Μπάτζι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μπάτζι
Τα αρσενικά μπάτζι φέρουν μπλε χαλινό
Τα αρσενικά μπάτζι φέρουν μπλε χαλινό
ενώ τα θυλικά φέρουν καφέ σε περιόδους αναπαραγωγής
ενώ τα θυλικά φέρουν καφέ σε περιόδους αναπαραγωγής
Συστηματική ταξινόμηση
Επικράτεια: Αυτόχθων της Αυστραλίας, αλλά έχει εισαχθεί επιτυχώς και σε άλλες περιοχές εκτός αυτής, ακόμη και σε εύκρατα κλίματα.[1]
Γένος: Melopsittacus
Είδος: undulatus

Το μπατζεριγκάρ (budgerigar) πιο γνωστό ως μπάτζι, ή απλά παπαγαλάκι (επιστημονική ονομασία Melopsittacus undulatus) είναι ένας μικρός σε μέγεθος παπαγάλος, με μακριά ουρά. Το μπάτζι είναι το μόνο είδος του γένους Melopsittacus. Το χρώμα τως φτερών του είδος είναι πράσινο και κίτρινο με μαύρα, σημάδια στον αυχένα, την ράχη και τα φτερά πτήσης. Ωστόσο στην αιχμαλωσία έχουν εκτραφεί πουλιά με άλλα χρώματα όπως μπλε, λευκά, κίτρινα, γκρι, ακόμη και με μικρά λοφία στο κεφάλι. Οι νεοσσοί και τα νεαρά πουλιά είναι μονομορφικά, ενώ οι ενήλικες ξεχωρίζουν από τον χρωματισμό του χαλινού, δηλαδή του πάνω μέρους του ράμφους τους γύρω από τα ρουθούνια, αλλά και τη συμπεριφορά τους.

Η προέλευση του ονόματος μπάτζι είναι ασαφής. Καταγράφηκε για πρώτη φορά το 1805.Τα μπάτζι είναι δημοφιλή κατοικίδια σε όλο τον κόσμο λόγω του μικρού τους μεγέθους, του χαμηλού κόστους και της ικανότητας να μιμούνται την ανθρώπινη ομιλία. Είναι το τρίτο πιο δημοφιλές κατοικίδιο ζώο στον κόσμο, μετά το σκύλο και τη γάτα . [2] Τα μπάτζι είναι παπαγάλοι που ζουν σε κοπάδια και εκτρέφονται στην αιχμαλωσία από τον 19ο αιώνα. Τόσο στην αιχμαλωσία όσο και στην άγρια φύση, οι παπαγάλοι αυτοί ζευγαρώνουν και γεννούν όποτε το επιτρέπουν οι συνθήκες.

Βρίσκεται στην άγρια φύση σε όλα τα ξηρότερα μέρη της Αυστραλίας, όπου έχει επιβιώσει από σκληρές εσωτερικές συνθήκες για πάνω από πέντε εκατομμύρια χρόνια. Η επιτυχία του μπορεί να αποδοθεί στον νομαδικό τρόπο ζωής και την ικανότητά του να αναπαράγεται εν κινήσει. [3] Το μπάτζι συνδέεται στενά με τους παπαγάλους lories καθώς επίσης και με τους παπαγάλους των σύκων . [4] [5] [6] [7]

Ταξονομία και ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχουν βρεθεί απολιθώματα budgie πολύ παλιά απολιθώματα μπάτζι, έως και 50 έως 70 χιλιάδων ετών. Έχουν δοθεί διάφορες προτάσεις για το όνομά του. Αφ΄ ενός πιστεύεται ότι πρόκειται για παραφθορά της λέξης gidjirrigaa της γλώσσας Gamilaraay[8][9] ή gijirragaa της Yuwaalaraay.[10] Άλλοι πιστεύουν ότι πρόκειται για σύνθετη των budgery ή boojery (Αργκίστικη λέξη των Αγγλικών Αυστραλίας, που σημαίνει "καλό") και gar ("κακατούα"),[11] budgerygah ή betcherrygah,[12] το τελευταίο μάλιστα χρησιμοποιείται από ιθαγενείς της Νέας Νότιας Ουαλίας.[13] Πολλοί το αποδίδουν ως "καλό πουλί", ενώ άλλοι ως "καλό φαΐ".[14]

