Ακαδημία Κυδωνιών

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ακαδημία Κυδωνιών

Η Ακαδημία Κυδωνιών βρισκόταν στο Αϊβαλί (Κυδωνίες) της Μικράς Ασίας και αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα εκπαιδευτικά κέντρα των ελληνορθοδόξων του Ελληνισμού με ευρύτατη ακτινοβολία. Στο δυναμικό της ανήκαν μερικοί από τους σπουδαιότερους λογίους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1773, κατά την επικρατέστερη άποψη, ο κληρικός Ιωάννης Δημητρακέλλης, γνωστός και ως Οικονόμος από το εκκλησιαστικό του αξίωμα, επέτυχε, με τη βοήθεια του ηγεμόνα της Βλαχίας και δραγουμάνου του στόλου Νικολάου Μαυρογένη (1770-1786), τη χορήγηση προνομίων στην πόλη των Κυδωνιών. Με τα προνόμια αυτά οι Κυδωνίες αναγνωρίστηκαν ως αμιγής χριστιανική κοινότητα, επικεφαλής της οποίας ήταν τρεις δημογέροντες και δύο Τούρκοι αξιωματούχοι, ο αγάς ή βοεβόδας και ο καδής.

Το 1780, με φροντίδα του Δημητρακέλλη, οικοδομήθηκε ο μεγαλοπρεπής ναός της Παναγίας των Ορφανών, στην περίβολο του οποίου ιδρύθηκε νοσοκομείο και βρεφοκομείο, καθώς και κτήριο που στέγασε την Ελληνική Σχολή, με βιβλιοθήκη αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων και έργα φιλοσοφικά και θεολογικά. Πρώτοι διδάσκαλοι της Σχολής υπήρξαν ο ιεροδιάκονος Ευγένιος από τα Βουρλά ή την Κίο της Βιθυνίας, ο Βησσαρίων από τη Σύμη των Δωδεκανήσων, ο Θεοδόσιος από τα Μουδανιά κ.ά. Λίγα χρόνια αργότερα, η Σχολή του Οικονόμου, που πέθανε το 1792, αναδιοργανώθηκε, στεγάστηκε σε νέο οίκημα, πήρε το χαρακτήρα ανώτερης σχολής και ονομάστηκε Ακαδημία.

Στην Ακαδημία των Κυδωνιών,[1] που υπήρξε ένα από τα αξιολογότερα εκπαιδευτικά ιδρύματα του τουρκοκρατούμενου Ελληνισμού, ο Βενιαμίν Λέσβιος δίδαξε φιλοσοφία, μαθηματικά και φυσιογνωστικές επιστήμες, μαθήματα «καινοφανή» για την εποχή, γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση εκκλησιαστικών κύκλων και διωγμό εναντίον του σοφού λογίου. Το 1806 η σχολή έκλεισε για ένα διάστημα, μέσα στο πλαίσιο ευρύτερων διωγμών κατά των Ελλήνων εξ αιτίας Ρωσοτουρκικού πολέμου. Φαίνεται ότι η Ακαδημία κατηγορήθηκε για επαναστατική δράση.[2]

Το 1811 τη διεύθυνση της Ακαδημίας ανέλαβε ο επίσης ονομαστός λόγιος Θεόφιλος Καΐρης και δίδαξε ως τις αρχές του 1821, όταν μυημένος στη Φιλική Εταιρεία εγκατέλειψε τις Κυδωνίες για να λάβει μέρος στην Ελληνική Επανάσταση του 1821. Παράλληλα, δίδαξε και ο Γρηγόριος Σαράφης, ενώ μαθητές της Ακαδημίας, κυρίως Έλληνες, τίμησαν αργότερα τα ελληνικά γράμματα. Στην Ακαδημία φοίτησαν και λίγοι Βούλγαροι και Ρουμάνοι. Το 1819, ο Κυδωνιάτης Κωνσταντίνος Τόμπρας, που με φροντίδα της κοινότητας είχε εκπαιδευθεί στα τυπογραφεία του Ντιντό (Didot) στο Παρίσι, ανέλαβε τη διεύθυνση τυπογραφείου που ιδρύθηκε στην πόλη για την εξυπηρέτηση των αναγκών της Σχολής.[3] Η σχολή καταστράφηκε τον Ιούνιο του 1821 μαζί με την υπόλοιπη πόλη.

Στην Ελληνική Σχολή της Παναγίας των Ορφανών είχε εισαχθεί η διδασκαλία της ευρωπαϊκής μουσικής και της γαλλικής και τουρκικής γλώσσας. Το 1816 εκδιώχθηκε ο Γάλλος μουσικοδιδάκαλος ονόματι Μπουσάρ, διότι κάποιος Τούρκος υπάλληλος που τον είδε να δίνει το ρυθμό τον κατήγγειλε ότι έδινε στους μαθητές στρατιωτικά παραγγέλματα. Μετά από αυτό, η σχολή συνέχισε διδάσκοντας μόνο βυζαντινή μουσική και οι απόφοιτοί της εργαζόταν σε διάφορα μέρη ως ιεροψάλτες. Στην ίδια σχολή διδασκόταν και κλασικό θέατρο με τραγωδίες, όπως η Εκάβη του Ευριπίδη. Όπως αναφέρει ο Διδότος (Didot, 1790-1876), όταν παιζόταν η Εκάβη κλεινόταν με προσοχή οι πόρτες και τα παράθυρα, για να μη δουν οι Τούρκοι τα όπλα που έφεραν οι μαθητές και πάθουν ό,τι ο Μπουσάρ. Με την ευκαιρία της διδασκαλίας του δράματος Πέρσαι του Αισχύλου, γινόταν έμμεση αναφορά στην απελευθέρωση από τους Τούρκους και σε μια εκδήλωση, υπό τον Κων. Οικονόμου, έγινε χαμηλόφωνα απαγγελία του Θούριου του Ρήγα, όπως αναφέρει Γάλλος διπλωμάτης που παρευρέθηκε.[4]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Glogg, Richard, Δύο περιγραφὲς τῆς Ἀκαδημίας Κυδωνιῶν 1818-1819, Ἀθήνα, Ἐκδόσεις τῆς "Ἑνώσεως Κυδωνιατῶν", 1974,
  2. Ιωάννης Ν. Καραμπλιάς, Ιστορία των Κυδωνιών, Αθήναι, 1949-50, σ. 141, 142.
  3. για το τυπογραφείο των Κυδωνιών, βλέπε Ιστορία της ελληνικής τυπογραφίας
  4. I.Ν. Καραμπλιάς, σ. 195-197.