Ηθική παρενόχληση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η ηθική παρενόχληση είναι υπόγεια ψυχολογική βία που ασκείται συστηματικά με διάφορες μορφές από ενήλικες που χρησιμοποιούν ποικίλες μεθόδους προκειμένου να ταπεινώσουν, να απομονώσουν, και να απομακρύνουν άλλους ενήλικες από την εργασία τους ή άλλον χώρο ή συνθήκη. Γίνεται προσβολή της ηθικής υπόστασης, της αξιοπρέπειας και της προσωπικότητας του θύματος με αποτέλεσμα αρνητικές επιπτώσεις στην απόδοσή του, τις σχέσεις του, την υγεία του και την ασφάλειά του.[1]

Η ηθική παρενόχληση, δεν είναι εύκολο να αναγνωριστεί και να αντιμετωπιστεί, καθώς οι επιθέσεις, οι πράξεις βίας και οι βλάβες δεν αποδίδονται με σαφήνεια.[1]

Πέρα από τον χώρο εργασίας, συναντάται συχνά στο διαδίκτυο με παραδείγματα όπως:[1]

  • η προσπάθεια να αποκλειστεί το θύμα από διαδικτυακές κοινότητες
  • η άσκηση λεκτικής βίας πίσω από ανώνυμους λογαριασμούς
  • η προσπάθεια παρέμβασης στην πραγματική του ζωή

Ο όρος δεν έχει καθιερωθεί διεθνώς, παρά κυρίως σε γαλλόφωνες χώρες, ενώ έχει υιοθετηθεί θεσμικά από την Ευρωπαϊκή Ένωση.[2] Η ηθική παρενόχληση εμφανίζεται και στο οικογενειακό περιβάλλον.[1][2]

Προέλευση και εξέλιξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ηθική παρενόχληση ξεκινά με απλή έλλειψη σεβασμού, ένα ψέμα ή μια εκμετάλλευση, που στην αρχή δεν δίνεται σημασία και δεν είναι ανυπόφορη. Όσο η κοινωνική ομάδα στην οποία λαμβάνει χώρα η συμπεριφορά δεν αντιδρά. η συμπεριφορά αυτή κλιμακώνεται και γίνεται διαστροφική, επιφέροντας σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία του θύματος, το οποίο υπομένει και σιωπά. Ο θύτης κάνει χειρισμούς που αποδίδουν ερμηνεία σύγκρουσης ή πάθους στη σχέση θύτη και θύματος. Εμφανίζεται από τον θύτη μια αλυσίδα από αντιδεοντολογικές συμπεριφορές, που ενώ φαίνεται να μη συνδέονται η μία με την άλλη, είναι μέρη στρατηγικού σχεδιασμού με σκοπό τον εκφοβισμό, την ταπείνωση και την αποδυνάμωση του θύματος.[2]

Η ηθική παρενόχληση σε χώρους εργασίας παρουσιάζεται αιφνίδια και αναπάντεχα, προκαλώντας σοκ στο θύμα. Η εμπειρία του θύματος γίνεται τραυματική λόγω της έκθεσης στο περιβάλλον που συζητά γι' αυτό, ενδέχεται να οδηγεί στον κοινωνικό στιγματισμό, και το θύμα να ταυτιστεί κοινωνικά ως τέτοιο και να χαρακτηρίζεται ως αδύναμη προσωπικότητα.[2]

Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το θύμα διαβάλλεται και προκαλείται σε κάθε ευκαιρία με:[1]

  • συκοφαντίες
  • διασπορά φημών
  • διαρκή επίκριση
  • υποτίμηση
  • απειλές

τα οποία ενδέχεται να εφαρμόζονται έμμεσα με:[1]

  • κουτσομπολιά
  • χρήση ειρωνείας
  • υπονοούμενα
  • προσπάθεια αποκλεισμού από την ομάδα
  • στέρηση παροχών
  • δημιουργία αρνητικού κλίματος

Ενδέχεται επίσης να γίνεται προσπάθεια γελοιοποίησης του θύματος σε ότι αφορά προσωπικές επιλογές του ή χαρακτηριστικά του (π.χ. σεξουαλικότητα, παρουσιαστικό, προσόντα).[1]

