Βάσος Φαληρέας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Βάσος Φαληρέας
Γέννηση
Αθήνα
Θάνατος
Υπηκοότητα Ελλάδα
Ιδιότητα γλύπτης
Βραβεύσεις Χρυσός Σταυρός του Τάγματος του Γεωργίου Α΄‎
Μνημείο του Κωστή Παλαμά, έργο του Βάσου Φαληρέα

O Βάσος Φαληρέας (19057 Οκτωβρίου 1979) ήταν Έλληνας γλύπτης, ένας από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους της ακαδημαϊκής σχολής γλυπτών στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βάσος Φαληρέας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1905 και καταγόταν από την Καρδαμύλη της Μάνης. Σπούδασε ζωγραφική από το 1924 έως το 1929 στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (Α.Σ.Κ.Τ.) της Αθήνας με δασκάλους τους διάσημους καθηγητές της Σχολής Γεώργιο Ιακωβίδη και Θωμά Θωμόπουλο.

Το 1930 ο Φαληρέας, προκειμένου να τελειοποιήσει τις τεχνικές του, φεύγει για το Παρίσι και μέχρι το 1935 εργάζεται κοντά στους Γάλλους γλύπτες Σαρλ Ντεσπιώ (Charles Despiau) και Αριστίντ Μαγιόλ (Aristide Maillol). Εκείνη την εποχή, παρακολουθεί και μαθήματα χαρακτικής από τον Έλληνα χαράκτη Δημήτρη Γαλάνη, ο οποίος ζούσε στο Παρίσι.

Στη Διεθνή Έκθεση των Παρισίων, που πραγματοποιήθηκε το 1937 στη γαλλική πρωτεύουσα, ο Φαληρέας κέρδισε το χρυσό μετάλλιο για το έργο του «Γαλήνη» (1936), που είχε εκθέσει στο γαλλικό περίπτερο, καθώς και αργυρά μετάλλια για τα έργα «Γυμνό» και «Κεφαλή», με τα οποία μετείχε στο ελληνικό περίπτερο. Την ίδια χρονιά της βράβευσής του στην Έκθεση των Παρισίων, ο Φαληρέας τιμήθηκε με το Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Γεωργίου Α'. Υπήρξε μέλος της Ακαδημίας Καλών Τεχνών στο Παρίσι, ενώ το 1976 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.[1]

Ο Φαληρέας πέθανε από συγκοπή στις 7 Οκτωβρίου 1979[2], ενώ συνεδρίαζε η κριτική επιτροπή του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 1979, όπου μετείχε ως πρόεδρος της επιτροπής.[3] Το 1980 και το 1989 με απόφαση των συγγενών και κληρονόμων του καλλιτέχνη, δεκάδες έργα του παραχωρήθηκαν στην Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας.[4]

Γλυπτική δημιουργία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βάσος Φαληρέας διακρίνεται για τον ανθρωποκεντρικό τρόπο και την ακαδημαϊκή αντίληψη απόδοσης των έργων του. Έχει φιλοτεχνήσει δεκάδες μνημεία και ηρώα, όπως «Το Άγαλμα της Προμάχου Αθηνάς» (1951) στο Πεδίον του Άρεως στην Αθήνα, σε συνεργασία με τον αρχιτέκτονα Φαίδωνα Κυδωνιάτη (1910 – 1989), τα αποκαλυπτήρια του οποίου έγιναν σε λαμπρή τελετή το 1952. Άλλα μεγαλεπήβολα έργα του είναι επίσης το «Μνημείο του Λεωνίδα» στις Θερμοπύλες (1955) και το «Ηρώον των Μπιζενομάχων» (1926) στα Ιωάννινα.

Στο πληθωρικό έργο του συγκαταλέγεται μεγάλος αριθμός από προτομές και ανδριάντες. Σ’ αυτά περιλαμβάνονται η γλυπτική απεικόνιση βασιλέων, πολιτικών και στρατιωτικών, ποιητών και άλλων προσωπικοτήτων, όπως οι παρακάτω:

Ο Φαληρέας επιδόθηκε επίσης στη χάραξη μεταλλίων και νομισμάτων.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Στέλιος Λυδάκης: «Οι Έλληνες Γλύπτες – Η νεοελληνική γλυπτική: ιστορία – τυπολογία – λεξικό γλυπτών», τόμ. 5ος, Εκδοτικός οίκος «ΜΕΛΙΣΣΑ», Αθήνα, 1981.
  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάννικα, λήμμα «Φαληρέας, Βάσος» (Μ. Κατσανάκη – Μ. Στεφανίδης), τόμ.59, Εκδόσεις Πάπυρος, Αθήνα, 1996.
  • «ΕΛΛΑΣ» (Η ιστορία και ο πολιτισμός του Ελληνικού Έθνους από τις απαρχές μέχρι σήμερα), τόμος 2ος, Εκδοτικός Οργανισμός «Πάπυρος», Αθήνα, 1998.
  • Ζέττα Αντωνοπούλου: « Τα γλυπτά της Αθήνας: Υπαίθρια Γλυπτική 1834 – 2004», α΄ έκδοση, Εκδόσεις «Ποταμός», Αθήνα, 2003.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]