτή η μετάλλαξη εμφανίζεται ως ένα πουλί με χρωματισμό στο χρώμα της κανέλλας με κίτρινα τμήματα. Άλλες μεταλλάξεις περιλαμβάνουν: emerald/olive, dominant και ασημί, καθώς και μεταλλάξεις αποκλειστικά στην Αυστραλία. Αυτές είναι: το Αυστραλιανό fallow, platinum κλπ. Άλλες μεταλλάξεις, όπως αλλαγής προσώπου περιλαμβάνουν: λευκό πρόσωπο, κίτρινα μάγουλα κλπ.

Οι χρωματικές μεταλλάξεις μπορούν να γίνουν ακόμη πιο περίπλοκες, εάν ένα πουλί μπορεί να έχει πολλαπλές χρωματικές μεταλλάξεις μεταλλάξεις. Για παράδειγμα, ένα κίτρινο lutino  μπορεί να έχει λευκές κηλίδες στην πλάτη και τα φτερά. Αυτό είναι μια διπλή μετάλλαξη. Ένα παράδειγμα ένα τετραπλή μετάλλαξη θα είναι εάν ένα Κοκατίλ κανέλλας με χρωστικές κιτρινοπρόσωπου με λευκές κηλίδες και σημάδια από pied.[4]

Κατανομή και βίοτοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αβγό

Τα Κοκατίλ είναι ιθαγενή στην Αυστραλία, όπου βρίσκονται κυρίως σε άγονες ή ημι-άγονες περιοχές, αλλά πάντα κοντά στο νερό. Σε μεγάλο βαθμό νομαδικά, τα είδη θα κινηθούν προς όπου τα τρόφιμα και το νερό είναι διαθέσιμα. Συνήθως κυκλοφορούν σε ζεύγη ή μικρές ομάδες. Μερικές φορές, εκατοντάδες θα συγκεντρωθούν γύρω από σημείο όπου υπάρχει νερό. Συχνά τρώνε καλλιεργούμενους καρπούς. Είναι απούσα από τις πιο εύφορες νοτιοδυτικές και νοτιοανατολικές γωνιές της χώρας, το βαθύτερο των ερήμων της Δυτικής Αυστραλίας, και την χερσόνησο Cape York. Είναι το μοναδικό Κακατούα είδη που μπορεί μερικές φορές να αναπαραχθεί στο τέλος του πρώτου έτους.

Κύκλος ζωής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νεοσσός μίας ημέρας

Η διάρκεια ζωής των Κοκατίλ στην αιχμαλωσία δίνεται γενικά ως 16 έως 25 έτη,[5] αν και είναι μερικές φορές δίνεται ως 10 με 15, και υπάρχουν αναφορές για Κακατίλ που επιβίωσαν 32 χρόνια, το μεγαλύτερο σε ηλικία επιβεβαιωμένο Κοκατίλ αναφέρεται ότι είναι 36 ετών.[6] Η διατροφή και η άσκηση είναι σημαντικοί καθοριστικοί παράγοντες.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Factsheets:Cockatiel». Australian Museum. Ανακτήθηκε στις 30 Αυγούστου 2008. 
  2. Adams, M; Baverstock, PR; Saunders, DA; Schodde, R; Smith, GT (1984). «Biochemical systematics of the Australian cockatoos (Psittaciformes: Cacatuinae)». Australian Journal of Zoology 32 (3): 363–77. doi:10.1071/ZO9840363. 
  3. Brown, D.M. & Toft, C.A. (1999): Molecular systematics and biogeography of the cockatoos (Psittaciformes: Cacatuidae). Auk 116(1): 141-157. JSTOR 4089461
  4. Grindol, Diane (20 Ιουλίου 1998). The Complete Book of Cockatiels. ISBN 978-0-87605-178-8. 
  5. Eleanor McCaffrey. «Cockatiels 101». cockatielcottage.net. 
  6. Brouwer, K.; Jones, M.L.; King, C.E.; Schifter, H. (2000). «Longevity records for Psittaciformes in captivity». International Zoo Yearbook 37 (1): 299–316. doi:10.1111/j.1748-1090.2000.tb00735.x. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]