Προφίλ θύματος και θύτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θύμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το θύμα έχει συνήθως ειδικές ικανότητες και εντιμότητα, ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους και δεν χειραγωγείται εύκολα, και αυτά του τα χαρακτηριστικά επάγουν φθόνο και θυμό στον θύτη. Μην έχοντας αναπτύξει δίκτυα ή λόγω εσωστρέφειας, το θύμα δε μπορεί να υπεραμυνθεί με επιτυχία. Συνήθως έχει μόλις αντιμετωπίσει προσωπικές αντιξοότητες και είναι ευπρόσβλητο, κάτι που ο θύτης εκμεταλλεύεται.[1]

Θύτης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο θύτης λειτουργεί με φθόνο, έχει αρνητική προδιάθεση ενάντια στο θύμα, θέλει να ελέγχει και να κυριαρχεί και έχει ανάγκη να ασκεί εξουσία και να επιβεβαιώνεται για να καλύπτει μια βαθύτερη ανασφάλεια και ανεπάρκεια. Η συμπεριφορά του είναι δεσποτική, υπέρμετρη, ξεπερνά τη μέση λογική και τη δεοντολογία, όμως ταυτόχρονα καλύπτεται ώστε να μην τιμωρείται, συνεχώς χειροτερεύει, και αποδίδει πλήρως τη δική του ευθύνη στο θύμα, διαστρεβλώνοντας εντελώς την πραγματικότητα.[1]

Τύποι διαταραγμένης προσωπικότητας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο θύτης εμφανίζει ύπουλη συστηματική στοχευμένη επιθετικότητα προς το θύμα, ενώ στους υπόλοιπους συναδέλφους του συμπεριφέρεται διαφορετικά και στους ιεραρχικά ανώτερους υποτάσσεται πλήρως. Η συμπεριφορά αυτή σχετίζεται με τέσσερις κυρίως τύπους διαταραχής προσωπικότητας[3]

  1. Αντικοινωνική προσωπικότητα: ψυχρότητα συναισθημάτων, απάθεια στις ανάγκες των άλλων, έλλειψη αυτοκριτικής, ελαττωμένη αυτολογοκρισία
  2. Ναρκισσιστική προσωπικότητα: υπέρμετρη ιδέα για το ίδιο το άτομο, μη ικανότητα αποδοχής κριτικής (την οποία αντιμετωπίζει με αδιαφορία ή έντονο θυμό)
  3. Θεατρική προσωπικότητα: θεατρινίστικη συμπεριφορά που προσαρμόζεται κατά κατά περίσταση προς εξυπηρέτηση ιδίων αναγκών
  4. Ψυχαναγκαστική προσωπικότητα: τυπολατρεία, λεπτομερειακή ανάλυση των καταστάσεων, ακαμψία στη συλλογιστική του, κ.λ.π.

Στοιχεία συμπεριφοράς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ο θύτης προσπαθεί να απομονώσει το θύμα από την ομάδα,
  • υποτιμά συστηματικά την απόδοσή του,
  • του αφαιρεί σταδιακά αρμοδιότητες,
  • χρησιμοποιεί εκφράσεις και χαρακτηρισμούς με εμφανή φθόνο και επιθετικότητα προς το θύμα και
  • δε μετανιώνει ποτέ ούτε ζητά συγνώμη, γνώρισμα για τα έντονα ψυχοπαθητικά στοιχεία της προσωπικότητάς του.[3]

Επιπτώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άτομο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το θύμα καταπονείται συναισθηματικά, σοκάρεται, λειτουργεί με αβεβαιότητα, ντρέπεται, στρεσάρεται, θυμώνει, φέρει ενοχές, λειτουργεί κάτω από φόβο, αγχώνεται, αποδίδει λιγότερο, ελαττώνονται τα κίνητρά του, ενδεχομένως εμφανίζει ψυχικά και σωματικά ζητήματα στην υγεία του ή και κάνει κακό στον εαυτό του. Η ομάδα ενδέχεται να το απομονώσει, να το στιγματίσει ή να το απορρίψει, σε βαθμό που το θύμα να φτάσει να παραιτηθεί ή να απολυθεί από την εργασία του.[1]

Ομάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κλίμα από τη συστηματική ηθική παρενόχληση γίνεται δυσάρεστο και επηρεάζει την ομάδα ή την εταιρεία. Χάνεται η ηρεμία και η καλοπιστία, εμφανίζονται διαρκώς αντιπαραθέσεις, επικρίνεται η διοίκηση, μειώνονται οι δείκτες απόδοσης και η εκτίμηση από τρίτους, ελαττώνεται το σθένος, συμβαίνουν ατυχήματα, μειώνονται οι παρουσίες, γίνονται παραιτήσεις κ.α.[1]

