Αποστασία της Μυτιλήνης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αποστασία της Μυτιλήνης
Πελοποννησιακός Πόλεμος
Χρονολογία 427-428 π.Χ
Τόπος Μυτιλήνη
Έκβαση Νίκη των Αθηναίων
Εμπλεκόμενες πλευρές
Μυτιλήνη και πόλεις της Λέσβου με στήριξη της Σπάρτης και των Πελοποννησίων συμμάχων της
Ηγετικά πρόσωπα
Σάλαιθος, Αλκίδας

Η αποστασία της Μυτιλήνης ήταν επεισόδιο του Πελοποννησιακού Πολέμου που έλαβε χώρα την περίοδο 428-427 π.Χ και είχε αιτία την επιθυμία της Μυτιλήνης να ενώσει τις πόλεις της Λέσβου υπό την κυριαρχία της εις βάρος της αθηναϊκής ηγεμονίας, ωστόσο, η προσπάθεια της έληξε με αποτυχία.

Περιγραφή των γεγονότων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το καλοκαίρι του τέταρτου έτους του πολέμου, οι Σπαρτιάτες εισέβαλαν στην Αττική υπό τις διαταγές του βασιλέα Αρχίδαμου και προχώρησαν στην ερήμωση της χώρας. Ωστόσο, οι Αθηναίοι ιππείς προχωρούσαν σε επιθέσεις κατά του στρατοπέδου των Σπαρτιατών, αναγκάζοντας τους να υποχωρήσουν, καθώς δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν τρόφιμα[1]. Μετά την εισβολή των Σπαρτιατών στην Αττική, οι πόλεις της Λέσβου, πλην της Μηθύμνης, αποστάτησαν από τους Αθηναίους. Οι Μυτιληναίοι είχαν σκοπό να προβούν σ' αποστασία πριν την έναρξη του πολέμου, αλλά οι Λακεδαιμόνιοι αρνήθηκαν να τους βοηθήσουν. Αυτή τη στιγμή, οι Μυτιληναίοι αναγκάστηκαν να αποστατήσουν νωρίτερα απ' ότι είχαν σχεδιάσει, παρά το γεγονός ότι έπρεπε πρώτα να κλείσουν τους λιμένες, να οικοδομήσουν τείχος, να κατασκευάσουν πλοία και να λάβουν προμήθειες από τον Εύξεινο Πόντο. Οι Τενέδιοι και οι Μηθυμναίοι, καθώς και το δημοκρατικό κόμμα της Μυτιλήνης, κατηγόρησαν τους Μυτιληναίους ότι είχαν σκοπό να μετατρέψουν την πόλη τους σε πολιτικό κέντρο της Λέσβου και πως συνεργάζονταν με τους Λακεδαιμόνιους και τους Βοιωτούς[2]. Οι Αθηναίοι δεν πίστεψαν στην αρχή τις πληροφορίες για την αποστασία των Μυτιληναίων, αλλά οι πρέσβεις τους δεν κατάφεραν να πείσουν τους Μυτιληναίους να απαρνηθούν τα σχέδια τους. Τότε, οι Αθηναίοι στέλνουν μια μοίρα από σαράντα πλοία υπό τις διαταγές του Κλεϊππίδου και άλλων δύο στρατηγών. Οι Αθηναίοι γνώριζαν πως στη Μυτιλήνη λαμβάνει χώρα εορτή προς τιμήν του Απόλλωνα και ήλπιζαν να πετύχουν μια αιφνιδιαστική έφοδο στους Μυτιληναίους. Πριν αποπλεύσει ο στόλος, οι Αθηναίοι αιχμαλώτισαν τα πληρώματα των δέκα πλοίων που είχαν παραχωρήσει παλαιότερα οι Μυτιληναίοι στην αθηναϊκή συμμαχία, ωστόσο, ένας απ' αυτούς κατάφερε να αποδράσει και να μεταφέρει τα σχέδια των Αθηναίων στους Μυτιληναίους. Οι Μυτιληναίοι ακύρωσαν τους εορτασμούς και έσπευσαν να λάβουν θέσεις μάχης στα τείχη και στους λιμένες[3].

