Εζέν Ντεβεριά

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Εζέν Ντεβεριά
Eugène Devéria autoportrait 1.jpg
Αυτοπροσωπογραφία (1838)
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Eugène Devéria (Γαλλικά)
Γέννηση22  Απριλίου 1805[1][2][3]
Παρίσι
Θάνατος3  Φεβρουαρίου 1865[1][2][4]
Πω
Χώρα πολιτογράφησηςΓαλλία
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΓαλλικά
ΣπουδέςΣχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταζωγράφος
γλύπτης[5]
Αξιοσημείωτο έργοBattle of La Marsaille, October 4, 1693
Οικογένεια
ΓονείςFrançois-Marie Devéria
ΑδέλφιαΑσίλ Ντεβεριά[6]
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Εζέν Ντεβεριά (γαλλικά: Eugène François Marie Joseph Devéria) 1805 - 1865, ήταν Γάλλος ρομαντικός ζωγράφος, στα έργα του περιλαμβάνονται ιστορικά θέματα, προσωπογραφίες και θρησκευτικές τοιχογραφίες.[7]

Με τον Ευγένιο Ντελακρουά και τον Λουί Μπουλανζέ, ήταν ένας από τους σημαντικούς εκπροσώπους του γαλλικού ρομαντικού κινήματος της γαλλικής τέχνης του 19ου αιώνα.[8]

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Εζέν Ντεβεριά γεννήθηκε στις 22 Απριλίου 1805 στο Παρίσι και ήταν γιος ανώτερου υπαλλήλου του Υπουργείο Ναυτικών. Η οικογένεια είχε πέντε παιδιά, ο μεγαλύτερος αδελφός του, Ασίλ Ντεβεριά, ήταν επίσης ζωγράφος.[9]

Μετά τον θάνατο του πατέρα τους, τη μεγάλη οικογένεια με τα μέτρια εισοδήματα ανέλαβε ο Ασίλ, του οποίου το ταλέντο ως εικονογράφου και η σκληρή δουλειά εξασφάλιζαν τακτικά οικονομικά έσοδα. Ήταν καλλιτεχνική οικογένεια, στα χρόνια 1820-1830, το σπίτι τους στο Παρίσι προσέλκυσε καλλιτέχνες και μουσικούς: «Ο ρομαντισμός βρισκόταν στο σπίτι των Ντεβεριά όπως έλεγαν τότε...», ανέφερε χρόνια αργότερα ο ποιητής Τεοφίλ Γκωτιέ, στενός φίλος του ζωγράφου.

Ο Εζέν Ντεβεριά επέδειξε μεγάλο καλλιτεχνικό ταλέντο και ο αδελφός του Ασίλ, του οποίου ήταν μαθητής, τον έβαλε στη Σχολή Καλών Τεχνών στο Παρίσι, όπου σπούδασε με δασκάλους τον Ζιροντέ-Τριοζόν και τον Γκιγιώμ Γκιγιόν Λετιέρ.[10]

Η Γέννηση του Ερρίκου Δ' , 1827, Λούβρο

Το 1824, υπέβαλε τα πρώτα του έργα στο Σαλόν, αλλά πέρασαν σχεδόν απαρατήρητα. Η επιτυχία ήρθε το 1827, με τον μνημειώδη πίνακα Η Γέννηση του Ερρίκου Δ' . Εκείνη την εποχή, μοιραζόταν ένα εργαστήριο στη λεωφόρο Σαιν-Μισέλ με τους γλύπτες Λουί Πετιτό και Πιέρ Καρτελιέ και τον ζωγράφο Λουί Μπουλανζέ. Από το 1824, με τον αδελφό του Ασίλ γνώρισαν και επισκέπτονταν τακτικά τον Βικτώρ Ουγκώ.