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις προσωπικές σχέσεις (οικογένεια, ζευγάρια κλπ) η διαστροφική βία εμφανίζεται υπό συνθήκες που ενδεχομένως περιλαμβάνουν συναισθηματική έλλειψη ή υπερβολική οικειότητα. Η εγγύτητα στην τελευταία περίπτωση επάγει φόβο στο θύμα, ο δε θύτης λειτουργεί αποπνικτικά προσπαθώντας να συντηρήσει τη σχέση εξάρτησης και ιδιοκτησίας ώστε να συνεχίζει να είναι κυρίαρχος και παντοδύναμος. Το θύμα δεν αντιδρά και πλημμυρίζει από ενοχές και αμφιβολίες. Η εκδήλωση της διαστροφικής βίας είναι πιθανό να γίνει σε περιόδους κρίσης όπου η αδυναμία και άρνηση ανάληψης ευθύνης από τον θύτη για μια δύσκολη περίπτωση μετατρέπεται σε συμπεριφορά που μοιάζει με καταδιωκτικό παραλήρημα κατά του θύματος, το οποίο ανήμπορο να αντιδράσει υπομένει τον εξευτελισμό, νιώθει ντροπή και έντονο θυμό και βρίσκεται σε κατάσταση έντονου στρες.[2]

Στην περίπτωση επικείμενου χωρισμού ή διαζυγίου μια τέτοια κατάσταση θεωρείται πως εξηγεί εκδικητικές συμπεριφορές μετά τον χωρισμό, όταν στην αδυναμία του να μισήσει κανείς τον εαυτό του στρέφει το μίσος του προς το άτομο που κάποτε ήταν μέρος του εαυτού του. Ο χωρισμός είναι συνήθως απόφαση του θύματος, κάτι που κάνει την παρενόχληση ακόμα πιο έντονη, βίαιη και πιεστική, καθώς ο χωρισμός δεν γίνεται αποδεκτός και ο θύτης προσπαθεί να κυριαρχήσει και πάλι στο θύμα, να το αποσταθεροποιήσει, να το αποδιοργανώσει και να του δημιουργήσει αμφιβολίες για το ίδιο και τους άλλους.[2]

Αντιμετώπιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένας οργανισμός πρέπει να προσβλέπει στην εκπαίδευση των μελών του, να καλλιεργεί κουλτούρα συνεργασίας, να έχει βοήθεια νομικής φύσης και συμβουλή από ψυχολόγους. Η διοίκηση πρέπει να μπορεί να λαμβάνει την πληροφόρηση που χρειάζεται, να συλλέγει δεδομένα και να καταγράφει παράπονα. Δεν πρέπει να ανέχεται στο ελάχιστο τέτοιες συμπεριφορές και πρέπει να επιδιώκει έμπρακτα και να ενθαρρύνει την πολιτισμένη συμπεριφορά στα μέλη του.[1]

Τα θύματα πρέπει να αιτούνται συμπαράσταση, να αξιώνουν να αποζημιώνονται, να επιδιώκουν την τιμωρία του θύτη και την υποχρέωση οριστικής παύσης της παρενόχλησης.[1]

Σε περιπτώσεις εκδικητικής συμπεριφοράς εντός προσωπικών σχέσεων προτείνεται να μένει το θύμα ψύχραιμο, να διατηρεί την αυτοεκτίμησή του και να μη δίνει σημασία στις επιθέσεις.[2]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,00 1,01 1,02 1,03 1,04 1,05 1,06 1,07 1,08 1,09 1,10 1,11 1,12 Χονδρού, Τζίνα (27 Ιαν. 2016). «Ηθική Παρενόχληση: αναγνωρίστε τη συγκαλυμμένη βία». e-psychology.gr. https://www.e-psychology.gr/violence-abuse/1590-ithiki-parenoxlisi-anagnoriste-ti-sygkalymeni-via.html. Ανακτήθηκε στις 13 Ιανουαρίου 2017. 
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 2,6 Αναστασίου, Ειρένα. «Ηθική παρενόχληση: μία νέα μορφή βίας». psychologynow.gr. https://www.psychologynow.gr/psychology-news/tribute/violence-contagious-disease-of-our-time/24-ithiki-parenochlisi-mia-nea-morfi-bias-tis-irenas-anastasiu.html. Ανακτήθηκε στις 2017-01-13. 
  3. 3,0 3,1 Ευάγγελος Γ. Παπαγεωργίου Σύνδρομο mobbing - Ψυχολογική παρενόχληση στο χώρο εργασίας Τ.Ε.Ι. Αθήνας

Βιβλιογραφικές πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]