Το μπάτζι περιγράφηκε για πρώτη φορά από τον Τζωρτζ Σω το 1805 και έλαβε το τρέχον διωνυμικό του όνομα από τον John Gould το 1840. Το όνομα του γένους Melopsittacus, από τα αρχαία ελληνικά, σημαίνει "μελωδικός παπαγάλος". [15][7]

Το δε "undulatus" είναι λατινικό και αναφέρεται στις κυματιστές λωρίδες στα φτερά και τον σβέρκο τους.[16]

Άλλα ονόματα είναι "παπαγάλος-κοχύλι", "παπαγάλος-καναρίνι", "παπαγάλος-ζέβρα", κα. Αν και το όνομα "lovebird" αναφέρεται ως επί το πλείστον στις Αγαπόρνιθες, έχει αναφερθεί και στα μπάτζι λόγω των μεταξύ τους σχέσεων.[12] Αρχικά το μπάτζι θεωρούνταν να είναι συνδεδεμένο με τα γένη Neophema και Pezoporus λόγω των κυματιστών σχεδίων στο κεφάλι και τον αυχένα.[17] Ωστόσο, νεότερες έρευνες το τοποθετούν κοντύτερα στα λόρρις και τους παπαγάλους των σύκων.[18][19][20][21]

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα άγρια μπάτζι έχουν μήκος 18 εκατοστών,[22] ζυγίζουν 30-40 γραμμάρια και το άνοιγμα των φτερών τους είναι 30 εκατοστά. Είναι ως επί το πλείστον πράσινα και φέρουν κυματιστές λωρίδες στον σβέρκο και τα φτερά, τα οποία φέρουν και κίτρινα στοιχεία. Το κεφάλι είναι κίτρινο στα ενήλικα, αλλά τα νεαρά φέρουν και μαύρες ρίγες γύρω από το ράμφος τους, μέχρι την ηλικία των 3-4 μηνών. Έχουν μία μαύρη βούλα σε κάθε μάγουλο και άλλες τρεις στο λαρύγγι τους, ενώ η ουρά τους είναι σκούρη μπλε. Τα ποδαράκια τους είναι γκρι με μπλε και φέρουν δύο δάκτυλα.[17] Στο φυσικό τους περιβάλλον στην Αυστραλία, τα μπάτζι είναι εμφανώς μικρότερα από αυτά που ζουν σε αιχμαλωσία.[23]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Παρατηρήσεις». iNaturalist. Ανακτήθηκε στις 11 Ιουνίου 2022. 
  2. Perrins, Christopher, επιμ. (2003). «Parrots, Lories, and Cockatoos». The New Encyclopedia of Birds (1st έκδοση). Oxford: Oxford University Press. ISBN 978-0-19-852506-6. 
  3. «Dr. Marshall's Philosophy on Breeding Exhibition Budgerigars». Bird Health. 2004. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 11 Αυγούστου 2004. Ανακτήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 2013. 
  4. Wright, TF; Schirtzinger EE; Matsumoto T; Eberhard JR; Graves GR; Sanchez JJ; Capelli S; Mueller H και άλλοι. (2008). «A Multilocus Molecular Phylogeny of the Parrots (Psittaciformes): Support for a Gondwanan Origin during the Cretaceous». Molecular Biology and Evolution 25 (10): 2141–2156. doi:10.1093/molbev/msn160. PMID 18653733. PMC 2727385. https://archive.org/details/sim_molecular-biology-and-evolution_2008-10_25_10/page/2141. 
  5. Tokita, M; Kiyoshi T; Armstrong KN (2007). «Evolution of craniofacial novelty in parrots through developmental modularity and heterochrony». Evolution & Development 9 (6): 590–601. doi:10.1111/j.1525-142X.2007.00199.x. PMID 17976055. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 5 October 2012. https://archive.today/20121005175548/http://www3.interscience.wiley.com/journal/118546207/abstract. 