Μετά από την πρώτη του επιτυχία, ο νεαρός ζωγράφος έλαβε πολλές κρατικές παραγγελίες: έναν πίνακα, που προοριζόταν για την οροφή αίθουσας στο Λούβρο, πορτρέτα ιστορικών προσώπων για το Μουσείο Ιστορίας της Γαλλίας που δημιούργησε ο Λουδοβίκος Φίλιππος στις Βερσαλλίες, συμμετείχε στη διακόσμηση της εκκλησίας Νοτρ-Νταμ-ντε-Λορέτ στο Παρίσι και της Φουζέρ στη Βρετάνη.[11]

Όμως ο θρίαμβος του 1827 δεν ανανεώθηκε, έτσι το 1838 δέχτηκε την πρόταση να εγκαταλείψει την πρωτεύουσα για την Αβινιόν όπου ανέλαβε τη ζωγραφική διακόσμηση του καθεδρικού ναού της. Το έργο αποδείχθηκε μεγαλύτερο από ό,τι περίμενε, οι ανθυγιεινές συνθήκες και μια δραματική πλημμύρα, όπου παραλίγο να χαθεί με την οικογένειά του, εξάντλησαν τον ζωγράφο που, άρρωστος, εξασθενημένος, το 1841 άφησε την παπική πόλη για να αναρρώσει στο Μπεάρν, στο νότο της Γαλλίας. Την ίδια χρονιά, παντρεύτηκε τη σύντροφό του, Καρολίν-Αγκλαέ Ντυρανσέλ (1793-1863), μια κρεολή με την οποία ζούσε από πολλά χρόνια, και με την οποία είχαν αποκτήσει μια κόρη το 1831. Μεγάλωνε επίσης μια ανιψιά και έναν ανιψιό ως δικά του παιδιά. Όταν συνήλθε, εγκαταστάθηκαν όλοι στο Πω. Το 1843, ασπάστηκε τον Προτεσταντισμό, ο οποίος σύντομα έγινε πολύ σημαντικός για τον ίδιο και για τη ζωγραφική του. Η προσήλωση και η προσπάθεια προσηλυτισμού δημιούργησε ρήξη με την οικογένεια και τους φίλους του στο Παρίσι, από τους οποίους απομακρύνθηκε.

Ο όρκος του Λουδοβίκου Φιλίππου το 1830, (1836) Βερσαλλίες
Ο Κοντέ και ο Μαζαρίνος, σκηνή της Σφενδόνης, 1835, Ορλεάνη

Για να καλύψει τις ανάγκες της οικογένειάς του, ο Εζέν Ντεβεριά παρέδιδε μαθήματα σχεδίου, φιλοτέχνησε πορτρέτα πλουσίων πελατών που περνούσαν τον χειμώνα στο Πω και κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού πήγαινε στο παραθεριστικό θέρετρο Ω-Μπον, όπου ζωγράφιζε πορτρέτα και μικρές γραφικές σκηνές για τους επισκέπτες. Πολλά από τα έργα αυτής της εποχής έχουν θέμα τα Πυρηναία. Ταυτόχρονα, συνέχισε να στέλνει πίνακες ζωγραφικής στο Παρίσι σε τακτική βάση, όπου τους υποδέχονταν με αυξανόμενη αδιαφορία. Η τελευταία του αποστολή στο Σαλόν χρονολογείται από το 1861: Η υποδοχή του Χριστόφορου Κολόμβου από τον Φερδινάνδο και την Ισαβέλλα.

Έκανε επίσης αρκετά ταξίδια στο εξωτερικό, αλλά βρήκε λίγους πελάτες. Το 1856, προσπάθησε να τελειώσει το έργο του στην Αβινιόν, αλλά η κόρη του Μαρί, που τον συνόδευε, πέθανε στο ταξίδι. Έκανε άλλη μια επίσκεψη στην Αβινιόν το 1857, αλλά το έργο του εκεί παρέμεινε ημιτελές.

Έζησε στο Πω μέχρι το θάνατό του στις 3 Φεβρουαρίου 1865.[7]

Επιλογή έργων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Πολυμέσα σχετικά με το θέμα Eugène Devéria στο Wikimedia Commons