Οι Αθηναίοι στρατηγοί διέταξαν τους Μυτιληναίους να συμμορφωθούν, αλλά οι τελευταίοι αρνήθηκαν, με αποτέλεσμα να αρχίσουν οι εχθροπραξίες. Οι Μυτιληναίοι, ωστόσο, δεν ήταν έτοιμοι για πόλεμο και έστειλαν ένα μικρό στόλο για να ναυμαχήσει με τους Αθηναίους, χωρίς αποτέλεσμα. Τότε, οι Μυτιληναίοι ζήτησαν ανακωχή, την οποία οι Αθηναίοι δέχτηκαν. Οι νησιώτες έστειλαν πρεσβεία στην Αθήνα για διαπραγματεύσεις - ο κύριος όρος ήταν η απόσυρση του αθηναϊκού στόλου από το νησί, με τους Μυτιληναίους να υπόσχονται πως δεν θα προβούν σε εχθρικές ενέργειες κατά της αθηναϊκής συμμαχίας. Παράλληλα, ωστόσο, οι Μυτιληναίοι έστειλαν πρεσβεία στη Σπάρτη για να ζητήσουν βοήθεια[4]. Οι Αθηναίοι απέρριψαν τις προτάσεις της πρεσβείας των Μυτιληναίων, με αποτέλεσμα να ξαναρχίσουν οι εχθροπραξίες. Στο πλευρό των Αθηναίων αποφάσισαν να πολεμήσουν οι Μηθυμναίοι, οι Ίμβριοι και οι Λήμνιοι, ενώ η υπόλοιπη Λέσβος τάχθηκε με τους Μυτιληναίους. Οι νησιώτες επειχήρησαν έφοδο στο αθηναϊκό στρατόπεδο, η οποία έληξε με αποτυχία, γι' αυτό και κλείστηκαν πίσω από τα τείχη της πόλης, περιμένοντας ενισχύσεις από την Πελοπόννησο - πράγματι, ο Σπαρτιάτης Μελέας και ο Θηβαίος Ερμαιώνδας μαζί με τον στόλο τους έφθασαν για να βοηθήσουν τους νησιώτες[5]. Οι Αθηναίοι, μετά την αποτυχημένη έφοδο των Μυτιληναίων, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι οι νησιώτες είχαν κλειστεί πίσω από τα τείχη τους, αποφάσισαν να ζητήσουν τη βοήθεια των συμμάχων και να αποκλείσουν τους δύο λιμένες του νησιού, δημιουργώντας ταυτόχρονα και ένα ορμητήριο για τον στόλο τους. Ως αγορά και σταθμός μεταφορικών πλοίων χρησιμοποιήθηκε η Μαλέα. Ενώ οι Αθηναίοι είχαν τον έλεγχο της θάλασσας, οι Μυτιληναίοι και οι συμμάχοι τους ήταν κυρίαρχοι στη ξηρά[6].

Την ίδια περίοδο, οι Σπαρτιάτες και οι συμμάχοι τους συγκεντρώθηκαν στην Ολυμπία, όπου παρεβρέθηκαν και οι Μυτιληναίοι πρέσβεις. Στην ομιλία τους, οι Μυτιληναίοι αναφέρθηκαν στους λόγους που τους έκαναν ν' αποστατήσουν από την αθηναϊκή συμμαχία - κύριος λόγος ήταν ο φόβος για την αυξανόμενη δύναμη των Αθηναίων και η συμπεριφορά τους απέναντι στους συμμάχους. Στο τέλος της ομιλίας, οι Μυτιληναίοι παρότρυναν τους Πελοποννήσιους να κινηθούν ταχέως κατά της Αττικής, καθώς ο αθηναϊκός στόλος ήταν διασκορπισμένος στις ακτές της Πελοπννήσου και της Λέσβου. Επίσης, οι Μυτιληναίοι δήλωσαν πως αν οι Πελοποννήσιοι δεν βοηθήσουν στην αποστασία, τότε οι Αθηναίοι θα καταπνίξουν την εξέγερση και θα λάβουν περισσότερα εισοδήματα από τις υποτελείς πόλεις, καθώς οι άλλες πόλεις δεν θα τολμήσουν να εξεγερθούν[7]. Μετά τη συγκέντρωση, οι Σπαρτιάτες πρότειναν στους συμμάχους να συγκεντρώσουν τα 2/3 των δυνάμεων τους στον Ισθμό για να επιτεθούν στην Αττική - οι ίδιοι έφτιαχναν μηχανές για να περάσουν