Η Μικρή μας Πόλη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Μικρή μας Πόλη (πρωτότυπος τίτλος Our Town) είναι τρίπρακτο θεατρικό έργο του 1938 του Βορειοαμερικανού συγγραφέα Θόρντον Ουάιλντερ. Τοποθετημένο στη φανταστική Αμερικανική μικρή πόλη Γκρόβερς Κόρνερς μιλάει για την ιστορία των κατοίκων μιας συνηθισμένης πόλης των αρχών του εικοστού αιώνα, όπως απεικονίζεται στην καθημερινή ζωή τους. Παρουσιάζονται σκηνές από την ιστορία της πόλης μεταξύ των ετών 1901 και 1913. To έργο παίζεται σχεδόν χωρίς σκηνικά. Σε όλο το έργο ο Ουάιλντερ χρησιμοποιεί μεταθεατρικές τεχνικές, όπως η αφήγηση από ένα διευθυντή σκηνής. Πρώτη παράσταση στο McCarter Theatre στο Princeton του New Jersey το 1938. Την ίδια χρονιά κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ για το δράμα. Το έργο παραμένει και σήμερα δημοφιλές και είναι συχνά τα ανεβάσματα του.

Πρώτη Πράξη : Kαθημερινή Ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Διευθυντής Σκηνής εισάγει τους θεατές στη μικρή πόλη του Γκρόβερς Κόρνερς του Νιου Χάμσαϊρ και τους κατοίκους του καθώς ξημερώνει ένα πρωί του 1901. Ο Τζόε Κρόουελ φέρνει τις εφημερίδες, ο Χάουι Νιούσαμ μοιράζει το γάλα και οι γειτονικές οικογένειες Γουέμπ και Γκιμπς στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο.

Δεύτερη Πράξη : Έρωτας και Γάμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχουν περάσει τρία χρόνια και ο Τζόρτζ και η Εμιλυ ετοιμάζονται να παντρευτούν. Ο Χάουι Νιούσαμ φέρνει το γάλα ενώ βρέχει και ο Σι Κρόουελ, νεότερος αδερφός του Τζόε, θρηνεί που θα σπαταληθεί το ταλέντο του Τζορτζ στο μπέιζμπολ. Ο Τζορτζ κάνει μια αμήχανη επίσκεψη στο μέλλοντα πεθερό του. Εδώ ο Διευθυντής Σκηνής διακόπτει τη δράση και φέρνει τους θεατές ένα χρόνο πίσω. Η Εμιλυ κατηγορεί το Τζορτζ για την υπεροψία του και τρώγοντας παγωτό συζητούν για το μέλλον και τον έρωτά τους. Ο Τζορτζ αποφασίζει να μην πάει στο Κολλέγιο, όπως σχεδίαζε, αλλά να εργασθεί και τελικά να αναλάβει τη φάρμα του θείου του. Ακολουθεί ο γάμος, όπου ο Τζορτρζ, σε μια κρίση νευρικότητας, λέει στη μητέρα του ότι δεν είναι έτοιμος να παντρευτεί.

Τρίτη Πράξη : Θάνατος και Αιωνιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Διευθυντής Σκηνής αρχίζει την πράξη με ένα εκτενή μονόλογο με έμφαση στην αιωνιότητα και μας μεταφέρει στο νεκροταφείο έξω από την πόλη και στους ήρωες, που έχουν πεθάνει στα εννέα χρόνια από τη Δεύτερη Πράξη : Την Κυρία Γκιμπς (από πνευμονία ενώ ταξίδευε), τον Ουάλι Γουέμπ (ρήξη σκωληκοειδίτιδας ενώ ήταν σε κατασκήνωση), την Κυρία Σομς και το Σάιμον Στίμσον (αυτοκτονία με απαγχονισμό). Συναντάμε το νεκροθάφτη Τζόε Στόνταρντ και ένα νεαρίο Σαμ Κρεγκ, που έχει γυρίσει στο σπίτι του από την κηδεία της ξαδέρφης του. Μαθαίνουμε ότι ξαδέρφη του είναι η Εμιλυ, που πέθανε πάνω στη γέννα του δεύτερου παιδιού της με το Τζορτζ. Η κηδεία τελειώνει και η Έμιλυ εμφανίζεται να συναντά τους νεκρούς. Τότε η Κυρία Γκιμπς της λέει ότι πρέπει να υπομένουν και να ξεχάσουν τη ζωή που προηγήθηκε, αλλά η Εμιλυ αρνείται. Παρά τις προειδοποιήσεις του Σάιμον, της Κυρίας Σομς και της Κυρίας Γκιμπς η Εμιλυ αποφασίζει να επιστρέψει στη Γη για να ξαναζήσει μια μόνο μέρα, των 12ων γενεθλίων της. Τελικά το βρίσκει πολύ επώδυνο και συνειδητοποιεί πόσο θα έπρεπε να εκτιμούμε τη ζωή ΄΄κάθε, μα κάθε στιγμή΄΄. Καυστικά ρωτάει το Διευθυντή Σκηνής αν υπάρχει κανένας που συνειδητοποιεί τη ζωή εν όσω ζει και παίρνει την απάντηση ΄΄Οχι. Ίσως λίγο οι άγιοι και οι ποιητές΄΄. Επιστρέφει τότε στον τάφο της, δίπλα στην Κυρία Γκιμπς, παρακολουθώντας με απάθεια το Τζορτζ να γονατίζει στο μνήμα της. Ο Διευθυντής Σκηνής ολοκληρώνει το έργο πιθανολογώντας την απουσία ζωής πέρα από τη γη και καληνυχτίζει τους θεατές.