  6. de Kloet, RS; de Kloet SR (2005). «The evolution of the spindlin gene in birds: Sequence analysis of an intron of the spindlin W and Z gene reveals four major divisions of the Psittaciformes». Molecular Phylogenetics and Evolution 36 (3): 706–721. doi:10.1016/j.ympev.2005.03.013. PMID 16099384. 
  7. 7,0 7,1 Schweizer, M.; Seehausen O; Güntert M; Hertwig ST (2009). «The evolutionary diversification of parrots supports a taxon pulse model with multiple trans-oceanic dispersal events and local radiations». Molecular Phylogenetics and Evolution 54 (3): 984–94. doi:10.1016/j.ympev.2009.08.021. PMID 19699808. 
  8. «gidjirrigaa». Gamilaraay Dictionary. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 4 Ιανουαρίου 1997. 
  9. «budgerigar». Macquarie Dictionary. Macquarie Dictionary Publishers. https://www.macquariedictionary.com/features/word/search/?search_word_type=Dictionary&word=budgerigar. Ανακτήθηκε στις 10 September 2021. 
  10. «budgerigar». Merriam-Webster.com Dictionary. Merriam-Webster. https://www.merriam-webster.com/dictionary/budgerigar. Ανακτήθηκε στις 10 September 2021. 
  11. «budgerigar (n.)». Online Etymology Dictionary. Douglas Harper. https://www.etymonline.com/word/budgerigar. Ανακτήθηκε στις 10 September 2021. 
  12. 12,0 12,1 Lendon, Alan H. (1973). Australian Parrots in Field and Aviary (2nd έκδοση). Sydney: Angus and Robertson. σελίδες 302–07. ISBN 0-207-12424-8. 
  13. Gould, John (2009). «Indigenous Bird Names of the Hunter Region of New South Wales». Australian Museum. Sydney, New South Wales: Australian Museum. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 17 Οκτωβρίου 2009. Ανακτήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2010. 
  14. «HAMILTON & DISTRICT BUDGERIGAR & CAGE BIRD SOCIETY INC». www3.sympatico.ca. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 27 Αυγούστου 2021. Ανακτήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 2021. 
  15. Liddell, Henry George· Robert Scott (1980). A Greek-English Lexicon (Abridged έκδοση). United Kingdom: Oxford University Press. ISBN 0-19-910207-4. 
  16. Simpson, D.P. (1979). Cassell's Latin Dictionary (5th έκδοση). London: Cassell Ltd. ISBN 0-304-52257-0. 
  17. 17,0 17,1 Forshaw, Joseph Michael· Cooper, William T. (1981) [and 1st edition in 1973]. Parrots of the World. Illustrated by Frank Knight (2nd έκδοση). Princeton University Press. σελίδες 175–176. ISBN 0-87666-959-3. 
  18. Σφάλμα αναφοράς: Σφάλμα παραπομπής: Λανθασμένο <ref>. Δεν υπάρχει κείμενο για τις παραπομπές με όνομα wright2.
  19. Σφάλμα αναφοράς: Σφάλμα παραπομπής: Λανθασμένο <ref>. Δεν υπάρχει κείμενο για τις παραπομπές με όνομα tokita2.
  20. Σφάλμα αναφοράς: Σφάλμα παραπομπής: Λανθασμένο <ref>. Δεν υπάρχει κείμενο για τις παραπομπές με όνομα deKloet2.
  21. Σφάλμα αναφοράς: Σφάλμα παραπομπής: Λανθασμένο <ref>. Δεν υπάρχει κείμενο για τις παραπομπές με όνομα Schweizer2.
  22. Σφάλμα αναφοράς: Σφάλμα παραπομπής: Λανθασμένο <ref>. Δεν υπάρχει κείμενο για τις παραπομπές με όνομα :3.
  23. «Budgerigar.com». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 20 Σεπτεμβρίου 2018.