τα πλοία στην αθηναϊκή θάλασσα, ελπίζοντας να αποκλείσουν την πόλη και από τη ξηρά και από τη θάλασσα. Ωστόσο, οι Πελοποννήσιοι σύμμαχοι επικεντρώθηκαν στη συγκομιδή[8]. Την ίδια εποχή, οι Μυτιληναίοι και οι συμμάχοι τους κινήθηκαν εναντίον της Μηθύμνης, αλλά απέτυχαν να καταλάβουν την πόλη. Τότε, επικεντρώθηκαν στην ενίσχυση των τειχών και την τακτοποίηση των υποθέσεων στην Άντισσα, την Πύρρα και την Έρεσο, πριν κινηθούν εκ νέου κατά της Μηθύμνης. Ωστόσο, οι Μηθυμναίοι επιτέθηκαν κατά των κατοίκων της Άντισσας, ωστόσο, υπέστησαν βαριές απώλειες και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Οι Αθηναίοι έμαθαν πως οι δυνάμεις τους δεν ήσαν ικανές να κρατήσουν τους Μυτιληναίους πίσω από τα τείχη και έστειλαν ενισχύσεις με 1.000 οπλίτες υπό τις διαταγές του Πάχητος, οι οποίοι έφτιαξαν τείχος και περικύκλωσαν την Μυτιληνή και δια ξηράς[9]. Προς το τέλος του χειμώνα, στην πόλη έφθασε απαρατήρητος ο Σπαρτιάτης Σάλαιθος, ο οποίος ανακοίνωσε στους νησιώτες πως οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι τους θα εισβάλλουν στην Αττική και πως θα έστελναν ενισχύσεις αποτελούμενες από 40 πλοία, ενώ ο ίδιος θα αναλάμβανε τη διοίκηση των στρατευμάτων της Μυτιλήνης[10].

Το επόμενο καλοκαίρι, οι Σπαρτιάτες κινήθηκαν κατά της Αττικής και ερήμωσαν εκ νέου τη χώρα, ενώ περίμεναν να ακούσουν καλά νέα από τον στόλο του Αλκίδα που έπλευσε για τη Λέσβο. Ωστόσο, αυτά τα νέα δεν είχαν φθάσει. Επίσης, τα τρόφιμα και τα εφόδια είχαν τελειώσει, αναγκάζοντας τους Πελοποννήσιους να αποχωρήσουν από την Αττική[11]. Στη Μυτιλήνη, οι κάτοικοι της πόλης είχαν προχωρήσει σε συνθηκολόγηση με τους Αθηναίους. Οι Μυτιληναίοι είχαν αντιμετωπίσει σοβαρή έλλειψη τροφίμων, ενώ ο Σάλαιθος δεν έτρεφε ελπίδες για ενισχύσεις από τη Σπάρτη. Έτσι, παραχώρησε βαρύ οπλισμό στους νησιώτες, αλλά οι τελευταίοι προκαλούσαν τους ολιγαρχικούς να παραδώσουν στον λαό τα τρόφιμα που έκρυβαν, ειδεμή θα συνθηκολογούσαν με τους εχθρούς[12]. Οι ολιγαρχικοί και οι δημοκρατικοί της πόλης συνθηκολόγησαν με τον Πάχη. Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, οι Αθηναίοι είχαν το δικαίωμα να λάβουν οποιαδήποτε απόφαση για την τύχη των Μυτιληναίων - οι τελευταίοι είχαν το δικαίωμα να στείλουν πρεσβεία στην Αθήνα και να λογοδοτήσουν για τις ενέργειες τους. Επίσης, ο αθηναϊκός στρατός εισήλθε στην πόλη, αλλά δεν είχε δικαίωμα να συλλάβει, να θανατώσει και να πουλήσει κανένα Μυτιληναίο ως δούλο πριν τη λήψη της απόφασης στην Αθήνα. Οι Μυτιληναίοι που είχαν συνεννοηθεί προηγούμενως με τους Σπαρτιάτες ένιωσαν φόβο για τη ζωή τους, αλλά ο Πάχης τους εγγυήθηκε πως δεν θα τους προξενούσε κακό και τους έστειλε στην Τένεδο. Τέλος, οι Αθηναίοι έστειλαν στόλο στην Άντισσα και έλαβαν άλλα χρήσιμα στρατιωτικά μέτρα[13].

