Κλάους Μπάρμπι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Νικόλαους Μπάρμπι
Dossier de photographies soumises aux témoins du procès Barbie, gros plan.jpg
Ψευδώνυμο Χασάπης της Λυών
Γέννηση 25 Οκτωβρίου 1913
Γκόντεσμπεργκ, Πρωσία
Θάνατος 25 Σεπτεμβρίου 1991
Λυών, Γαλλία
Χώρα Flag of the German Reich (1935–1945).svg Ναζιστική Γερμανία
Flag of the United Kingdom.svg Ηνωμένο Βασίλειο
Flag of the United States (Pantone).svg ΗΠΑ
Flag of Germany.svg Δυτική Γερμανία
Flag of Bolivia.svg Βολιβία
Κλάδος Μυστικές υπηρεσίες

Ο Νικόλαους «Κλάους» Μπάρμπι (Nikolaus „Klaus“ Barbie, 25 Οκτωβρίου 1913 - 25 Σεπτεμβρίου 1991) ήταν Γερμανός ναζιστής αξιωματούχος και υπεύθυνος σειράς εγκλημάτων πολέμου στη Γαλλία κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, λόγω των οποίων καταγράφηκε στη συλλογική μνήμη ως ο χασάπης της Λυών. Μετά τη λήξη του πολέμου εξασφάλισε άτυπη ασυλία από τις δυτικές μυστικές υπηρεσίες και έζησε στη Λατινική Αμερική, όπου δραστηριοποιήθηκε ως «εμπειρογνώμονας» σε διώξεις κομμουνιστών. Τελικά το 1983 εκδόθηκε στη Γαλλία, καταδικάστηκε και πέθανε έγκλειστος.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μπάρμπι γεννήθηκε στο Γκόντεσμπεργκ, κοντά στη Βόννη, στις 25 Οκτωβρίου 1913. Η μακρινή καταγωγή της οικογένειάς του ήταν από τη Γαλλία (οι πρόγονοι του πατέρα του λέγονταν Μπαρμπιέ και είχαν εγκατασταθεί στη Γερμανία μετά την Επανάσταση του 1789), παρ' όλα αυτά μεγάλωσε σε ένα κλίμα μίσους προς τους Γάλλους. Ο πατέρας του ήταν βετεράνος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, απ' τον οποίο είχε γυρίσει αλκοολικός και με ένα σοβαρό τραύμα στο λαιμό.

Στέλεχος του Ναζιστικού Κόμματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1933 έχασε το μεγαλύτερο αδελφό του, ο οποίος έπασχε από χρόνια ασθένεια, και τον πατέρα του από καρκίνο. Ως συνέπεια, εγκατέλειψε τη φιλοδοξία του να σπουδάσει Θεολογία και αναζήτησε εργασία μέσω της RAD, ενός θεσμού που συνδεόταν άμεσα με το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα. Δύο χρόνια αργότερα στρατολογήθηκε στις Υπηρεσίες Ασφαλείας (SD) των Ες-Ες, ενώ πλήρες μέλος του κόμματος έγινε το 1937.

Το Νοέμβριο του 1942 τοποθετήθηκε στη Λυών ως επικεφαλής της τοπικής Γκεστάπο, φέροντας το βαθμό του λοχαγού και αφού είχε νωρίτερα θητεύσει σε Άμστερνταμ και Ντιζόν. Εγκατέστησε το διοικητήριο στο ξενοδοχείο Τέρμινους και έμεινε στην ιστορία για τα φριχτά βασανιστήρια, στα οποία υπέβαλε αδιακρίτως άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Υπολογίζεται ότι έως το φθινόπωρο του 1944 που εγκατέλειψε την πόλη, υπήρξε υπεύθυνος για το θάνατο συνολικά 14.000 ατόμων.

Πράκτορας της Δύσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αμέσως μετά τον πόλεμο, συνεργάστηκε για λίγο με τους Βρετανούς. Το 1947 στρατολογήθηκε απ' τη στρατιωτική μυστική υπηρεσία CIC των Ηνωμένων Πολιτειών και στάλθηκε στη Δυτική Γερμανία για να κατασκοπεύει Γάλλους αξιωματούχους - αν και σύμμαχοι στον Ψυχρό Πόλεμο που μόλις ξεκινούσε, οι Γάλλοι υπό τον ντε Γκωλ θεωρούνταν τότε επίφοβοι για συνεργασία με τους Σοβιετικούς. Όταν οι Γάλλοι αντιλήφθηκαν την ταυτότητά του, το 1949, απαίτησαν από τους Αμερικανούς την παράδοσή του (τον είχαν ήδη καταδικάσει σε θάνατο για τα εγκλήματα της Λυών), οι τελευταίοι όμως κατάφεραν να τον φυγαδεύσουν στην Αργεντινή.

Τις επόμενες δεκαετίες έζησε στη Βολιβία με πλαστό διαβατήριο ως Κλάους Άλτμαν, συνεργαζόμενος όχι μόνο με την αμερικανική CIA, αλλά για κάποιο διάστημα μετά το 1965 και με τη δυτικογερμανική BND (με κωδικό όνομα Adler, Αετός). Άσκησε διάφορα «κανονικά» επαγγέλματα, κυρίως όμως χρησιμοποιήθηκε ως σύμβουλος σε ζητήματα αντικομμουνισμού και εκπαιδευτής παραστρατιωτικών ομάδων από βολιβιανές κυβερνήσεις. Ανάμεσα σε πολλά, μαρτυράται ότι συμμετείχε στους σχεδιασμούς για την εξόντωση του Τσε Γκεβάρα (1967) και το Πραξικόπημα της Κοκαΐνης (1980).

Οριστική καταδίκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Γαλλία γνώριζε από το 1971 ότι ο Βολιβιανός Κλάους Άλτμαν ήταν στην πραγματικότητα ο Μπάρμπι (είχε εντοπιστεί από το ζεύγος Κλάρσφελντ), αδυνατούσε όμως να επιτύχει την έκδοσή του. Τα πράγματα άλλαξαν το 1983, όταν ο νεοεκλεγείς σοσιαλιστής πρόεδρος Ερνάν Σίλες Σουάσο συνέλαβε τον «Άλτμαν» και τον εξέδωσε στις γαλλικές αρχές.

Η δίκη έλαβε χώρα το 1987 στη Λυών και μαγνητοσκοπήθηκε λόγω της ιστορικής σημασίας της. Ο Μπάρμπι αντιμετώπισε συνολικά 41 κατηγορίες για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, βασισμένες στις καταθέσεις Γάλλων αντιστασιακών και Εβραίων. Η υπερασπιστική γραμμή του στηρίχτηκε περισσότερο σε δικονομικά ζητήματα, αμφισβητώντας τη νομιμότητα της έκδοσής του, παρά στα γεγονότα.

Καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη. Πέθανε φυλακισμένος στις 25 Σεπτεμβρίου 1991 από λευχαιμία.