Ααβόρα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ααβόρα
Ααβόρα
Ααβόρα
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία: Μονοκοτυλήδονα (Liliopsida)
Τάξη: Αρεκώδη (Arecales)
Οικογένεια: Φοινικοειδή (Arecaceae)
Γένος: Ελαΐς (Elaeis)
Είδος: Ε. η Γουινήσια (E. guineensis)
Διώνυμο
Ελαΐς η Γουινήσια (Elaeis guineensis)
Jacq.

Η ααβόρα (ελαιοφοίνικας, γνωστή και με την ονομασία Ελαΐς η Γουϊνήσια, Elais guineensis) είναι είδος της οικογένειας των φοινικοειδών (Arecaceae), της τάξης των αρεκωδών (Arecales).[1] Αποτελεί την κύρια πηγή φοινικελαίου. Είναι εγγενές στη δυτική και στη νοτιοδυτική Αφρική, ειδικότερα στην περιοχή ανάμεσα στην Ανγκόλα και στη Γκάμπια. Η επονομασία της «Γουϊνήσια» αναφέρεται στην ονομασία αυτής της περιοχής και όχι στη χώρα Γουϊνέα που τώρα έχει αυτήν την ονομασία. Το είδος αυτό εγκλιματίστηκε πλέον στη Μαδαγασκάρη, στη Σρι Λάνκα, στη Μαλαισία, στην Ινδονησία, στην Κεντρική Αμερική, στις Δυτικές Ινδίες και σε αρκετά νησιά του Ινδικού και του Ειρηνικού Ωκεανού. Τα συγγενικά είδη Ελαΐς η ελαιοφόρος (Elaeis oleifera) και Αττάλεια μαρίπα (Attalea maripa) χρησιμοποιούνται επίσης για την παραγωγή φοινικέλαιου.

Η ανθρώπινη χρήση των φοινικελαίων χρονολογείται τουλάχιστον εδώ και 5.000 χρόνια στη Δυτική Αφρική. Στα τέλη της δεκαετίας του 1800 αρχαιολόγοι ανακάλυψαν φοινικέλαιο σε τάφο στην Άβυδο χρονολογημένο περίπου στο 3.000 π.Χ..[2] Θεωρήθηκε ότι είχε έρθει από άραβες εμπόρους φοινικελαίου από τη Δυτική Αφρική στην Αίγυπτο.[3]

Το πρώτο δυτικής προέλευσης πρόσωπο που περιέγραψε και έφερε πίσω σπόρους φοινικόδεντρου ήταν ο γάλλος φυσιοδίφης Μισέλ Αντανσόν (Michel Adanson).[4]

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τσαμπί καρπών ελαιοφοίνικα

Οι ώριμοι ελαιοφοίνικες έχουν μόνο κορμό και φθάνουν ως τα 20 μέτρα ύψος. Τα ελαιοφοινικόφυλλα έχουν μήκος ως 5 μέτρα. Ένας νέος ελαιοφοίνικας παράγει περίπου 30 φύλλα το χρόνο. Οι ελαιοφοίνικες μετά από την ηλικία των 10 ετών παράγουν περίπου 20 φύλλα το χρόνο. Τα άνθη τους φυτρώνουν σε πυκνές συστάδες πολλών ανθέων. Το καθένα ανεξάρτητο άνθος είναι μικρό, αποτελούμενο από τρία (3) σέπαλα και τρία (3) πέταλα. Ο καρπός του ελαιοφοίνικα χρειάζεται 5-6 μήνες από την άνθηση να ωριμάσει. Είναι κοκκινωπός, περίπου στο μέγεθος μεγάλου δαμάσκηνου, και μεγαλώνει σε μεγάλα τσαμπιά. Κάθε καρπός αποτελείται από ένα ελαιώδες και σαρκώδες περικάρπιο, με ένα μονό σπόρο (το φοινικόσπορο), που είναι επίσης πλούσιος σε έλαιο. Όταν ωριμάσει, ο καρπός ζυγίζει μεταξύ 5 και 30 κιλά. Το βάρος του καρπού εξαρτάται από την ηλικία του ελαιοφοίνικα.

Καλλιέργεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για κάθε εκτάριο (δηλαδή 10 στρέμματα) ελαιοφοίνικων, η μέση ετήσια παραγωγή ανέρχεται σε 20 τόνους καρπών, που αντιστοιχούν σε φοινικέλαιο περίπου 4 τόνων. Επίσης, παράγονται 750 χιλιόγραμμα φοινικόσπορων, που αντιστοιχούν σε 500 χιλιόγραμμα υψηλής ποιότητας φοινικοπυρηνέλαιου, καθώς και σε 600 χιλιόγραμμα φοινικοπυρηνόπαστας, που μετά από επεξεργασία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ζωοτροφή.[5]

Εφαρμογές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το περικάρπιο μετά από κατεργασία και μία διαδικασία ζυμώσεως δίνει το γνωστό φοινικέλαιο.

Το λάδι αυτό χρησιμοποιείται στην παρασκευή λιπαντικών, σαπουνιών, κεριών και στην επεξεργασία του λευκοσιδήρου.

Από τους φοινικόσπορους, μετά από σύνθλιψη, παράγεται ένα διαφορετικό φοινικέλαιο που χρησιμοποιείται στην παρασκευή φαρμακευτικών προϊόντων και μαργαρίνης. Το υπόλοιπο που απομένει από τη σύνθλιψη των σπόρων χρησιμοποιείται για τροφή των ζώων και για λίπασμα.

Με χάραγμα στη βάση του τσαμπιού των καρπών βγαίνει ένας χυμός, που μετά από ζύμωση δίνει ένα οινοπνευματώδες ποτό, γνωστό ως το «κρασί του φοίνικα».

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Πρότυπο:GRIN
  2. Kiple, Kenneth F.. Conee Ornelas, Kriemhild, επιμ. (2000). The Cambridge World History of Food. Cambridge University Press, σελ. II.E.3. ISBN 978-0521402163. http://www.cambridge.org/us/books/kiple/palmoil.htm. Ανακτήθηκε στις 30 August 2012. 
  3. Obahiagbon, F.I. (2012). «A Review: Aspects of the African Oil Palm (Elaeis guineesis Jacq.)». American Journal of Biochemistry and Molecular Biology: 1–14. http://docsdrive.com/pdfs/academicjournals/ajbmb/0000/38799-38799.pdf. Ανακτήθηκε στις 30 August 2012. 
  4. Jean-Marie Pelt, « Michel Adanson, le baobab et les coquillages », dans La Cannelle et le panda : les grands naturalistes explorateurs autour du Monde, Fayard, 1999 (ISBN 978-2213-60466-4).
  5. «About the Malaysian Palm Oil Industry». Malaysian Palm Oil Board. 
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Elaeis guineensis της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).