Οι Πελοποννήσιοι είχαν πλεύσει από την Πελοπόννησο και έφθασαν στη Δήλο, πριν οι Αθηναίοι καταλάβουν τον πλου τους. Μετά, οι Σπαρτιάτες πέρασαν από τη Μύκονο και την Ίκαρο, όπου έμαθαν για την κατάληψη της Μυτιλήνης, ενώ μετά έπλευσαν στο Έμβατον και στην Ερυθραία. Στην Ερυθραία, εφτά μέρες μετά την κατάληψη της Μυτιλήνης, οι Πελοποννήσιοι επιβεβαίωσαν τα νέα για την κατάληψη της Λέσβου και συγκάλεσαν συμβούλιο για ν' αποφασίσουν τις μελλοντικές ενέργειες τους[14]. Ο Ηλείος Τευτίαπλος πρότεινε μια αιφνιδιαστική έφοδο στον αθηναϊκό στόλο, πιστεύωντας πως οι αθηναϊκές δυνάμεις είχαν χαλαρώσει μετά την κατάληψη της Μυτιλήνης[15], αλλά ο Αλκίδας θεώρησε πως δεν υπήρχε νόημα να πλεύσει στη Λέσβο, μιας και δεν ήταν εκεί την ώρα της αθηναϊκής επίθεσης - μόνη του σκέψη ήταν η επιστροφή του στόλου στην Πελοπόννησο[16]. Ο Αλκίδας πέρασε από αρκετά νησιά και απέπλευσε βιαστικά από την Έφεσο, καθώς στην Κλάρο τον είχαν εντοπίσει δύο αθηναϊκά πλοία, η «Σαλαμινία» και η «Πάραλος». Ο Πάχης είχε λάβει αναφορές από διάφορα νησιά για τον πλου των Σπαρτιατών και αφού οι αναφορές αυτές επιβεβαιώθηκαν από την αναφορά των δύο αθηναϊκών πλοίων, ο Αθηναίος στρατηγός καταδίωξε τον Αλκίδα μέχρι την Πάτμο, αλλά κατάλαβε πως ήσαν αδύνατο να τον φθάσει και σταμάτησε την καταδίωξη[17]. Μετά από εχθροπραξίες στο Νότιο, ο Πάχης επέστρεψε στη Λέσβο, όπου υπέταξε την Πύρρα και την Έρεσο και αιχμαλώτισε τον Σάλαιθο. Ο Πάχης έστειλε στην Αθήνα το μεγαλύτερο μέρος της δύναμης του μαζί με τον Σάλαιθο και τους Μυτιληναίους αποστάτες, ενώ ο ίδιος με μια μικρή δύναμη έμεινε στη Μυτιλήνη για να ρυθμίσει τις υποθέσεις της περιοχής[18]. Οι Αθηναίοι σκότωσαν απευθείας τον Σάλαιθο, παρά το γεγονός ότι υποσχέθηκε να μεσολαβήσει για να λυθεί η πολιορκία στις Πλαταιές. Τότε, αποφάσισαν να θανατώσουν όχι μόνο τους Μυτιληναίους που βρίσκονταν στην Αθήνα, αλλά και κάθε ενήλικα Μυτιληναίο, ενώ τα γυναικόπαιδα τους έπρεπε να πουληθούν ως δούλοι. Έστειλαν πλοίο με διαταγές στον Πάχη να αφανίσει τη Μυτιλήνη, αλλά αργότερα, όταν είχαν καταλαγιάσει τα πνεύματα, οι Αθηναίοι ανακάλεσαν την απόφαση περί καταστροφής της Μυτιλήνης, καθώς κατάλαβαν πως μια τέτοια τιμωρία ήταν πολύ σκληρή και έθεσαν το θέμα εκ νέου στην Αγορά[19].

Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, στη συγκέντρωση μίλησαν δύο άνδρες: ο Κλέωνας, γιος του Κλεαινέτου, γνωστός ως ο πιο άγριος άνδρας στην Αθήνα, και ο Διόδοτος, γιος του Ευκράτους. Ο Κλέωνας υποστήριξε την άποψη πως οι Μυτιληναίοι είχαν εξεγερθεί ως σύνολο κατά της αθηναϊκής ηγεμονίας και πως έπρεπε να καταδικαστούν σε θάνατο, ώστε οι άλλες πόλεις να μην ακολουθήσουν το παράδειγμα τους. Επίσης, κατηγόρησε τους Αθηναίους για αδυναμία, η οποία οφειλόταν στο δημοκρατικό πολίτευμα της πόλης[20]. Ο Διόδοτος ξεκίνησε να αποκρούει τις κατηγορίες του Κλέωνα, λέγοντας πως η συνέλευση δεν θα λάβει τις σωστές αποφάσεις αν βασιστεί στα κίνητρα των ομιλητών και όχι στα επιχειρήματα τους. Μετά, ο Διόδοτος διαφώνησε με την άποψη του Κλέωνα πως μια σκληρή τιμωρία θα αποτρέψει μελλοντικές εξεγέρσεις, λέγοντας πως καμία πόλη δεν προχωρεί σε εξέγερση με την ιδέα της αποτυχίας και πως μια ήπια τιμωρία θα έδινε στους μελλοντικούς αποστάτες μια ευκαιρία επανεξέτασης των ενέργειών τους σε περίπτωση αποτυχίας. Τέλος, ο Διόδοτος εξέφρασε την άποψη πως οι Αθηναίοι συγκεντρώνονταν όχι ως δικαστήριο αλλά ως πολιτική συγκέντρωση που λάμβανε αποφάσεις για το συμφέρον της Αθήνας - η ηγεμονία θα έχανε τη στήριξη αρκετών συμμάχων αν τιμωρούσε τον δήμο (δημοκράτες) της Μυτιλήνης μαζί με τους ολιγαρχικούς[21]. Οι Αθηναίοι υποστήριξαν τις απόψεις του Διόδοτου και έστειλαν εκτάκτως μια δεύτερη τριήρη στον Πάχη, ανακοινώνοντας στο πλήρωμα πως θα λάμβανε μια μεγάλη αμοιβή αν έφθανε στη Λέσβο πριν εκτελεστούν οι πρώτες διαταγές περί καταστροφής της Μυτιλήνης. Τελικά, το πλήρωμα της δεύτερης τριήρης κατάφερε να φθάσει στη Μυτιλήνη πριν ο Πάχης προχωρήσει στην εκτέλεση της πρώτης διαταγής[22]. Όσον αφορά τους Μυτιληναίους που ο Πάχης είχε στείλει στην Αθήνα, αυτοί δεν ξεπερνούσαν τους χίλιους και εκτελέστηκαν. Οι Αθηναίοι κατεδάφισαν τα τείχη της πόλης και μοίρασαν τη Λέσβο σε 3.000 κλήρους, το 1/10 των οποίων αφιέρωσαν στους θεούς. Οι Αθηναίοι ανάγκασαν τους Λέσβιους να πληρώνουν ετήσιο φόρο 2 μνων για κάθε κλήρο, αλλά τους έδωσαν το δικαίωμα να καλλιεργούν τη γη τους. Μ' αυτό τον τρόπο έληξε η αποστασία της Μυτιλήνης[23].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Θουκυδίδης, Γ.1
  2. Θουκυδίδης, Γ.2
  3. Θουκυδίδης, Γ.3
  4. Θουκυδίδης, Γ.4
  5. Θουκυδίδης, Γ.5
  6. Θουκυδίδης, Γ.6
  7. Θουκυδίδης, Γ.9-14
  8. Θουκυδίδης, Γ.15
  9. Θουκυδίδης, Γ.16
  10. Θουκυδίδης, Γ.25
  11. Θουκυδίδης, Γ.26
  12. Θουκυδίδης, Γ.27
  13. Θουκυδίδης, Γ.28
  14. Θουκυδίδης, Γ.29
  15. Θουκυδίδης, Γ.30
  16. Θουκυδίδης, Γ.31
  17. Θουκυδίδης, Γ.33
  18. Θουκυδίδης, Γ.35
  19. Θουκυδίδης, Γ.36
  20. Θουκυδίδης, Γ.37-40
  21. Θουκυδίδης, Γ. 41-48
  22. Θουκυδίδης, Γ.49
  23. Θουκυδίδης, Γ.50

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Θουκυδίδης, Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου (Βιβλίον Γ)